Translate -TRANSLATE -

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

ΦΡΟΫΝΤ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ

Η Μαρία Βοναπάρτη, που φρόντιζε για την υστεροφημία του Φρόυντ, τον φωτογραφίζει το 1935 μέσα στο γραφείο του στη Βιέννη.




ΦΡΟΫΝΤ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ: 

Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Μια ψυχαναλύτρια που στέλνει τη λιμουζίνα της για να μεταφέρει τους ασθενείς και έπειτα τους δέχεται ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα στον κήπο του ιδιωτικού της μεγάρου πλέκοντας βελονάκι... Αυτή είναι η καταπληκτική μορφή της Μαρίας Βοναπάρτη, συζύγου του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος που δυσφημίστηκε πολύ στην εποχή της. Και όμως, η γυναίκα αυτή έκανε πολλά για τη διάδοση του έργου του Φρόυντ.


Του ODON VALLET
  

Όταν, το φθινόπωρο του 1925, ο Σίγμουντ Φρόυντ δέχθηκε την επίσκεψη μιας απογόνου του Ναπολέοντα, που είχε παντρευθεί τον γιο του βασιλιά των Ελλλήνων Γεωργίου Α', έδειξε δυσπιστία: εξαιτίας αυτής της πλούσιας κληρονόμου, υπήρχε κίνδυνος να αποκτήσει η ψυχανάλυση κοσμικό χαρακτήρα. Γοητεύθηκε άραγε από την ωραία γυναίκα, που καταγόταν από τη γενιά ενός ήρωα; Το γεγονός είναι ότι ανέλαβε τη Μαρία Βοναπάρτη. Η ψυχανάλυση της κράτησε χρόνια, με μικρά διαλείμματα. Η πριγκίπισσα του ενέπνευσε ίσως ένα από τα τελευταία του κείμενα: Τελειωμένη και ατελείωτη ψυχανάλυση (1937).
Ο Φρόυντ δεν μετάνιωσε ποτέ για την εκλογή του αυτή, αφού η ασθενής του πολλαπλασίασε τις φροντίδες της προς τον άρρωστο και απένταρο επιφανή ψυχαναλυτή. Βρήκε ένα γιατρό, τον Μαξ Συρ, για να τον νοσηλεύσει - ο Φρόυντ έπασχε από καρκίνο -, ένα σκύλο τσόου-τσόου, για να διασκεδάζει τη μοναξιά του, δολάρια, για να ενισχύσει οικονομικά τον εκδοτικό οίκο του και για να πληρώσει αργότερα τα «λύτρα» (που απαιτούσε η κυβέρνηση του Άνσλους), όταν χρειάσθηκε να φύγει από τη ναζιστική Αυστρία (1938). Παρά τα διαβήματα της προς τον Ρομαίν Ρολλάν και τον Τόμας Μαν, δεν κατάφερε να απονεμηθεί το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας στον προστατευόμενο της.

Η Μαρία Βοναπάρτη με τον σύζυγό της πρίγκιπα  Γεώργιο της Ελλάδας 
και ύπατο αρμοστή Κρήτης (1907 Δανία)
 
Χωρίς αμφιβολία όλες αυτές οι προσφορές δεν ήταν ανιδιοτελείς. Ηλικίας 43 ετών, η Μαρία Βοναπάρτη ζητούσε πολλά από τον Φρόυντ: να τη θεραπεύσει από μια ψυχρότητα, για την οποία οι χειρουργοί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε  να τη θεραπεύσει από τον «ζωτικό πόνο», που ήταν συνδεδεμένος με τον θάνατο της μητέρας της στη γέννα και από ένα «σύμπλεγμα ανδρισμού», που δεν ήταν άσχετο με την ομοφυλοφιλία του πατέρα της. Όπως φαίνεται, η ψυχαναλυτική της θεραπεία απέτυχε σε όλα τα επίπεδα. Αργότερα, η Μαρία Βοναπάρτη, που είχε γίνει με τη σειρά της ψυχαναλύτρια, αμφισβήτησε τη χρησιμότητα της και σημείωσε στο τετράδιο της: «Ο Φρόυντ έκανε λάθος. Υπερεκτίμησε τη δύναμη της, τη δύναμη της θεραπείας».
Συγχρόνως όμως η ψυχανάλυση επέτρεψε στη Μαρία Βοναπάρτη να έχει έντονη επαγγελματική δραστηριότητα και να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς της με την οικογένεια της. Για τους Βοναπάρτες, δεν έτρεφε πια καμιά αυταπάτη: «Ο προ-προ-θείος μου Ναπολέων, τι μνημειώδης δολοφόνος!». Αλλά ήταν πιο επιεικής με τον προπάππο της Λουκιανό (αδελφό του αυτοκράτορα) και μάλιστα γοητευμένη από τον παππού της Πέτρο-Ναπολέοντα, που είχε σκοτώσει με μια σφαίρα, το 1870, τον δημοσιογράφο Βικτόρ Νουάρ, ζητώντας του να επανορθώσει ένα προσβλητικό άρθρο.
Μήπως από το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγηθεί ο οίκτος που ένιωθε η Μαρία Βοναπάρτη για τους υποτιθέμενους δολοφόνους; Πράγματι, επενέβη (χωρίς επιτυχία) υπέρ πολλών θανατοποινιτών σε ολόκληρο τον κόσμο, κυρίως υπέρ των Ιταλοαμερικανών αναρχικών Σάκο και Βαντσέτι (1927) και υπέρ του Καλιφορνέζου διαρρήκτη Κάρυλ Τσέσμαν (1960). Επισκέφθηκε επίσης τη σύζυγο του Γκαστόν Ντομινιτσί, του αγρότη από την Προβηγκία, που καταδικάσθηκε για την τριπλή δολοφονία τριών Άγγλων τουριστών (1952).
Αλλά η πριγκίπισσα ένιωθε οίκτο για όλους τους προγραμμένους του κόσμου, κυρίως τους Εβραίους. Είχε συγγράψει μια μελέτη για τα ψυχολογικά αίτια του αντισημιτισμού (1951) ενώ, το 1939, είχε ζητήσει από έναν Αμερικανό διπλωμάτη να ιδρύσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες ένα Εβραϊκό Κράτος για όλους τους εξόριστους της Κεντρικής Ευρώπης, αγοράζοντας την έρημο της Κάτω Καλιφόρνιας, στο Μεξικό. Κόρη υπερασπιστών του Ντρέυφους διαιωνίζει, στον τομέα αυτό, την παράδοση ανοχής της οικογένειας Βοναπάρτη, ιδιαίτερα του Ναπολέοντα, που είχε θεσπίσει νόμους υπέρ της εβραϊκής κοινότητας.

 Ένα δωμάτιο του σπιτιού του Φρόυντ στη Βιέννη. Εδώ ο πατέρας της ψυχανάλυσης δεχόταν τη διακεκριμένη ασθενή και μαθήτρια του.



Μια πριγκίπισσα στην πολυθρόνα της
Η Μαρία Βοναπάρτη, ψυχαναλύτρια και φίλη των Εβραίων, που είχε αφορισθεί εξαιτίας του γάμου της με έναν Ορθόδοξο πρίγκιπα, τον Γεώργιο της Ελλάδας και ύπατο αρμοστή Κρήτης, δεν έχαιρε πολύ μεγάλης υπόληψης στους αριστοκρατικούς και Καθολικούς κύκλους. Η ιδιωτική της ζωή συνέβαλε και αυτή ώστε να αποκλεισθεί από το κοινωνικό της περιβάλλον. Είχε πολλούς εραστές και μεταξύ άλλων, στην εποχή του Μεσοπολέμου, τον Γάλλο πρωθυπουργό Αριστείδη Μπριάν, που μόλις είχε δικασθεί επί μοιχεία. Για την Καθολική κοινή γνώμη η ερωμένη ενός πρωθυπουργού «ειρηνιστή» και εισηγητή του νόμου για τον χωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος, ισοδυναμούσε με τον Σατανά.
Αλλά ο ρόλος της ως μαικήνα υπήρξε συχνά διφορούμενος. Δημιούργησε εξάρτηση των ψυχαναλυτών ως προς την ίδια και ο Ζακ Λακάν της έκανε έντονη κριτική αποκαλώντας τη «μαγείρισσα» και «ιονεσκικό πτώμα». Η αλήθεια είναι ότι οι συνάδελφοι της πριγκίπισσας έμεναν κατάπληκτοι, όταν εκείνη έστελνε τη λιμουζίνα της για να μεταφέρει τους ασθενείς, ή όταν τους δεχόταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα, στον κήπο του μεγάρου της, πλέκοντας βελονάκι...

 Η Μαρία Βοναπάρτη

Στην πραγματικότητα, η Μαρία Βοναπάρτη έπαιζε τον αντιφατικό ρόλο ενός σπάταλου εισοδηματία. Ένα ρόλο που είχε ήδη παίξει η γιαγιά της Φελίξ Μαρία Μπλαν, (από την οικογένεια της μητέρας της), σύζυγος του ιδιοκτήτη της Εταιρείας Θαλασσίων Λουτρών καθώς και του Καζίνου του Μόντε Κάρλο. Η γιαγιά, «πραγματική φαλλοκράτισσα» κατά τη γνώμη της εγγονής, που όμως της έμοιαζε τόσο, ξόδευε αφειδώς το προϊόν αυτού του «βρώμικου χρήματος», όπως θα λέγαμε σήμερα. Την περιουσία αυτή, που η οικογένεια είχε κερδίσει χάρη στα τυχερά παιχνίδια, η Μαρία Βοναπάρτη δεν τη θεώρησε ποτέ ούτε τίμια κερδισμένη ούτε ότι την είχε κληρονομήσει επάξια. Τη σπατάλησε υπέρ διαφόρων ιδρυμάτων: χρηματοδότησε κυρίως το εργαστήριο των χιμπατζήδων του Ινστιτούτου Παστέρ χάρη στο οποίο ο Αλμπέρ Καλμέτ και ο Καμίγ Γκερέν τελειοποίησαν, το 1927, το εμβόλιο ΒCG. (βάκιλλος Καλμέτ-Γκερέν).
Αλλά η ζωή της πριγκίπισσας δεν ήταν και πολύ εύκολη στους κύκλους των ψυχαναλυτών. Συνιδρύτρια της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού (1927), ήρθε γρήγορα σε σύγκρουση με τον κατοπινό πρόεδρο της, τον Εδουάρδο Πισόν, που ήταν μέλος της ακροδεξιάς οργάνωσης Γαλλική Δράση και αντισημίτης, αν και οπαδός του Φρόυντ. Ανάμεσα στον βασιλόφρονα και τη βοναπαρτίστρια, οι σχέσεις ήταν τεταμένες και πολύ περισσότερο επειδή η Μαρία Βοναπάρτη διατηρούσε δεσμό με τον γραμματέα-ταμία της Εταιρείας, τον Ροδόλφο Λεβενστάιν, μέλλοντα ψυχαναλυτή των παιδιών της.
Παρ' όλα αυτά, η Μαρία Βοναπάρτη είχε αφιερωθεί χωρίς υπολογισμούς στους σκοπούς της ψυχανάλυσης. Επειδή γνώριζε γερμανικά, μετέφρασε μόνη της ή σε συνεργασία, πολλές εργασίες του Φρόυντ, μεταξύ των οποίων το Μια παιδική ανάμνηση του Λεονάρντο Nτα Βίντσι και το “Μέλλον μιας ψευδαίσθησης”. Χάρη στη Μαρία Βοναπάρτη, έγιναν γνωστές στη Γαλλία οι περίφημες περιπτώσεις του ανθρώπου με τα ποντίκια, του λυκανθρώπου και του μικρού Χανς. Προπάντων όμως έθεσε την περιουσία της στη διάθεση του «σκοπού». Το 1934, συμμετέσχε στη χρηματοδότηση ενός Ινστιτούτου Ψυχανάλυσης στο Παρίσι και, το 1949, χρηματοδότησε μαζί με τον Γκυ ντε Ρότσιλντ την επαναλειτουργία του. Για τους μη εύπορους ψυχαναλυτές δημιούργησε ένα σύστημα υποτροφιών χάρη στο οποίο η Φρανσουάζ Ντολτό συνέχισε τις ψυχαναλυτικές της έρευνες.

 Η Γαλλίδα πριγκίπισσα με τον Τόψυ, τον σκύλο που είχε χαρίσει στον Φρόυντ, για να του κρατάει συντροφιά στα γηρατειά του.



Η άρνηση της Γερμανικής Κατοχής
Από τις αξιόλογες ενέργειες της Μαρίας Βοναπάρτη, δύο, τουλάχιστον, έχουν γενικά αναγνωρισθεί. Η πρώτη έχει σχέση με την εκούσια εξορία της στη Νότιο Αφρική κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την άρνηση της να ασκήσει οποιαδήποτε ψυχαναλυτική δραστηριότητα στην κατεχόμενη Γαλλία. Αν και η απόφαση της αυτή είχε ως συνέπεια την «εγκατάλειψη» των ασθενών της, της επέτρεψε όμως να αποφύγει τη σύσταση μιας «άρειας» ψυχανάλυσης κατά το γερμανικό πρότυπο. Η δεύτερη αξιόλογη πράξη της έχει σχέση με την αλληλογραφία μεταξύ Φρόυντ και Βίλχελμ Φλίις, παιδικού φίλου, με τον οποίο ο νεαρός γιατρός Σίγμουντ είχε κάνει την «αυτοανάλυσή» του. Όταν δημοσιεύθηκαν τα γράμματα αυτά, αποτέλεσαν ένα σπουδαίο ντοκουμέντο, χωρίς το οποίο η γένεση της ψυχανάλυσης θα ήταν αδιανόητη.
Αντίθετα υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει μια εχθρότητα «αρχής»: την εποχή του Μεσοπολέμου, πολλοί συνάδελφοί της διαμαρτύρονταν γιατί η Μαρία Βοναπάρτη δεν ήταν ούτε άνδρας ούτε γιατρός, ενώ όλοι εκείνοι ήταν. Για πολύ καιρό αναγκάσθηκε να πολεμήσει και στα δύο αυτά μέτωπα, να υπερασπίσει το δικαίωμα άσκησης της ψυχανάλυσης από κάποιον που δεν είναι γιατρός και έπειτα να γράψει μια εργασία για τη Σεξουαλικότητα της γυναίκας (1951). Αυτή ακριβώς η άτυπη πλευρά της Μαρίας Βοναπάρτη είχε γοητεύσει τον Φρόυντ, που τον ενοχλούσε ο συντηρητισμός του ιατρικού «ιερατείου» και ο αδιάκοπος «φαλλοκρατικός» ανταγωνισμός σ' εκείνο το αρσενικό περιβάλλον, όπως ήταν τότε ο στενός κύκλος των ψυχαναλυτών. Η Μαρία Βοναπάρτη υπήρξε η ηγερία του Φρόυντ.


Σήμερα, η Μαρία Βοναπάρτη δίνει μάλλον την εντύπωση προδρόμου, αφού η πλειονότητα των ψυχαναλυτών είναι γυναίκες που δεν είναι γιατροί. Σαν θεωρητικό όμως την κατηγορούν για τις αδυναμίες της: καθώς δεν είχε πανεπιστημιακή παιδεία, δεν μπόρεσε να ανταγωνισθεί τους Γάλλους διανοουμένους της μεταπολεμικής περιόδου. Έχει σημασία το γεγονός ότι το σεμινάριο του Ζακ Λακάν για το Κλεμμένο γράμμα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε έχει γίνει παγκόσμια γνωστό, ενώ έχει λησμονηθεί η τρίτομη ψυχαναλυτική μελέτη της Μαρίας Βοναπάρτη “Έντγκαρ Άλλαν Πόε, η ζωή και το έργο του, μια ψυχαναλυτική σπουδή (1933)”. Τα Απομνημονεύματα της (έκδοση 1958) δεν είχαν καμιά απήχηση. «Προτιμούν τη Φρανσουάζ Σαγκάν», εξηγούσε η ίδια. Όσο για τη μοναδική και σοβαρή βιογραφία που γράφτηκε για αυτή, η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας την εξόρισε στο ράφι των βιβλίων «προς διαγραφήν».
Αποτελούν άραγε αμελητέα πραγματικότητα η ζωή και το έργο μιας γυναίκας που συντρόφευσε τον πατέρα της ψυχανάλυσης ως το τελευταίο του ταξίδι και πρόσφερε ένα ελληνικό αγγείο για να τοποθετηθεί η τέφρα του;



ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ 
ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ



Η Πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη (2 Ιουλίου 1882 – 21 Σεπτεμβρίου 1962) ήταν Γαλλίδα ψυχαναλύτρια, που συνδέθηκε άμεσα με τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο πλούτος της Μαρίας και η δημοτικότητα της ψυχανάλυσης, συνέβαλλαν στη διαφυγή του Φρόυντ από τη ναζιστική Γερμανία.
Ήταν κόρη του Ρολάνδου Βοναπάρτη (19 Μαΐου 1858 – 14 Απριλίου 1924) και της Μαρί Φελίξ Μπλάνκ (1859 – 1882). Γεννήθηκε στο Σαιν Κλου, προάστιο των Παρισίων στη Γαλλία. Η μητέρα της πέθανε από επιπλοκή κατά τη γέννησή της.

 Ο θυρεός του Οίκου Βοναπάρτη

Η Μαρία ήταν μικρανηψιά του Ναπολέοντα Α΄ της Γαλλίας. Ο παππούς της ήταν ο Πιέρ Ναπολέων Βοναπάρτης, γιος του Λουσιέν Βοναπάρτη και ανιψιός του Ναπολέοντα Α΄.
Ο παππούς της, από τη μητέρα της, ήταν ο Φραγκίσκος Μπλανκ, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής ακινήτων του Μόντε Κάρλο.
Στις 21 Νοεμβρίου 1907, στο Παρίσι, παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας και με θρησκευτική τελετή στις 12 Δεκεμβρίου 1907, στην Αθήνα. Έκτοτε επίσημα ήταν επίσης γνωστή ως «Πριγκίπισσα Γεωργίου Μαρία».


Έκαναν μαζί δύο παιδιά:

  •     Πρίγκιπας Πέτρος (1908 – 1980)

  •     Πριγκίπισσα Ευγενία (1910 – 1988)

Ανάμεσα στις πολλές υπηρεσίες της στην ψυχανάλυση ήταν η καταβολή λύτρων για την απελευθέρωση του Σίγκμουντ Φρόυντ από τη ναζιστική Γερμανία, η υποστήριξη των ανθρωπολογικών εξερευνήσεων του Geza Roheim, και η διαφύλαξη των επιστολών του Φρόυντ προς τον Wilhelm Fliess, παρά την επιθυμία του Φρόυντ να καταστραφούν. Ο Φρόυντ είπε στη Μαρία Βοναπάρτη: «η μεγάλη ερώτηση που δεν έχει απαντηθεί ποτέ και που δεν είμαι σε θέση ακόμα να απαντήσω, παρά τα τριάντα έτη έρευνάς μου στη θηλυκή ψυχή, είναι: τι θέλει μια γυναίκα;».
Το 1926 ίδρυσε το Γαλλικό Ίδρυμα Ψυχανάλυσης (Société Psychoanalytique de Paris SSP).
Στις 2 Ιουνίου 1953, η Μαρία και ο Πρίγκιπας Γεώργιος αντιπροσώπευσαν τον ανηψιό τους, Βασιλιά Παύλο Α΄ της Ελλάδας, στη στέψη της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, στο Λονδίνο. Κουρασμένη από τη διάρκεια της τελετής, η Μαρία πρότεινε μια σύντομη ψυχανάλυση στον κύριο που είχε καθίσει δίπλα της, που ήταν ο μελλοντικός Γάλλος Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Ο Μιτεράν ενέδωσε στην Μαρία, και οι δυο τους πολύ λίγο παρακολούθησαν οποιοδήποτε μέρος της στέψης, αφού βρήκαν τις δραστηριότητές τους πολύ πιο ενδιαφέρουσες από τη μεγάλη και επίσημη τελετή.
Ήταν ψυχαναλύτρια μέχρι το θάνατό της το 1962, όταν πέθανε από λευχαιμία στο Γκασέν του Σαιν-Τροπέ. Αποτεφρώθηκε στη Μασσαλία και η τέφρα της ενταφιάστηκε στον τάφο του Πρίγκιπα Γεωργίου στο Τατόι.
Η ιστορία της σχέσης της με τον Σίγκμουντ Φρόυντ και ο τρόπος με τον οποίο βοήθησε στη διαφυγή του ίδιου και της οικογένειάς του, έγινε κινηματογραφική ταινία το 2004, με τίτλο Πριγκίπισσα Μαρία, σε σκηνοθεσία του Benoît Jacquot, με πρωταγωνιστές την Κατρίν Ντενέβ ως Μαρία Βοναπάρτη και τον Χέινζ Μπένεντ ως Σίγκμουντ Φρόυντ.
Η Μαρία Βοναπάρτη έγραψε αρκετά έργα:
  • Guerres militaires et guerres sociales, Paris Flammarion 1920
  • Le printemps sur mon jardin, Paris Flammarion 1924
  • Edgar Poe, Etudes psychanalytique (2 volumes) Paris Denoel et Steele, 1933
  • Topsy , Chow-Chow au poil d'or, Paris Denoel et Steele, 1937
  • La mer et le rivage Paris imprime pour l' auter, 1940
  • Mythes de guerre, Imago Publishing Co, 1946
  • Les glanes des jours, Imago Publishing Co, 1950
  • Chronos Eros, et Thanatos,Imago Publishing Co, 1951
  • Molongues devant la vie et la mort, Imago Publishing Co, 1951
  • Les glauges aventures de Flyda des mers, Imago Publishing Co, 1950
Πηγές :
Ιστορία Εικονογραφημένη
Βικιπαίδεια
Bertin, Celia, Marie Bonaparte: A life, Yale University Press, New Haven, 1982. ISBN 0-15-157252-6
Ανδρέας Εμπειρίκος, «Μαρία Βοναπάρτη. Βιογραφικό σημείωμα», Εποχές, (Οκτώβριος 1963), σελ. 36–38


Δεν υπάρχουν σχόλια: