Translate -TRANSLATE -

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

17 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΞΕΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ


17 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΞΕΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ
Κάθε χρόνο, κατά τις παραμονές της 25ης Μαρτίου, αυτοσχέδιοι ιστορικοί δια του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, επαναθέτουν, ως εθιμικό στοιχείο, το άσκοπο και άστοχο ερώτημα: αν ή Επανάσταση ξεκίνησε από την Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου κι αν ήταν ό Παλαιών Πατρών Γερμανός αυτός πού σήκωσε το λάβαρο κι αν όντως υψώθηκε ποτέ το επιδεικνυόμενο σήμερα λάβαρο.
Οι ενστάσεις και οι αμφισβητήσεις δεν ξεκινούν από επιστημονικό αλλ' από ιδεολογικό πάθος. Παλαιότερα και από τοπικιστικό «πατριωτισμό» μιας και υπήρχε από παλιά μια διαμάχη μεταξύ Καλαβρυτινών και Καλαματιανών για το αν η Επανάσταση ξεκίνησε πρώτα από την περιοχή τού ενός ή του άλλου.
Η παρέμβαση των Μανιατών οροθέτησε νέα έναρξη: Τσίμοβα Μάνης 17 Μαρτίου. Βέβαια, όπως διατείνονται πολλοί οι Μανιάτες δεν χρειάζονταν νέα επανάσταση, αφού βρίσκονταν σε συνεχή επανάσταση επί τέσσερεις αιώνες. Απλώς διακήρυξαν τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση και ένωσαν τις δυνάμεις τους με τις λοιπές επαναστατικές δυνάμεις προς απελευθέρωση αλύτρωτων ελληνικών περιοχών.


Η Τσίμοβα ή Αρεόπολη όπως ονομάζεται σήμερα είναι χωριό της Ανατολικής Μάνης του νομού Λακωνίας της Πελοποννήσου. Είναι ένας ιστορικός οικισμός, που διατήρησε την ανεξαρτησία του επί Τουρκοκρατίας και υπήρξε πατρίδα των Μαυρομιχαλέων.
Επί Τουρκοκρατίας λεγόταν Τσίμοβα ή Τζίμοβα. Κατά μια εκδοχή, η ονομασία οφειλόταν σε πρόσφυγες που ήρθαν από το Τσιμόβασι της περιοχής της Σμύρνης. Επικρατέστερη όμως είναι η εκδοχή ότι η Τσίμοβα είναι σλαβική λέξη και σημαίνει «πόλη του διαβόλου» ή «μικρός κάμπος». Η παλαιότερη αναφορά για την Τσίμοβα υπήρχε σε ένα χαμένο σήμερα χειρόγραφο της μονής Ντεκούλου, όπου αναφέρονται το 1200 ως κάτοικοί της οι οικογένειες Αλέπη, Μπαρέλου, Τσατσούλη, Φουρναράκου, Χρυσικάκη, Κουτσουλιέρη και ο Εβραϊκής καταγωγής Πουλαντζάς. Η πρώτη έγκυρη αναφορά είναι ένα έγγραφο του 1336, όπου οι βασιλείς της Νάπολης παραχωρούν στον Νικολό Ατσαγιόλι σειρά από αγρούς στην Καλαμάτα και τη Μάνη, μεταξύ των οποίων και περιοχές στο χωριό Τσίμοβα.
Γενικά για το πότε κτίστηκε η πόλη δεν είναι γνωστό γιατί μόνο παραδόσεις υπάρχουν. Κατά μια εκδοχή κτίστηκε από τους απογόνους του Μιχάλη Καρδιανού (γενάρχη των πλέον επιφανών οικογενειών και ιδρυτή των περισσοτέρων χωριών της Μάνης). Κατ' άλλη εκδοχή από τους απογόνους δύο αδελφών που καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους έφυγαν από την Καλλίπολη της Θράκης και εγκαταστάθηκαν στο Οίτυλο. Ο εκπληκτικός τους πολλαπλασιασμός τους ανάγκασε να φύγουν από το Οίτυλο και να ιδρύσουν την Τσίμοβα. Από αυτούς προήλθαν οι τέσσερις οικογένειες της Τσίμοβας: Τωρναριάνοι, Τσαλαπιάνοι, Πουνεντιάνοι, Γεωργιάνοι.


Σε αυτόν τον χώρο συγκροτήθηκαν οι πρώτες ένοπλες ομάδες όπου και ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης, στις 17 Μαρτίου 1821. Η Σημαία αυτή της Αρεόπολης ήταν λευκή με μπλε σταυρό στη μέση. Στη πάνω πλευρά έγραφε «ΝΙΚΗ Η’ ΘΑΝΑΤΟΣ» και στη κάτω το ένδοξο «ΤΑΝ ‘Η ΕΠΙ ΤΑΣ». Η σημαία αυτή διασώθηκε και εκτίθεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών.
  

Ας δούμε όμως το χρονικό της ημέρας. Στις 17 Μαρτίου του 1821 στην Αρεόπολη συγκεντρώθηκαν οι πρόκριτοι της Μάνης και όλοι οι ένοπλοι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που είχε εκλεγεί αρχηγός από τη Συνέλευση των Κιτριών. Σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες οι πρόκριτοι της περιοχής, που τελούσε υπό προνομιακό καθεστώς, ζήτησαν από τον ηγέτη τους να ξεκινήσει πρώτη η Μάνη τον αγώνα της απελευθέρωσης, κάτι που ήταν σύμφωνο και με τους σχεδιασμούς της Φιλικής Εταιρείας. Έτσι μετά από πρόσκληση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη συγκεντρώθηκαν όλοι οι Μανιάτες οπλαρχηγοί στην Τσίμοβα, κι αποφάσισαν την έναρξη του αγώνα κατά των Τούρκων, που οδήγησε στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και τη δημιουργία της Μεσσηνιακής Γερουσίας. Εκεί μετά τη δοξολογία, μπροστά στον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών, ύψωσαν το λάβαρο του Αγώνα, δηλαδή τη Μανιάτικη Σημαία και κήρυξαν το πόλεμο στη Τούρκικη αυτοκρατορία. Γι’ αυτό τον λόγο η σημαία τους έγραφε «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ» και όχι «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ», επειδή η Ελευθερία για τους Μανιάτες ήταν δεδομένη. Επανάσταση έκαναν οι υπόλοιποι Έλληνες που διεκδικούσαν την Ελευθερία τους ενώ οι Μανιάτες ζούσαν μέσα σε ένα διαρκή αγώνα.


Εκεί μπροστά στον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών έδωσαν τον παρακάτω όρκο που απάγγειλε ο ιερός κλήρος και επαναλάμβαναν οι αρματωμένοι Μανιάτες:

«Ορκίζομαι,
εις το όνομα του Παντοδύναμού μας Θεού,
εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
και της Αγίας Τριάδος,
να χύσω και την υστέραν ρανίδα του αίματός μου,
υπέρ πίστεως και Πατρίδος.
Ορκίζομαι,
να μη βλέψω εις τα όπισθεν
εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος
και της Θρησκείας μου.
Ορκίζομαι,
«Ταν ή επί Τας» και «Νίκη ή Θάνατος»
υπέρ Πίστεως και Πατρίδος».

Ευθύς αμέσως ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και χιλιάδες Ελλήνων κινούνται προς την πρωτεύουσα της Μεσσηνίας, την Καλαμάτα.
Πέντε μέρες μετά καταλαμβάνουν τους γύρω λόφους. Ο Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου μόνο τότε καταλαβαίνει τι συμβαίνει και πιθανόν θυμάται την ιστορία με ένα φορτίο συνοδευόμενο από ενόπλους που είχαν αφήσει να περάσει οι αρχές πριν από μερικές μέρες. Είναι πλέον αδύνατο να διαφύγει. Αλλά ακόμα και να μην ήταν αποκλεισμένος, καταλαβαίνει ότι η δύναμη που είχε φέρει από την Μάνη, υπό τον Μαυρομιχάλη, μάλλον δεν έχει έρθει για τον σκοπό που την κάλεσε. Αναγκάζεται έτσι να παραδοθεί αμαχητί.
Το μεσημέρι της ίδιας μέρας οι δυνάμεις των εξεγερμένων Ελλήνων θα πραγματοποιήσουν την Εθνική Συνέλευση στην Καλαμάτα, όπου θα συγκροτηθεί η πρώτη επαναστατική κυβέρνηση και οι οπλαρχηγοί θα κατευθυνθούν προς τη Σκάλα Μεσσηνίας και την Καρύταινα (με επικεφαλής των Θεόδωρο Κολοκοτρώνη), προς την Τριπολιτσά (με τους Παπαφλέσσα, Αναγνωσταρά και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη) και προς την Κορώνη και Μεθώνη. Παράλληλα στα Καλάβρυτα μαίνεται από τις 21 Μαρτίου μάχη για την απελευθέρωση της πόλης. Η Επανάσταση των Ελλήνων έχει ξεκινήσει…

 Προειδοποίησις εις τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς,
Εκ μέρους του φιλογενούς αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων
Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου

Ο ανυπόφορος ζυγός της Οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και απέκεινα αιώνος, κατήντησεν εις μιαν ακμήν, ώστε να μην μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοπονήσιους Γραικούς, ει μη μόνον πνοή και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς.
Εις τοιαύτην όντες κατάστασιν στερημένοι από όλα τα δικαιά μας, με μιαν γνώμην ομοφώνος απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας.
Αι χείρες ημών αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη, και υψώθηκαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν υης.
Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων, προς εξιλέωσιν των βαρβάρων τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της Ελευθερίας.
Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν. Τούτου ένεκεν προσκαλούμεν επιπόνως την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαίων γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον Ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας.
Να αναστήσωμεν το ταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας. Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχει την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν, και ημείς θέλομεν σας ομολογή άκραν υποχρεώσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξη πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας.
1821: Μαρτίου 23: Εν Καλαμάτα Εκ του Σπαρτιατικού Στρατοπέδου Πέτρος Μαυρομιχάλης Αρχιστράτηγος του Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατού.


Και αυτά σχετικά με τον ξεσηκωμό της 17ης Μαρτίου από τους Μανιάτες. Όμως όπως επισημαίνει ο Σαράντος Καργάκος η επανάσταση δεν ξεκίνησε ούτε στις 17 Μαρτίου του 1821 όπως λένε οι Καλαματιανοί αλλ’ ούτε στις 25 Μαρτίου οι Καλαβρυτινοί. Όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι κάποτε ενοχλητικά (λόγω του μονόχνωτου ιδεολογικού ή τοπικιστικού τους χαρακτήρα), κάποτε μπορεί να είναι και συγκινητικά, άλλα σε μεγάλο βαθμό άδικα. Διότι ή Επανάσταση κηρύχθηκε επίσημα από τον αρχηγό της (κι όχι από κάποιον οπλαρχηγό), τον πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη στις 22 Φεβρουαρίου 1821. Ό Υψηλάντης, επικεφαλής σώματος ιππέων, από το ρωσικό έδαφος πέρασε με πλεούμενο τον Προύθο και πάτησε στο έδαφος της Μολδαβίας.
Μαζί του είχε τους αδελφούς του Γεώργιο και Νικόλαο, ενώ ένας τρίτος αδελφός, ο Δημητριός, ως εκπρόσωπος του Αλεξάνδρου, κατευθυνόταν προς την Πελοπόννησο. Οι αδελφοί Υψηλάντη με τους ιππείς τους μπήκαν στο 'Ιάσιο, όπου ο ηγεμόνας Μιχαήλ Σούτσος (Μιχαήλ Βόδας) τάχθηκε στο πλευρό του αρχηγού. Οι Έλληνες κάτοικοι και πολλοί εντόπιοι επεφύλαξαν θερμή υποδοχή στους επαναστάτες.


Τα ένοπλα ηγεμονικά τμήματα των Αρβανιτών προσχώρησαν στον Υψηλάντη και σχημάτισαν τον πρώτο επαναστατικό στρατό, στον όποιο προσήλθε ένας μεγάλος αριθμός εθελοντών, έτσι πού να σχηματισθεί μία δύναμη «υπέρ τας δύο χιλιάδας» γράφει ένας επιφανής λόγιος πού έζησε από κοντά τα γεγονότα στις Ηγεμονίες, ο Ηλίας Φωτεινός από την Πάτρα πού έγραψε το ιστόρημα «Άθλοι της έν Βλαχία Ελληνικής Επαναστάσεως...». Ο εν λόγω Φωτεινός είναι συχνά δυσμενής στις κρίσεις του για τους Έλληνες και ευμενής στις κρίσεις του για τους εντοπίους. Πάντως, είναι μία πρωτογενής πηγή πού δεν μπορεί να αγνοηθεί. Γράφει, λοιπόν, ότι από τη δύναμη αυτή ο Υψηλάντης «εσχημάτισεν έν μέρος, ονόμασαν αυτό Ιερόν Λόχον (τους καί Μαυροφόρους επιλεγόμενους) καί ένέδυσε μέ στολήν μελανήν, θέσας καί εις τό άκρον του έπί της κεφαλής καλύμματος, τρίχωον σφαιροειδές σύμβολον ελευθερίας (κοκκάρδαν) άπό χρώμα κόκκινον, κυανοϋν καί λευκόν, κατά δε τό μέτωπον του καλύμματος, δύο οστά μέ κρανίον, άπό άργυρον, ή λευκοσίδηρον (τενεκέν), σημαίνοντα, ή έλευθερίαν ή θάνατον». Αρχηγός των ιερολοχιτών ορίστηκε ο πρίγκιπας Γεώργιος Καντακουζηνός.


Λίγες ήμερες μετά, στις 26 Φεβρουαρίου έγινε συγκινητική τελετή στη Μονή των Τριών Ιεραρχών υπό τις ευλογίες του μητροπολίτη Βενιαμίν. Ό αρχηγός κοινώνησε των άχραντων μυστηρίων, οι αρχιερείς και ιερείς ευλόγησαν το ξίφος του και την επαναστατική σημαία πού ήταν τρίχρωμη: λευκή, κόκκινη και μαύρη. Στη μια όψη είχε τον Κωνσταντίνο και την Ελένη και στην άλλη τον Φοίνικα με τη φράση: «Εκ της κόνεώς μου άναγεννώμαι» (κόνις-εως=σκόνη. Βλ. κονιορτός, κουρνιαχτός). Το λευκό της σημαίας συμβόλιζε το δίκαιο του Αγώνα, το κόκκινο την αυτοκρατορική πορφύρα (κατ' άλλους την επανάσταση γενικά) και το μαύρο τον υπέρ της πατρίδας και της ελευθερίας θάνατο.
Στις 24 Φεβρουαρίου από το «Γενικόν Στρατόπεδον του Ιασίου», ό Αλέξανδρος Υψηλάντης εξέδωσε μια ενθουσιώδη προκήρυξη πού είχε τίτλο: «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ», η όποια εμπεριέχει και την περίφημη φράση πού ετάραξε τον τσάρο: «Κινηθήτε, ώ φίλοι, καί θέλετε ίδεί μίαν κραταιάν δύναμιν νά ύπερασπισθη τά δίκαια μας!». Ό υπαινιγμός αφορούσε στην ενίσχυση του κινήματος από την ομόδοξη Ρωσία. Μετά την προκήρυξη αυτή η Επανάσταση έπαυσε πια να είναι σχέδιο και μυστικό κι έγινε πράξη.
Πηγές:
Σαράντος Ι. Καργάκος : Η Ελληνική επανάσταση του 1821

Δεν υπάρχουν σχόλια: