Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

ΛΥΝΤΙΑ ΑΥΛΩΝΙΤΗ : Στά βρόγχια της Ποίησης




Στά βρόγχια της Ποίησης

Γράφει η ΛΥΝΤΙΑ ΑΥΛΩΝΙΤΗ

Με διαβατήριο δυό πρωτόλεια ποιηματάκια, δημοσιευμέ­να στο περιοδικό «Παιδικός Κόσμος», πού καθηγητής μου χαρακτήρισε «ποίηση δόκιμου ποιητή», έκφραση άγνωστη μου, πού με τρόμαξε και μερικά ποιηματάκια εξ' ίσου ασήμαντα, γραμμένα με μολύβι σ' ένα δωδεκάφυλλο μαθητικό τετράδιο, πού όμως κί­νησαν την προσοχή του πατέρα συμμαθήτριας μου, είχα την τιμή να γίνω δεκτή ατή Λογοτεχνική Συντροφιά του Κωστή Βελμύρα.

"Ήμουν μαθήτρια της Γ' Γυμνασίου, όταν μια Παρασκευή από­γευμα έκανα το αδιανόητο τόλμημα. Αντί να πάω στην εκκλησία, στους χαιρετισμούς της Παναγίας με το σχολείο «σαν καλή και φρόνιμη κόρη...», όπως έκτοτε μου θύμιζε συχνά η γιαγιά, το σκάω και παίρνω την οδό Βεΐκου, χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες της πράξεως μου.

«Κάπου εκεί, πλάι στον Άγιο Γιάννη είναι το σπίτι μας», μου εξήγησε ή Βάννα, πού ποτέ δεν ερχόταν στην εκκλησία.

Κοιτάζοντας μόνο μπροστά μου, τρέμοντας ολόκληρη, άλλα αποφασισμένη, ανεβαίνω βιαστικά την Βεΐκου.

Στην πλατεία συναντώ το Μιχάλη. «Διάβασες τους «Βραδυνούς Θρύλους» του Χατζόπουλου;», ρωτά και περπατάμε μαζί τη Βεΐκου.

«Πώς θα τον αποφύγω...» σκέφτομαι και αναζητώ με τα μά­τια τον αριθμό του σπιτιού της φίλης μου. Τέλος σταματώ μπρο­στά στην πόρτα, πού ζητούσα. Σταματά και ο Περάνθης. «Ποιο απ' τα κουδούνια να χτυπήσω για σένα;...» ρωτά. «Αυτό πού γρά­φει Κωστής Βελμύρας», ψέλλισα τρέμοντας.

Η πόρτα ανοίγει. Ανεβαίνω την ξύλινη σκάλα, πού μου φάνη­κε ατέλειωτη και πίσω μου ο Μιχάλης Περάνθης. Στο κεφαλόσκαλο περιμένει η Βάννα. Στο γραφείο του Κωστή Βελμύρα μια μικρή συντροφιά νέων ανθρώπων μας καλωσορίζει και νοιώθω να βουλιάζω στο πέλαγος της πιο συγκινητικής στιγμής της ζωής μου.
«Η κοπέλα, πού καθόταν σταυροπόδι στο πάτωμα ακουμπισμένη ατό κεντητό μαξιλάρι, είναι η Ισιδώρα Καμαρινέα. Είδες τί όμορφη πού είναι. Το ξέρει κι' αυτή πώς είναι όμορφη. Τη θαυμάζουν όλοι. Φιλόλογος. Εκδίδει ένα λογοτεχνικό περιοδικό με τον Αχιλλέα Μαμάκη. Εκείνος ο ψηλός, κομψός νεαρός είναι ο Γιώργος Οίκονομίδης. Μου αρέσει. 'Αλλά αυτός ούτε πού μου δίνει σημασία. Ό άλλος απέναντι στην Καμαρινέα είναι ο Δημητρης Σιατόπουλος. Τελειόφοιτος της Νομικής. Και ο εξαϋλωμένος, ίδιος Χριστός, ο Γιάννης Αηδονόπουλος, είναι Έλληνας της Ρωσίας. Μεταφράζει Ρώσους ποιητές. Λέρμοντωφ, Πούσκιν κι' άλλους. Εκείνος με τα χοντρά, μυωπικά γυαλιά, λέγεται Γιώργος Γεραλής. Ρομαντικός. Ονειροπαρμένος. Μεταφράζει Λόρκα και κάποιους Γάλλους ποιητές. Και αυτός, πού ανέβηκες την σκάλα μαζί του, ο Περάνθης, ο ξάδελφος της Βεατρίκης. Αυτόν τον ξέρεις. Ο Κωστής πιστεύει, πώς πολλοί απ' αυτούς τους νεαρούς θα διακριθούν στην ποίηση και τη λογοτεχνία. Έτσι πιστεύει. Αυτό, βέβαια θα το δούμε ποιοι και πόσοι θα διακριθούν.
«Λοιπόν, αυτούς γνώρισες χθες. Υπάρχουν κι' άλλοι. Ο Νότης Ρυσσιάνος, σπουδαστής του Πολυτεχνείου. Ο Πέτρος Δήμας, κάπως ιδιόρρυθμος, η Λιάνα Στρογγυλού, ένα χαρούμενο κορίτσι, ο Κίμων Λώλος, ο Γιάννης Ίωαννίδης και άλλοι. Θα τους γνωρίσεις με τον καιρό...», με κατατοπίζει την άλλη μέρα στο διάλειμμα, η Βάννα.
Τη νύχτα η συγκίνηση δε μ' αφήνει να κλείσω μάτι. Το απόγευμα πού έζησα, ήταν απίστευτα συγκλονιστικό. Να γνωρίσω με μιας τόσους ποιητές και τον Κωστή Βελμύρα, ενώ ακόμα δεν έχω κόψει τα δυο μου κοτσίδια.
Το ξέρω ότι δεν είναι πρέπον να πηγαίνω σε ξένα σπίτια κρυφά από τους δικούς μου. «Μα μήπως θα μου επέτρεπαν να συναντήσω ανθρώπους, πού τους είναι εντελώς άγνωστοι;., όχι βέβαια», δικαιολογιέμαι. Με τυραννούν τύψεις. Ντρέπομαι. Κι' όμως, θα το σκάσω πολλές ακόμα Παρασκευές, για να παραβρεθώ σ' αυτές τις λογοτεχνικές συντροφιές του Κωστή Βελμύρα. Λες και με οδηγεί, με σπρώχνει ως την οδό Βεΐκου κάποιο δυνατό, αορατο χέρι.
Ακούω μαγεμένη τους νέους ποιητές, το Γεραλή, την Καμαρινέα, νά απαγγέλουν ποιήματα τους. Παρακολουθώ τις συζητήσεις τους για ποίηση, λογοτέχνες και ποιητές και μένω εκστατική. Μαθαίνω, πώς υπάρχουν ποιητές, Καρυωτάκης, Ρίτσος, Πολυδούρη, Σικελιανός, Ιακωβίδου, πού δεν τους ξέρω ακόμα, γιατί απουσιάζουν από τα σχολικά μου βιβλία. Πληροφορούμαι ότι έχουμε έλληνες συγγραφείς, τον Παπαδιαμάντη, το. Μυριβήλη, το Βενέζη, τον Καραγάτση, το Θεοτοκά και τόσους άλλους και ο ενθουσιασμός μου απερίγραπτος. Ανακαλύπτω στα βιβλία τους, πολύ σύντομα, το θησαυρό της ελληνικής μας γλώσσας. Πλουτίζω με ποίηση και ομορφιά, το νου και την καρδιά.
Οι δικοί μου, βέβαια, δε μού συγχώρεσαν εύκολα την πράξη να το σκάω, για να ακούσω ποίηση και ποιητές, για την οποία τιμωρήθηκα αυστηρά και παραδειγματικά, απαγορεύοντας μου να διαβάσω ακόμα και τον Διονύσιο Σολωμό — το μόνο ελληνικό ποιητικό βιβλίο πού υπήρχε στο σπίτι -καθώς και τη «Διάπλαση των Παίδων», για αρκετό καιρό. Για να με νουθετήσουν. Όσο για ποίηση, ούτε λόγος. Κάθε μου ποιηματάκι πετάχτηκε χωρίς συζήτηση στον κάλαθο των άχρηστων.
Όμως εγώ εξακολουθώ απτόητη να γράφω τα ποιηματάκια μου. Να τα κρύβω όπου μπορώ, για να τα σώσω από την αυστηρότητα των μεγάλων, πού δεν καταλαβαίνω τη λογική της. Και πρέπει να μάθω το γρηγορότερο τί σημαίνει εκείνο το αλλόκοτο «δόκιμος». Θα μου το εξηγήσει ο Περάνθης, ο ξάδελφος της Βεατρίκης, της συμμαθήτριας μου. Μα τί την έπιασε τη Βεατρίκη να θέλει να γίνει καλόγρια και αναστατώθηκε όλη η οικογένεια της... Ποιος της έβαλε τέτοιες ιδέες στο κεφάλι. Ακούς καλόγρια... Μήπως εγώ δεν αγαπούσα τις λειτουργίες, δεν αποστήθιζα τροπάρια, δε με μάγευε η ποίηση τους. Έβρισκα γαλήνη ψιθυρίζοντας κάποια προσευχή. Τιμούσα τις γιορτές και τις χαιρόμουν.
Με τί ανυπομονησία, παιδιά τότε, περιμέναμε το ξημέρωμα των Χριστουγέννων. Νυσταγμένα ακόμα, την ώρα πού οι καμπάνες χτυπούσαν, φορούσαμε βιαστικά τα γιορτινά μας ρούχα, τα καινούργια λουστρινένια παπούτσια και όλη η οικογένεια οδεύαμε στην εκκλησία με συνοδό το χαρούμενο τραγούδι του σήμαντρου της.
Ωραία χρόνια. Ήρεμα και ξέγνοιαστα. Έπαψα να χαίρομαι, καθώς μπήκαν στην Ελλάδα οι ναζηδες.
Οι αναζητήσεις και οι προβληματισμοί ήρθαν πολύ νωρίς να με τραβήξουν σε άλλους δρόμους. Βοήθησε σ' αυτό η γερμανική κατοχή. Τα βιβλία, πού διάβαζα τώρα, χωρίς απαγορεύσεις. Η κατοχή με λευτέρωσε οριστικά από τις αυστηρότητες. Και διδάχτηκα πολλά από τη φίλη μου Κιάρα, τελειόφοιτη της ιατρικής και κόρη στρατηγού με πολύ φιλελεύθερες ιδέες στο κεφάλι και ακράτητο μίσος, για τους γερμανούς, στην καρδιά.
Το άνοιγμα των δώρων το πρωί των Χριστουγέννων, τα γλυκίσματα πού γευόμαστε ύστερα από τη Μεγάλη Σαρακοστή, απλωμένα στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας με το λινό άσπρο κεντημένο τραπεζομάντηλο, ήταν από τίς μεγάλες χαρές μου, στα παιδικά μου χρόνια. Οι ολονυχτίες στη χάρη της Παναγίας, ή κάποιου άλλου άγιου, με γέμιζαν κατάνυξη. Τα Δώδεκα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης, όπως και το «Αι γενεαί πάσαι...» της Μεγάλης Παρασκευής, με γοητεύουν και μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια, ως τώρα ακόμα. "Αλλά ποτέ δέ σκέφτηκα να γίνω καλόγρια, καθώς η Βεατρίκη. Λοιπόν ο Μιχάλης (Όλμος Περάνθης τότε, και τώρα Μιχάλης Περάνθης), ο ξάδελφος της Βεατρίκης, θα λύσει την απορία μου. Αυτός ξέρει. Έχει εκδώσει ποιητική συλλογή. Εργάζεται στην εφημερίδα «Το "Έθνος». Είναι και μεγαλύτερος μου. Αυτός ξέρει. Μου έδωσε τα ποιήματα της Μελισσάνθης. Δεν τα πολυκατάλαβα, άλλα μου άρεσαν. Με συμβούλεψε να διαβάσω Γρυπάρη, Χατζόπουλο, Λαπαθιώτη, «γιατί ταιριάζουν», καθώς λέει «στην ψυχοσύνθεση μου». Αυτός ξέρει, θα μού εξηγήσει αυτό το «δόκιμος», πού με τρόμαξε, για να πάψει να με βασανίζει.
Κι ούτε να στενοχωριέμαι, γιατί η καινούργια φιλενάδα μου Βάννα με ενοχλεί με τις αθώες αταξίες της, όπως παλιά. Να μη θεωρώ την απροσεξία της στο μάθημα και τις μικροπονηρίες της απαράδεχτες.
Η αλήθεια είναι πώς καμιά φορά το παρακάνει. Και τι δε σοφίζεται. Όπως εκείνη τη μέρα, πού τη θαύμασε η τάξη όλη. Με τι τέχνη κατάφερε να εκνευρίσει τον καθηγητή της Φυσικής και να μην την εξετάσει. Άρχισε έτσι. «Το χταπόδι». Κι' εκείνος, καθαρευουσιάνος γάρ, «ο οκτάπους», την διορθώνει. Αλλά εκείνη, «ο οκτάπους έχει οκτώ ποδάρια...» και ο καθηγητής «πόδια», τονίζει. Όμως η μαθήτρια χαμογελώντας πονηρά «κάθε ποδάρι του χταποδιού...». Φανερά εκνευρισμένος ο δάσκαλος, «πόδια, πόδια, πόδια...», τονίζει. Αλλά η φίλη μου, χρησιμοποιώντας κι' άλλες απαράδεχτες μαλλιαρές λέξεις κατάφερε να σταματήσει το μαρτύριο της εξέτασης. «Στη θέση σου. Πήγαινε. Σε βαθμολογώ με πέντε».
Πολύ πού την ένοιαζε τη Βάνα Βελημέζη, την κόρη τού Κωστή Βελμύρα, πού ύστερα από εκείνο το μοιραίο «δόκιμο» έδειξε τα γραμμένα σ' ένα μικρό σχολικό τετράδιο ποιηματάκια μου, στον πατέρα της και σφράγισε για πάντα τη φιλία μας.
«Ήσουν μικρή. Νοιαζόμαστε μη πάθεις κανένα κακό, με όλα εκείνα τα βιβλία πού διάβαζες».
«Κι' όπως βλέπεις γιαγιά μου, δεν έπαθα απολύτως τίποτα. Κι' ας θαύμαζα τους ποιητές σαν ημίθεους. Μόνο πού δεν μπόρεσα να γλυτώσω ποτές από τα βρογχια της ποίησης».
ΛΥΝΤΙΑ ΑΥΛΩΝΙΤΗ
('Αποσπααμα από το ανέκδοτο βιβλίο της
«Στο κατώφλι της Νύχτας»
«Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2000»

Η ΛΥΝΤΙΑ ΑΥΛΩΝΙΤΗ - KATAKALOS
η ποιήτρια του απόδημου Ελληνισμού

Ξεκίνησε από τη Λογοτεχνική Συντροφιά του Κωστή Βελμύρα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετανάστευσε στο Μόντρεαλ του Καναδά. Έχει εκδώσει δώδεκα ποιητικές συλλογές, μερικές από τις οποίες έχουν βραβευτεί. Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Η παρουσία της στο Μόντρεαλ υπήρξε έντονη και αξιόλογη με διαλέξεις, ραδιοφωνικές εκπομπές και μεταφράσεις, καθώς και με συμμετοχή της σε κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και πέθανε στο Μόντρεαλ του Καναδά τον Οκτώβριο του 2007


Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης  

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2018 εορτάζεται και φέτος στις 21 Μαρτίου με πλήθος εκδηλώσεων που υμνούν μεγάλους ποιητές.

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου, μια συμβολική μέρα καθώς συμπίπτει με την αρχή της άνοιξης. Η αρχική έμπνευσή της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη μέρα γι’ αυτό.
Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά.
Την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Τυνήσιοι και άλλοι πρέσβεις από χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε.
Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: