Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Π. Κ. ΚΑΤΣΙΡΕΛΟΥ : Μαχάρ-Νίκος




Μαχάρ-Νίκος
Διήγημα Του Π. Κ. ΚΑΤΣΙΡΕΛΟΥ
Το σπίτι εκεί στην οδό Ιάσονος, του άλλου δρόμου μετά την παραλία του λιμανιού, την οδό Αργοναυτών,  ήταν αρχοντικό της πόλης, ένα πλουσιόσπιτο τραυματισμένο κι αυτό από τους βομβαρδισμούς του πόλεμου. Είχε μπρος του μεγάλο αυλόγυρο με σιδερένια κάγκελα κι ο ανθόκηπος του φαινόταν απεριποίητος. Ωστόσο τα δυό πανύψηλα φοινικόδεντρα του δεν είχανε πάθει τίποτε, δεν είχαν χάσει ούτε τα μακριά και μεγάλα, σα δίκοπα αγκαθωτά λυγισμένα προς τα κάτω σπαθιά, φύλλα του, ούτε την. επιβλητικότητα τους. Έμοιαζαν φανταχτεροί φρουροί, τοποθετημένοι από τη μια και την άλλη πλευρά της μαρμάρινης πλατιάς σκάλας του μεγάρου.
Τώρα γιατί ετούτοι οι πέντε Ινδοί στρατιώτες σκάβανε λάκκους στον κήπο, δεν μπορούσε να το εξηγήσει ο μικρός. Ίσως να ζητούσαν θησαυρούς κρυμμένους, κλεψιμαίικους από τους ηττημένους Γερμανούς, πού πριν λίγο καιρό ακόμη κατοικούσαν εδώ. Ό υπαξιωματικός πού τους έδινε διαταγές και τους επέβλεπε, ήταν Εγγλέζος, παχύς, γαλανομάτης, με φακίδες.
Το παιδί στεκόταν απόξω και πιασμένο στα κάγκελα τους παρακολουθούσε. Η μύτη του έσταζε από του Γενάρη το κρύο και κάθε τόσο τη ρουφούσε και τη σκούπιζε με την ανάστροφη του χεριού του και με το μανίκι του.
Αυτοί οι Ινδοί θαρρείς μοιάζανε μεταξύ τους έτσι μελαμψοί και λιγνοί και φαίνονταν μόνον ή τραχιά τριχωτή μούρη τους με τα μεγάλα μουστάκια. Τ’ άλλο κεφάλι τους φασκιωμένο, το 'χαν τυλιγμένο με τη χαμπανιά του σαρικιού τους.
Κάποια στιγμή ο ένας από αυτούς στυλώθηκε ν’ ανασάνει και το βλέμμα του διασταυρώθηκε με του παιδιού. Ήταν ένα βλέμμα βαθύ, άγριο, δύο κάρβουνων αστραφτερών ματιών, πού οπουδήποτε και να τα ξανασυναντούσε το παιδί θα τα γνώριζε πια. Αν δεν ήταν ο Εγγλέζος εκείνος, πού ξαφνικά τράβηξε την προσοχή του να τους αφήνει απρόοπτα χαμογελαστός και κοιτάζοντας ένα παράθυρο του σπιτιού, θα διατηρούνταν  ίσως  αρκετά  αυτή  ή   διασταύρωση,
Ό Ινδός χωρίς να το θέλει ακολούθησε τη ματιά του παιδιού και γύρισε να ιδεί κι αυτός τον Εγγλέζο, πού σχεδόν έτρεχε με λαχτάρα προς τη σκάλα. Ύστερα κοίταξε στο παραθύρι. Μια βαμμένη ξανθιά κυρία έκανε γλυκά νοήματα στον υπαξιωματικό, καλώντας τον άντρα, τ'  αρσενικό.
Χάθηκε ο Εγγλέζος πίσω από την πολυτελή βαριά πόρτα πού άνοιξε κι έκλεισε, έφυγε από το τζάμι το γυναικείο προκλητικό μούτρο και τότες το βλέμμα τους ξανασυναντήθηκε. Έφτυσε ο μελαμψός κοκαλιάρης μια φτυσιά μ' αηδία στο χώμα και μια στη χούφτα του κι έπιασε πάλι τον γκασμά κι άρχισε να σκάβει μέ μανία.
'Αλλά κι άλλη μια φορά ξανασήκωσε το κεφάλι του και τα κάρβουνα μάτια του Ινδού είδαν το παιδί, πριν εκείνο φύγει για το λιμάνι.
Τα βρωμισμένα νερά της θάλασσας άχνιζαν. Λίκνιζαν τις λίγες βάρκες, πού γλύτωσαν την οργή του πόλεμου, ανάμεσα στα δεμένα μικρά πολεμικά σκάφη και τα ναρκαλιευτικά του μικτού ελληοαγγλικού στόλου, πού 'φτασαν στο λιμάνι. Στους μώλους δυό γιγάντια Λίμπερτυ (1)  ξεφόρτωναν εφόδια της U.Ν.R.R.Α. (2) Γύρω τους πλέανε ακόμα συντρίμμια του τελευταίου βομβαρδισμού, αυτή τη φορά από συμμαχικά αεροπλάνα. Μα στην ανατολική γωνιά του κεφαλόσκαλου μαζεύτηκαν τα πιο πολλά. Το φουσκωμένο κουφάρι του Γερμανού πνιγμένου ναύτη, μπρουμουτισμένο στην κινούμενη μικρή κυματώδη ρυτίδα του νερού, ήταν στριμωγμένο με τις στοίβες από σπασμένες σανίδες, τα σκουπίδια, τα σάπια πράγματα, ανακατωμένα όλα μαζί στο πηγμένο κουρκούτι του χυμένου κι απλωμένου γλιστερού μαύρου λαδιού και του πετρελαίου της λερωμένης θάλασσας. Δύσκολα το ξεχώριζες. Φαίνεται μόλις θα ξεσκάλωσε μες από τα σπλάχνα του κοντινού βουλιαγμένου πλοίου, θα ξεμπουκάρισε από κανένα άνοιγμα του κι η πίεση το πέταξε στον αφρό να ξενερίζει. Το παράσυρε το ρεύμα ως εδώ να σκαμπανεβάζει κι αυτό στο βούρκο.
Είχε πολλά πτώματα τ6 λιμάνι τον 'Οκτώβρη πού απελευθερώθηκε η πόλη.. Τα συνεργεία του ΕΛΑΝ και του ΕΛΑΣ πού κατέβηκαν από τα βουνά, τα μάζευαν συνέχεια και τα θάφτανε και προσπαθούσαν να καθαρίσουν τη θάλασσα από κάθε βρωμιά, προσέχοντας να επισημάνουν και τις νάρκες των Γερμανών ή αυτές τις ριγμένες από τα συμμαχικά βομβαρδιστικά, πού υπήρχαν στο λασπωμένο βυθό, για να τις ανασύρουν ή να τις αχρηστέψουν αργότερα, άμα θ’ αποχτούσαν τ’ απαραίτητα εργαλεία. Όμως μεσολάβησαν συνταραχτικά γεγονότα και σταμάτησε τούτη ή δουλειά. Άλλωστε τα ναυάγια ήτανε τόσα !  Εδώ οι Γερμανοί έχασαν πολλές εκλεχτές ναυτικές τους μονάδες και μερικά τσιμεντένια μικρά φορτηγά τους, χυμένα σε καλούπια πλοίων με μπετό, αντί για σίδερο. Οι αντάρτες είχαν τραβήξει για την Αθήνα το Δεκέμβρη. Έγιναν εκεί συγκρούσεις άγριες, άλλα νικήθηκαν στο τέλος από τα ενισχυμένα στο μεταξύ .στρατεύματα του Σκόμπυ (4) και τώρα βρίσκονταν οι Εγγλέζοι κι εδώ με τους Ινδούς τους, πού τους διοικούσαν.
Ό μικρός κοίταξε τον τουμπανισμένο Γερμανό και τον σκεφτότανε σαν να ‘ταν ζωντανός φαντάρος και με το αυτόματο του να τρέχει το κατόπι του να τον πιάσει ή να βρει την κατάλληλη στιγμή να σταθεί να τον γαζώσει με τις σφαίρες. Βέβαια δε θα 'ταν αυτός πού τον κυνηγούσε, άλλ' όλ' οι Γερμανοί ανώνυμοι καταχτητές ήταν για τους καταχτημένους. Με το ίδιο μάτι τους έβλεπαν οι Έλληνες και με το ίδιο συναίσθημα τους σκέφτονταν: σκληρούς, απάνθρωπους εχθρούς, μιλιταριστικά ρομπότ του γερμανικού ναζιστικού τέρατος, πού τον άλλο άνθρωπο δεν τον λογάριαζε, γι' άνθρωπο, παρά ένα χρήσιμο ή άχρηστο σκλάβο της πλεονεξίας μιας τάξης  εγωιστών  ή   φυλής.
Εκείνη τη μέρα στη φυγή του ήθελε τα ποδαράκια του να φτάνουν στην πλάτη του να χτυπάνε, μα κείνα τρέχανε το φυσικό τους τρέξιμο, ωστόσο πιο γρήγορα του διώχτη του.
Πεινασμένο το πιτσιρίκι, είχε σαλτάρει στο καμιόνι του κ' έχωνε στον κόρφο του ό,τι έβρισκε κι ύστερα· το σκόρπιζε στο δρόμο. Ο Γερμανός άργησε να πάρει χαμπάρι. Άμα πρόσεξε τί γινότανε πίσω από το κουβούκλι της οδήγησης του φορτηγού του αυτοκίνητου, ο μικρός πρόλαβε και πήδηξε κάτω και το 'βαλε στα πόδια.
Μα και τώρα ήτανε πεινασμένο το παιδί. Τί σαν ήρθε ή απελευθέρωση; Ακόμα δεν έγινε καμιά κοινωνική ταχτοποίηση στον τόπο. Μάνα δεν είχε, πέθανε από την πείνα στην Κατοχή. Πατέρα δεν είχε, σκοτώθηκε πιο πριν στ' αρβανίτικα βουνά πολεμώντας τους Ιταλούς φασίστες. Ρούχα να του ταιριάζουν πού να τα βρει, φορούσε του πατέρα του τη φορεσιά, παλιωμένη τώρα, μπαγλαρωμένο στο μακρύ σακάκι εκείνου. Παπούτσια στο νούμερο του ποδιού του θα 'ταν μεγάλη τύχη/ τα βόλευε στις ευρύχωρες γόβες της μακαρίτισσας μάνας του τ' ορφανό, αφού τους έσπασε το ψηλό ξύλινο τακούνι τους. Ήτανε  σαν τσαρούχια πού τα φορούσαν οι παλιές ανατολίτισσες χανούμισσες, με τη μύτη τους σηκωμένη  να κοιτάζουν τ*  απάνω.
— «Αχ και να τις είχε αυτές τις μπότες του  πνιγμένου !. . .
Βρήκε μια σανίδα στο μουράγιο και μ’ αύτη ο δόλιος έσπρωχνε το κουφάρι προς τα σκαλιά του μόλου.  Κανείς δεν του 'δινε σημασία.
— «Να, το 'φερε κει πού το 'θελε!. . . Μπράβο!...».
'Έπιασε το 'να πόδι και γέμισαν λάδια τα χεράκια του. Έβαλε δύναμη. Πού να βγει όμως η μπότα! Η πρησμένη σάπια σάρκα του πνιγμένου  δεν  άφηνε καθόλου τζόγο  να λασκάρει.
— «Είναι κι αυτά τα λάδια πού γλιστράνε!...», σκέφτηκε.
Απελπίστηκε κι άφησε την προσπάθεια. Σκουπίστηκε στο ρούχο του και πήρε να φύγει από κει πού 'ρθε. Έμοιαζε από μακριά έν' αλλόκοτο πράμα να κουνιέται, με μια-δυό-τρεις δίπλες σηκωμένα τα μπατζάκια του ξέχειλου παντελονιού,   άλλες   τόσες   δίπλες  τα   μανίκια  του σακακιού, να πλέει το σκελετωμένο κορμάκι του μες στα φαρδιά ρούχα. Όμως οι Ινδοί στο σπίτι της οδού Ιάσονος δεν ήτανε τώρα κι οι λάκκοι του κήπου είχανε ξαναγεμίσει με το χώμα τους να εξέχουν τούμπα. Τους έλεγες τάφους φρέσκους.
*
Κοιμήθηκε νηστικό πάλι το παιδάκι στ’ άδειο σπιτάκι του. Και ξημέρωσε. Έκανε κρύο πολύ. Την νύχτα το χιόνι πασπάλισε τις σκεπές και το κατάστρωμα των δρόμων. Δεν ήτανε για πουθενά. Όμως αυτό πεινούσε, πεινούσε φοβερά.
Μπήκε στα φαρδιά του ρούχα και πήρε τα μάτια του να βγει. Τί σαν έξω έριχνε κουκουσέλι, εκείνο το παγωμένο αραιό ελαφρό χιόνι, σα μικρό χαλαζάκι;. ..
Έφτασε στην Πλατεία Ρήγα Φεραίου.
Οι Ινδοί στρατιώτες εκεί, είχανε βγει από τους θόλους της κατασκήνωσης τους, τους φτιαγμένους με κουλωτή λαμαρίνα. Είχαν ανάψει φωτιές με στουπί ποτισμένο μαζούτ ανάμεσα σε δυο πέτρες ή δυο τούβλα. Κάθονταν οκλαδόν με λυγισμένα τα γόνατα κι έπαιρναν ζυμάρι από τις καραβάνες τους κι έπλαθαν με ταχύτητα και μαστοριά στις παλάμες τους πίτες, πού τις έψηναν στη γάστρα: έναν πυρωμένο παλιοτενεκέ, μια πλάκα πέτρας ή πάνω σε μιαν άλλη άδεια καραβάνα.
Ο μικρός στάθηκε πάνω απ’ έναν ασιάτη στρατιώτη. Εκείνος δεν τον πρόσεξε στην αρχή, απασχολημένος με την προετοιμασία του πρωινού του φαγητού. Όμως σε λίγο είδε να σαλεύουν τις δυο μυτερές χωρίς τακούνι γόβες. Και σήκωσε τα μάτια να περιεργαστεί ολόκληρη την ασουλούπωτη φιγούρα. Η ματιά τους συναντήθηκε πάλι. Μα τώρα τα γυαλιστερά κάρβουνα των ματιών του Ινδού δεν είχαν αγριάδα. Και να, του γελούσε. Είχε άσπρα, κάτασπρα τα δόντια, μαργαριτάρια !
Την πρώτη πίτα του την έδωσε. Μετά του ξανάδωσε κι άλλη. Χτύπησε το στήθος κι είπε «Μαχάρ». Το παιδί δεν καταλάβαινε. Ξαναχτύπησε το στήθος του εκείνος κι επανέλαβε τη λέξη. Ώσπου ο μικρός κατάλαβε. Χτύπησε. κι αυτός το στήθος του κι είπε «Νίκος». Ο Ινδός σηκώθηκε όρθιος και μια χτυπούσε το δικό του στήθος μια του πιτσιρίκου.
Φώναζε χαρούμενος:
— Μαχάρ-Νίκος!...   Μαχάρ-Νίκος !.. .
Ήτανε πανηγύρι για τους δυο τους η συνεννόηση.  Τρώγανε   και   μπουκωμένοι   φώναζαν μαζί:
— Μαχάρ-Νίκος!... Μαχάρ-Νίκος!... Ό παχύς Εγγλέζος υπαξιωματικός με τις φακίδες στεκόταν εκεί. Τώρα. αυτουνού οι γαλάζιες, γυαλιστερές χάντρες των ματιών του κοίταζαν άγρια. Όλο τό αίμα του θαρρείς ανέβηκε στο κεφάλι. Ή μορφή του άλλαξε, κατακόκκινη. Έβγαλε φωνή οργής κι έπιασε να σπρώχνει τον Ινδό στρατιώτη του προς τους λαμαρινένιους  θόλους.
Ό Νίκος λυπήθηκε, θύμωσε κι αυτός. Δεν καταλάβαινε γιατί τόση αυστηρότητα. Έσκυψε· Πήρε μια πέτρα. Τη ζύγισε. Έκανε η πέτρα μια τροχιά και πήγε και χτύπησε τον Εγγλέζο στο κασκέτο του κεφαλιού του. Δεν κάθισε να δει την γκριμάτσα πόνου του Ευρωπαίου στρατιωτικού. Το 'βαλε στα πόδια. Κι ήθελε και τώρα να φτάνουν τα κανιά του στην πλάτη του. Μα πάλι αυτά τρέχανε το φυσικό τους τρέξιμο. Ωστόσο πήρε τη ματιά του Ινδού φίλου του. Τα γυαλιστερά κάρβουνα τον παρακολούθησαν μια στιγμή από μακριά με θαυμασμό. Κι άκουγε πού πίσω του φώναζε ο ασιάτης φαντάρος ή νόμιζε πώς ..φώναζε:
—"Μαχάρ-Νίκος!... Μαχάρ-Νίκος !.. Μαχάρ-Νίκος !...
Ή φωνή είχε γεμίσει την παγωμένη τούτη Γεναριάτικη μέρα, βούιζε στ' αφτιά του, κατέβηκε στην ψυχή του και την άκουγε με τους χτύπους της μικρής του καρδούλας νι τον ακολουθεί, νι τρέχει κι αύτη μαζί του, θαρρείς:
— Μαχάρ-Νίκος!... Μαχάρ-Νίκος!... Μαχάρ-Νίκος !...

Π. Κ. ΚΑΤΣΙΡΕΛΟΣ

1.  Λίμπερτυ: Μεγάλα φορτηγά πλοία ηλεκτροκόλλητα, πρόχειρα και κατά μεγάλες μάζες ναυπηγημένα στο διάστημα 1942-43 στην Αμερική, για τις ανάγκες του πόλεμου.

2.  U.Ν.R.R.Α.: Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών για την περίθαλψη κι ανασυγκρότηση των απελευθερωμένων κρατών (1943-47).

.3. ΕΛΑΝ-ΕΛΑ'Σ: Μάχιμες ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις της αντιστασιακής οργάνωσης του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο).

4.  Σκόμπυ: Στρ. Ρόναλντ Μάκενζι Σκόμπυ.  Εγγλέζος στρατηγός, διορισμένος τον Αύγουστο του 1944 ως αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων γιά την Ελλάδα,

«Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1990»

Κατσιρέλος, Παναγιώτης
(Σμύρνη 1915 – Βόλος 2007).

Λογοτέχνης. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση της περιόδου 1941-44. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εξέδιδε την εφημερίδα Αναγέννηση και από το 1951 το περιοδικό Πορεία. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Έργα του: Στάση Μαυρομάτη (1974), Ο κύριος εγώ, ήμουν ο ρε (1975), Οι μαυραγορίτες (1976), Οι αρβύλες (1978), Ο Μπουρζουά (1979), Οι ζωντανοί (1981), Σουρβιά (1985), Ο προσφυγικός συνοικισμός (1985), Η πορεία δεν έχει τελειωμό (1987), Ο άδειος δρόμος (1992) και Γνωριμία με τη Μαγνησία (1993). Στις τιμητικές διακρίσεις που έλαβε περιλαμβάνονται το βραβείο Λουντέμη (1979), το μετάλλιο πόλης Νέας Ιωνίας Βόλου, το βραβείο Ιπεκτσί (1981) και το βραβείο Εστίας Νέας Σμύρνης (1982). Μετά το θάνατό του το 4ο Δημοτικό σχολείο Ν. Ιωνίας Βόλου μετονομάστηκε σε 4ο Δημοτικό σχολείο Ν. Ιωνίας – «Παν. Κατσιρέλος»
Το σπίτι του λογοτέχνη Π. Κατσιρέλου  ήταν στην οδό Χρήστου Λούλη 34. Εδώ έζησε όλα του τα χρόνια μέχρι το 2007 που πέθανε ο πρώτος βραβευμένος λογοτέχνης από τη Νέα Ιωνία. Στο «καμαράκι» (κουζίνα και ντιβάνι που κοιμόταν), έγραφε τα μυθιστορήματα και διηγήματα του.
Το σπίτι ανήκει στην ομάδα των «Τετραγώνων» που είναι τα πρώτα σπίτια που χτίστηκαν το 1923-24 και εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες με υλικά πέτρες από τα λατομεία της Γορίτσας και τσιμεντόλιθα. Εκτός από το κουζινάκι το άλλο σπίτι (δωμάτιο) μένει όπως ήταν το 1924. Υπάρχει υπόσχεση της  Δημοτικής Αρχής στους συγγενείς του λογοτέχνη ότι το σπίτι του  «θα γίνει Μουσείο του Λογοτέχνη Παναγιώτη Κατσιρέλου», όπως π.χ. έχει ο Δήμος Σκιάθου το «Σπίτι του Αλ. Παπαδιαμάντη» ως Μουσείο.

Διαδίκτυο

Δεν υπάρχουν σχόλια: