Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ : Η μεταφορά του Κυπριακού σε Πενταμερές πλαίσιο είναι ολέθριο λάθος




Η μεταφορά του Κυπριακού σε Πενταμερές πλαίσιο είναι ολέθριο λάθος
Γράφει ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ Πρέσβυς ε.τ.
Ο μοιραίος Πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης, για να δικαιολογήσει την απαράδεκτη στροφή του, μετά το δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί, προβάλλει μετ’ επιτάσεως το επιχείρημα ότι, για πρώτη φορά, ύστερα από 43 χρόνια, υποχρεώθηκε η Τουρκία να συζητήσει, απευθείας με την Ελληνική πλευρά, τα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας στη Διάσκεψη της Γενεύης.
Προτάθηκε όμως άλλη φορά Πενταμερής Διάσκεψη στην Τουρκία και δεν τη δέχθηκε; Ποτέ η Ελληνική πλευρά δεν πρότεινε Πενταμερή, αντιθέτως, την απέρριπτε σταθερά για πολύ συγκεκριμένους λόγους.
Πρώτον, γιατί η Πενταμερής αφήνει στην άκρη την Κυπριακή Δημοκρατία και αναφέρεται σε Ελληνοκυπριακή και Τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Δεύτερον, γιατί καθιστά ένα διεθνές θέμα, όπως είναι το Κυπριακό, θέμα μόνο των εγγυητριών δυνάμεων, αναγνωρίζοντας εκ νέου σ’ αυτές έναν τέτοιο ρόλο και ιδιότητα, ως η Τουρκία να μην είναι σήμερα κατέχουσα δύναμη στην Κύπρο, κατά ωμή παραβίαση της Συνθήκης Εγγυήσεως. Ακόμη και αν δεχθεί κανείς τον Τουρκικό ισχυρισμό ότι η Τουρκία είχε δικαίωμα στρατιωτικής επεμβάσεως, με βάση την παραπάνω Συνθήκη, θα έπρεπε η επέμβασή της να είχε ως αποκλειστικό σκοπό την αποκατάσταση του προηγουμένου status quo και όχι την κατάληψη της βόρειας Κύπρου και την ανακήρυξη ψευδοκράτους.
Η προσχώρηση επομένως της Ελληνικής πλευράς στην Τουρκική θέση και ο ισχυρισμός, εκ των υστέρων, ότι η αλλαγή αυτή έχει δήθεν πλεονεκτήματα δείχνει σε ποια τραγική κατάσταση έχει οδηγηθεί το Κυπριακό από μια ανερμάτιστη πολιτική συνεχών υποχωρήσεων, υπό την πίεση του ξένου και ειδικότερα του Αμερικανικού παράγοντα, και μάλιστα της απερχόμενης ομάδας Νούλαντ. Ο Κύπριος Πρόεδρος προσπάθησε στην αρχή να δώσει μια άλλη εικόνα για τη Διάσκεψη. Ισχυρίσθηκε ότι δεν θα ήταν Πενταμερής αλλά Πολυμερής και Διεθνής, ερμηνεύοντας καταχρηστικά την παρουσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και των Ηνωμένων Εθνών. Η Ευρωπαϊκή όμως Ένωση συμμετέχει μόνο ως παρατηρητής και τα Ηνωμένα Έθνη υπό την ιδιότητα της προσφοράς καλών υπηρεσιών, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Ποιος θα ασκήσει επομένως πίεση στην Τουρκική πλευρά, που παραμένει πλήρως αδιάλλακτη στις γνωστές θέσεις της; Η Κυπριακή Δημοκρατία, που δεν παρίσταται επισήμως και δέχθηκε να αυτοϋποβιβασθεί σ’ αυτήν σε κοινότητα; Η Ελλάδα, την οποία η Τουρκία θέλει, με αφορμή το Κυπριακό, να σύρει σε διάλογο πάνω σε όλες τις γνωστές διεκδικήσεις της; Η Μ. Βρετανία, που συμπλέει με τον Τουρκικό παράγοντα από την αρχή του Κυπριακού, κατά τη δεκαετία του ’50, και ταυτίζεται πλήρως με το σενάριο «λύσεως» που προωθεί ο Αμερικανικός παράγων;
Η θέση, που υποστήριζε σταθερά μέχρι τώρα η Ελληνική πλευρά, Λευκωσία και Αθήνα, ήταν ότι η Διάσκεψη θα έπρεπε να είναι διεθνής και να συμμετάσχουν σ’ αυτήν, εκτός των τριών εγγυητριών δυνάμεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρες μέρος και τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΗΠΑ, Ρωσία, Μ. Βρετανία, Γαλλία, Κίνα). Η Κύπρος θα συμμετείχε επίσης σ’ αυτήν ως πλήρες μέλος, με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική της υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Τουρκική πλευρά, βεβαίως, την απορρίπτει. Γνωρίζει ότι σε μια πραγματικά Διεθνή Διάσκεψη, με μια τέτοια σύνθεση, δεν θα μπορούσε να προβάλλει αλαζονικά τις θέσεις της για αιώνια στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο και για δικές της εγγυήσεις για μια χώρα που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το γεγονός όμως ότι δεν τη θέλει η Τουρκία είναι επαρκής λόγος για την Ελληνική πλευρά να την εγκαταλείψει και να προσχωρήσει στην Τουρκική θέση, όταν μάλιστα δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι η Άγκυρα είναι έτοιμη να υποχωρήσει στο παραμικρό από τις αδιάλλακτες θέσεις της; Δεν είναι λογικό, στην περίπτωση αυτή, η άλλη πλευρά να σχηματίζει την εντύπωση ότι οι Ελληνικές θέσεις είναι υπό κατάρρευση και να αναμένει και άλλες υποχωρήσεις;
Το μόνο επιχείρημα που προβάλλει ο Κύπριος Πρόεδρος για την αναπά­ντεχη στροφή του είναι η έγνοιά του, όπως είπε, να διασωθεί η τρέχουσα διαδικασία και να αποφευχθεί η επαπειλούμενη ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία. Είναι τραγικά αφελές να πιστεύει κανείς ότι η Άγκυρα θα πάρει μια τέτοια απόφαση, με βάση τις διπλωματικές διαδικασίες για το Κυπριακό. Η Άγκυρα προωθεί μεθοδικά την ενσωμάτωση των κατεχομένων ενισχύοντας τον στρατηγικό της έλεγχο πάνω στη βόρεια, κατεχόμενη Κύπρο. Σε πρώτη φάση, προώθησε τον εποικισμό. Οι έποικοι σήμερα είναι ήδη πολύ περισσότεροι των Τουρκοκυπρίων. Σε δεύτερη φάση, προώθησε την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού για τη μεταφορά νερού από την Τουρκία. Προώθησε, επίσης, την εξάρτηση των κατεχομένων από το Τουρκικό ηλεκτρικό δίκτυο. Σε τρίτη φάση, προωθεί τον στενότερο ακόμη οικονομικό έλεγχο και προετοιμάζεται σε περίπτωση «λύσεως» να αλώσει οικονομικά ολόκληρη την Κύπρο, εκμεταλλευόμενη το ψευδοκράτος, που θα μεταλλαχθεί σε «ισότιμο» συνιστών κράτος, και την Ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση.
Η Άγκυρα δεν έχει προφανώς, στο στάδιο αυτό, κανένα συμφέρον να ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Προκρίνει μια «λύση» με τις προδιαγραφές αυτής που ζητείται και προωθείται από τον Αμερικανό παράγοντα. Οι λόγοι είναι προφανείς. Σε μια τέτοια περίπτωση η Κύπρος θα μεταβαλλόταν σε δορυφόρο και προτεκτοράτο της Άγκυρας. Δεν θα είχε καμιά πραγματική ανεξαρτησία και κυριαρχία. Επιπλέον, θα της άνοιγε την πόρτα όχι μόνο για να αναγάγει το Τουρκοκυπριακό κρατίδιο σε σημαιοφόρο της Άγκυρας στην Ευρώπη αλλά και για να μπει από τη μεγάλη πόρτα στα ενεργειακά αποθέματα της Ανατολικής Μεσογείου, μέσω της ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου. Είναι βέβαιο, άλλωστε, ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα επεδίωκε, μέσω της ΑΟΖ της Κύπρου, να εισβάλει και στην ΑΟΖ της Ελλάδος στην περιοχή αυτή.
Οι ισχυρισμοί Αναστασιάδη για επαπειλούμενη ενσωμάτωση είναι αφενός αβάσιμοι αλλά και αφετέρου δεν είναι λόγος για εγκατάλειψη από την Ελληνική πλευρά βασικών θέσεών της και προσχώρηση στις Τουρκικές θέσεις. Αμέσως μετά τη Γενεύη δεν ήρθαν μόνο οι δηλώσεις Ερντογάν. Ήρθαν, λίγο αργότερα, και οι δηλώσεις Ακιντζί, ο οποίος δήλωσε απροκάλυπτα ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση χωρίς Τουρκικές εγγυήσεις, χωρίς παραμονή Τουρκικού στρατού μετά τη λύση και χωρίς εκ περιτροπής Προεδρία, σε αναλογία μάλιστα 2 προς 1 (δύο δηλαδή Ελληνικές θητείες έναντι μιας Τουρκοκυπρίου Προέδρου). Η Τουρκική αδιαλλαξία δεν εκδηλώνεται μάλιστα μόνο σ’ αυτά. Διεκδικεί, π.χ., στο θέμα των περιουσιών τον τελευταίο λόγο να τον έχει ο Τουρκοκύπριος ή έποικος χρήστης και όχι ο Ελληνοκύπριος ιδιοκτήτης. Στο κεφάλαιο της διακυβερνήσεως, η Τουρκική πλευρά ζητά ουσιαστικά αριθμητική ισότητα ή βέτο σε όλα σχεδόν τα σημαντικά θέματα.
Τι διαπραγματεύεται, επιτέλους, υπό τις συνθήκες αυτές, η Ελληνική πλευρά; Την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας; Μια δήθεν «λύση» που θα ήταν πολύ χειρότερη από το status quo; Μια «λύση» που θα καθιστούσε ολόκληρη την Κύπρο δορυφόρο και προτεκτοράτο της Άγκυρας και θα της άνοιγε τον δρόμο να αρπάξει το φυσικό αέριο της Κύπρου και να μπει από την πίσω πόρτα και στην ΑΟΖ της Ελλάδος στην περιοχή, παρακάμπτοντας το Καστελλόριζο;
Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να επιμένει στον εγκλωβισμό της στην Πενταμερή. Πρέπει να επιδιώξει εύσχημη απαγκίστρωση και να χαράξει μια νέα στρατηγική στο Κυπριακό.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: