Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Αλεξάνδρεια και Καβάφης




Η Αλεξάνδρεια θυμάται ακόμα τον Καβάφη
Μια συγκινητική εκδήλωση το 2009 στο σπίτι όπου έζησε ο Αλεξανδρινός ποιητής, πλημμυρισμένη από τους στίχους του, που διαβάστηκαν σε επτά γλώσσες,
της Ελεάνας Κολοβού
Ανεβαίνω την οδό Σαφΐγια Ζαγλούλ, στο κέντρο της Αλεξάνδρειας: έχω αφήσει πίσω μου την παραλία και μπαίνω τώρα στα στενά, αναζητώντας την οδό Σαρμ Ελ Σέιχ. Το κτίριο στο νούμερο 4 δεν ξεχωρίζει σε τίποτα από τα άλλα: κατασκευάστηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα και κουβαλάει την πατίνα του χρόνου και της παρακμής που σκεπάζει σήμερα όλη την πόλη. Πίσω στο 1907, όταν ο δρόμος λεγόταν ακόμα Λέψιους, ο Κωνσταντίνος Καβάφης το διάλεξε για σπίτι του και δεν έφυγε ποτέ ξανά από εδώ, ως τον θάνατο του, το 1933.
Απόψε το σπίτι αυτό -μουσείο πλέον- πλημμυρίζει από κόσμο και στίχους. Και όχι μόνο στα ελληνικά: στην ποιητική βραδιά που διοργανώθηκε στο πλαίσιο των 11ων Καβαφείων στη γενέτειρα του ποιητή, ακούστηκαν τα φημισμένα ποιήματα του στα αραβικά, τα ρωσικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα ρουμανικά και τα βουλγαρικά. «Αυτό είναι το πρώτο ποίημα του Καβάφη που μετέφρασα ποτέ και η στιγμή είναι ξεχωριστή για μένα», λέει η Σόνια Ιλίνσκαγια, η σπουδαία Ρωσίδα ακαδημαϊκός και μεταφράστρια, η οποία ασχολείται με τον Καβάφη περισσότερα από σαράντα χρόνια. Το ποίημα είναι η «Σατραπεία». Η Ιλίνσκαγια δεν προλαβαίνει να το διαβάσει και ξεσπάει σε κλάματα από τη συγκίνηση.

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Λίγο αργότερα, ο Αιγύπτιος ποιητής Φαούντ Ταμάν διστάζει πριν καθίσει στην καρέκλα για να διαβάσει το « Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». «Νιώθω δέος που κάθομαι στο γραφείο όπου μελετούσε και έγραφε ο Καβάφης...» λέει πριν αρχίσει. Τα έπιπλα μπορεί να μην είναι τα αυθεντικά -τα περισσότερα πουλήθηκαν από τους κληρονόμους του-, αλλά το γραφείο και η κρεβατοκάμαρα έχουν διατηρηθεί έτσι όπως τα είχε ο ποιητής. Η ηθοποιός Κατερίνα Χέλμη ερμηνεύει με τρόπο μοναδικό το «Οσο μπορείς» και το «Επέστρεφε», διαβάζοντας μέσα από το κόκκινο, χειροποίητο ντοσιέ με τα ποιήματα. Καθώς τριγυρίζω στο χώρο, αντηχούν στα ιταλικά τα «Τείχη » από την καθηγήτρια Μαρία Πάολα Μινούτσι και στα ισπανικά «Η πόλις» από τον καθηγητή Βικέντιο Γκονζάλεζ Φερνάντεζ.
Τα κεριά που αγαπούσε ο ποιητής καίνε καθ' όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο, όταν οι απαγγελίες πλησιάζουν προς το τέλος, και βλέπω την οδό που πρόκειται σύντομα να μετονομαστεί σε « Κ. Π. Καβάφη». Πολλά έχουν αλλάξει από τότε, αλλά το σχόλιο του ποιητή, όταν εγκαταστάθηκε εδώ, θα χαρακτηρίζει πάντα τόσο την ιστορική πια αυτή οδό όσο και τον ίδιο τον Καβάφη: «Πού θα μπορούσα να ζήσω καλύτερα; Κάτω από μένα ο οίκος ανοχής θεραπεύει τις ανάγκες της σάρκας. Και εκεί είναι η εκκλησία όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Και παρακάτω το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε».
«Κ» ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη
Γράφει: Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα

Στους νέους Αλεξανδρείς

Πλην ένα πράγμα με χαράν στο νου μου πάντα βάζω,
που στη μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσίν των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμαι εγώ εκεί
απ’ ταις πολλαίς μονάδες μία. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν συναριθμείται πράγματι μέσα στα πέντε εκατομμύρια κατοίκους της σημερινής Αλεξάνδρειας. Το ορατό πρόσωπο αυτού του πληθυσμού είναι η φτώχεια· μια φτώχεια φαινομενικά αμέριμνη και χαμογελαστή· μια φτώχεια, που κατακλύζει τους δρόμους, που απλώνει τα «λάβαρά» της στα μπαλκόνια, φαιδρύνοντας τις γερασμένες προσόψεις των ωραίων άλλοτε κτιρίων.
Μισοερειπωμένα, λεπρά, χαίνοντα, τα μεγαλοπρεπή εκλεκτικά μέγαρα, οι κομψές επαύλεις στεγάζουν ένα πληθυσμό αλλότριο, που μοιάζει να τα χρησιμοποιεί χωρίς να τα καταλαβαίνει. Το ίδιο αίσθημα δοκίμασα άλλοτε και στις παλιές ελληνικές συνοικίες της Πόλης, στο Φανάρι. Αστυφιλία και δημογραφική έκρηξη, μαζική μετακίνηση αγροτικών πληθυσμών στα αστικά κέντρα ορίζουν τώρα τη φυσιογνωμία των πόλεων της Αιγύπτου. Αλλά ενώ στο Κάιρο ο λαός αυτός κινείται σε οικείο χώρο, εδώ μοιάζει έπηλυς μέσα στο μεγάλο κοσμοπολίτικο λιμάνι της Μεσογείου, που διατηρεί ακόμη δυνατό άρωμα μνήμης από το ένδοξο παρελθόν.
Μέσα σ’ αυτό το άρωμα μπορείς ακόμη να συναντήσεις τον Kαβάφη. Το καβαφικό προσκύνημα επιβάλλεται να ξεκινήσει από το διαμέρισμα της οδού Λέψιους, που σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο με τη φροντίδα του «Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού». Μέσα στο ημίφως, που ανακαλεί την προσφιλή ατμόσφαιρα του ποιητή, διακρίνεις τα λιγοστά έπιπλα – που δεν είναι άλλωστε αυθεντικά, αλλά ανήκουν στο ύφος και στην εποχή των παλαιών εκείνων: «Επιπλωμένο χωρίς αξιώσεις για το ρυθμό, χωρίς πίνακες αξίας ολόγυρα, ήταν ένα από εκείνα τα μελαγχολικά διαμερίσματα όπου λείπει η γυναίκα», θυμάται ο φίλος του ποιητή Ατανάζιο Κατράρο που τον είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά το 1918. «Λείπει η γυναίκα;» μόνο μια γυναίκα είχε το δικαίωμα να παραβιάσει αυτό το άβατο: Η Χαρίκλεια Φωτιάδη, η Κωνσταντινοπολίτισσα μητέρα του ποιητή. Η φωτογραφία της, λίγο πιο χλωμή από τα χρόνια, στολίζει ακόμη τον τοίχο του σαλονιού.
Το σπίτι μας φαίνεται γνώριμο από την πολλή συνάφεια με τον κλειστό κόσμο της καβαφικής μούσας:

«Α, η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι
κοντά στην πόρτα εδώ ο καναπές,
κι εμπρός του ένα τουρκικό χαλί
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντουλάπι με καθρέπτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ οι τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι·
ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά».

Οι αληθινοί ένοικοι αυτού του σιωπηλού διαμερίσματος είναι οι ωραίοι νέοι της καβαφικής ποίησης· τα σώματα του έρωτα τα ερατεινά, τα «ινδάλματα της ηδονής» τα αμάραντα: Ο Ιασής, ο Λεύκιος, ο Λάνης, ο Ευρίων, ο Έμης. Αλήθεια, γιατί τόσοι τάφοι «φημισμένων για εμορφιά» εφήβων, που «μεγάλως αγαπήθηκαν», μέσα στη καβαφική τοπογραφία;
Νομίζω την απάντηση τη δίνουν οι ίδιοι οι στίχοι. Αυτές οι «θανατογραφίες» παγιδεύουν το χρόνο, αναχαιτίζουν τη φθορά, ανήκουν στα τεχνάσματα και στους μηχανισμούς της μνήμης, ζωοδόχου πηγής της ποίησης του Καβάφη: «Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών, που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα». Αιχμάλωτοι του χρόνου, αειθαλείς, οι ιδανικοί νέοι του Καβάφη, «σαν σώματα ωραία που δεν εγέρασαν, και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό», μετατίθενται έτσι στο βασίλειο της μνήμης, απ’ όπου μπορεί να τους ανακαλεί «ρεμβαστικά» κατ’ επιθυμίαν και βούλησιν.
«Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες και ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα».


Όταν δεν πεθαίνουν οι ηδονικοί έφηβοι, φεύγουν μακριά, όπως ο νέος «με τα ωραία γκρίζα μάτια» σαν «οπάλιο». «Θ’ ασχήμισαν – αν ζει – τα γκρίζα μάτια· θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο. Μνήμη μου, φύλαξέ τα, συ ως ήσαν».
Η παρέκκλισή του, το πάθος του οδηγούσε τον Καβάφη να βλέπει τους νέους σαν την άφθαρτη εικόνα της νεότητας· από το είδος, την εξατομικευμένη περίπτωση, αναγόταν στο γένος. Γι’ αυτό οι προσωπογραφίες, οι σωματογραφίες των καβαφικών νέων συνθέτουν τελικά ένα και μόνο ιδανικό πορτρέτο, όπως στα Φαγιούμ ή στη ζωγραφική του Τσαρούχη.
Το διαμέρισμα της οδού Λέψιους αντίκριζε άλλοτε το νοσοκομείο της ελληνικής κοινότητας, γειτόνευε με την κακόφημη συνοικία της Αλεξάνδρειας, ενώ βρισκόταν πλάι στους κεντρικούς και πολυθόρυβους δρόμους της αγοράς, των τραπεζών, των ταξιδιωτικών γραφείων. Βγαίνοντας στο μπαλκόνι, ο ποιητής αγκάλιαζε με το βλέμμα την «αγαπημένη πολιτεία», «την κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών». Κατεβήκαμε παραζαλισμένοι από το άξαφνο και πυρωμένο φως στους «δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι, κέντρα γεμάτα κίνηση που τέλεψαν, και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά», όπως προφήτευε ο ποιητής το 1918.
Το προσκύνημα του Καβάφη συνεχίζεται στη σύγχρονη αραβική πόλη με τις πολύχρωμες και πολυάνθρωπες αγορές «με τις καλές πραμάτειες και τα ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής». Οι αθάνατοι νέοι της ποίησής του κυκλοφορούν στους δρόμους, γιατί οι Αιγύπτιοι είναι ωραία πανάρχαιη φυλή με δυναμισμό ακατάβλητο. Παιδιά και νέοι δίνουν τον εύθυμο τόνο τους στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, αντίθετα με τη γερασμένη Αθήνα.
Το προσκύνημα καταλήγει στο αρχοντικό νεκροταφείο της ελληνικής κοινότητας στο Σάτμπι, όπου αναπαύεται το σκήνωμα του ποιητή. Εδώ η εικόνα του ρημαγμένου ελληνισμού είναι συμπυκνωμένη σε σύμβολο. Τα ευγενή μάρμαρα, οι ωραίοι ναΐσκοι, τα αγάλματα, χορταριασμένα και αφίλητα, χωρίς άνθη, χωρίς καντήλια, χωρίς τη μνήμη των ζωντανών. Η καθαρή ταυτολογία του θανάτου. Και πλάι, το αραβικό νεκροταφείο, ακμαίο, ολάνθιστο, πολύκλαυστο, και πολυφίλητο από πλήθος γυναίκες με σεμνές καλύπτρες και παιδιά. Τελικά το νεκροταφείο είναι το πιο εύγλωττο σύμβολο ζωής μιας κοινότητας· παράδοξα και αντινομικά.
Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη δεν είναι η πόλις που μας δέχτηκε· είναι «σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις, σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα ελληνικών πόλεων και λιμένων».
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 29 Μαΐου 1994. Ξανάγινε επίκαιρο χάρις στο νέο αθηναϊκό «σπίτι» του Καβάφη
www.aixmi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: