Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Η απίστευτη Οδύσσεια των αυτοκρατορικών θησαυρών του Πεκίνου

Μια ξύλινη σχεδία μεταφέρει τα φορτηγά με τους θησαυρούς στην απέναντι όχθη τον ποταμού, στη διαδρομή τονς προς το Τσενγκού






Η απίστευτη Οδύσσεια των αυτοκρατορικών θησαυρών του Πεκίνου

Της  Gittta Sereny

Είναι η ιστορία μιας μικρής  ομάδας αρχαιολόγων και μελετητών, οί οποίοι επί δεκάξι χρόνια - από το 1933 ως το 1949 - διέσχισαν πάνω από 10.000 χιλιόμετρα, περιπλανώμενοι μέσα στην Κίνα που σπαρασσόταν από τον πόλεμο, μεταφέροντας πάνω από 20.000 κιβώτια ανεκτίμητων θησαυρών από την αυτοκρατορική συλλογή της Απαγορευμένης Πολιτείας, του Πεκίνου - χωρίς να χαθεί ή να πάθει το παραμικρό έστω κι ένα αντικείμενο. Το ένα έκτο περίπου των θησαυρών - κάπου 239.000 αντικείμενα - κατέληξε στην Ταϊβάν. Εδώ, τρεις από τους επιζήσαντες αρχαιολόγους - ο Να Τσι-λιάνγκ, τώρα στα 78  του χρόνια, διάσημος ειδικός στα έργα τέχνης από ζαντ· ο Βου Γιου-τσανγκ, 79  χρονών, που έχει μελετήσει σε βάθος τις πορσελάνες και τα μπρούντζινα αντικείμενα και ο Χαν Λη-βου, ογδοντάχρονος διπλωμάτης, με πείρα στη δημόσια διοίκηση - διηγούνται την απίθανη Οδύσσεια τους, που για πρώτη φορά γίνεται γνωστή στη Δύση
Στις 5 Νοέμβριου 1924, στο Πεκίνο, η προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση του Σουν Γιάτ-σεν διέταξε τον δεκαοκτάχρονο Χένρυ Π’ου-γι, τον τελευταίο αυτοκράτορα της δυναστείας των Τσινγκ, να εγκαταλείψει το ανάκτορο του, στην «Απαγορευμένη Πόλη», μέσα σε λίγες ώρες. Καμιά δεκαπενταριά μέρες αργότερα, μια μικρή ομάδα καθηγητών του Πανεπιστημίου και μελετητών, με τη βοήθεια φοιτητών, άρχισε να ξεκαθαρίζει τους θησαυρούς των ανακτόρων. Στην ομάδα αυτή ανήκαν και ο δεκαεννιάχρονος τότε Να Τσι-λιάνγκ, που μόλις είχε τελειώσει το σχολείο, και ο εικοσάχρονος Βου Γιου-τσανγκ που ήταν ακόμα φοιτητής. Εκατομμύρια αντικείμενα έπρεπε να απογραφούν: πορσελάνες,  ζαντ,  μπρούντζοι και ολόκληρη η αυτοκρατορική βιβλιοθήκη που περιελάμβανε ένα αντίτυπο από κάθε βιβλίο που είχε εκδοθεί στα χρόνια της αυτοκρατορίας, δηλ. από το 868 μ.Χ.
Η απογραφή κράτησε σχεδόν ένα χρόνο.   Στις   10   Οκτωβρίου   1925, ιδρύθηκε επίσημα το Ανακτορικό Μουσείο, και η «Απαγορευμένη Πόλη» - απαγορευμένη στο πλατύ κοινό επί 500 χρόνια - άνοιξε τις πύλες της. Το 1931, όμως, οι Ιάπωνες εισέβαλαν στην Μαντζουρία. Ξαφνικά βρέθηκαν μόνο 240 χιλιόμετρα μακριά από το Πεκίνο. Η κυβέρνηση έδωσε τότε την άδεια στην ομάδα που εργαζόταν στα ανάκτορα να μεταφέρει τα πιο αξιόλογα έργα τέχνης στο νότο, όπου θα ήταν πιο ασφαλή.
Ήταν τρομερά δύσκολο να αποφασίσουν τι να πάρουν και τι να αφήσουν. «Άλλο είναι να κάνεις μια επιλογή» λέει ο Να Τσι-λιάνγκ, «κι άλλο να μάθεις πώς προστατεύονται τα αντικείμενα από τα σπασίματα, την υγρασία, την ξηρασία και τους τερμίτες. Τελικά, φέραμε αντικέρ από την πόλη για να μας διδάξουν πώς να τα συσκευάσουμε». Χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος. Όταν τελείωσαν την άνοιξη του 1933, είχαν 19.557 κιβώτια, ενός μέτρου μήκους, μισού πλάτους και μισού ύψους το καθένα.
Τα κιβώτια φορτώθηκαν σε πέντε αμαξοστοιχίες, που η κάθε μια τους ήταν επανδρωμένη με αρκετά από τα μέλη της ομάδας εργασίας. Στα τραίνα που είχαν διατεθεί για τη μεταφορά δεν υπήρχαν άλλοι επιβάτες παρά μόνο οι ειδικοί επιστήμονες και οι οπλισμένοι φρουροί.
Τη νύχτα της 5ης Φεβρουαρίου 1933, όταν τα πρώτα κιβώτια με τους θησαυρούς μεταφέρθηκαν σε δύο αμαξοστοιχίες, στο δρόμο που οδηγούσε από την Απαγορευμένη Πόλη στο σιδηροδρομικό σταθμό είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία από τη δύση του ηλίου. «Μας διέταξαν να περιμένουμε μέχρι να σκοτεινιάσει,» θυμάται ο Να. «Τα κιβώτια είχαν φορτωθεί σε δεκάδες φορτηγών. Μας συνόδευαν στρατιωτικές μονάδες και πολλοί στρατιώτες στεκόντουσαν φρουροί κατά μήκος της διαδρομής. Σου έδινε ένα παράξενο αίσθημα να διασχίζεις γνωστούς δρόμους, οι οποίοι ήταν τελείως έρημοι και όπου δεν ακουγόταν παρά ο θόρυβος των φορτηγών».

 Λάχανο από ζαντ, της Δυναστείας των Τσινγκ (1644 μ.Χ. - 1911 μ.Χ.). Εκμεταλλευόμενος το χρώμα αυτού του κομματιού ζαντ, ο άγνωστος καλλιτέχνης σκάλισε ένα δροσερό λάχανο που πάνω του κάθεται μια ακρίδα
Πέρασαν την υπόλοιπη νύχτα φορτώνοντας σιωπηλά τα δύο πρώτα τραίνα, που ξεκίνησαν την αυγή. «Σταματούσαμε μόνο για ανεφοδιασμό σε κάρβουνο και νερό» λέει ο Να. «Σε κάθε στάση τρέχαμε κατά μήκος των γραμμών, ελέγχοντας τις σφραγίδες σε κάθε βαγόνι.»
Δύο  μέρες αργότερα,  τα τραίνα σταμάτησαν τελικά  σε  ένα ντεπό στην όχθη του ποταμού Γιανγκτσέ, απέναντι από το Νανκίν. «Τα βαγόνια έμειναν εκεί, υπό στρατιωτική φρουρά, ένα μήνα» θυμάται ο Να. «Δεν είχαμε πού να βάλουμε τους θησαυρούς». Τελικά, μεταφέρθηκαν με ποταμόπλοια στην Σαγκάη, όπου και παρέμειναν   για   τέσσερα   περίπου χρόνια, όσο χρειάστηκε για να χτιστεί μια καινούρια πτέρυγα στο ανάκτορο Τσιάο-τιεν, ένας κομφουκιανός ναός στο Νανκίν, για να φιλοξενήσει τη συλλογή.
Στα τέλη του 1936, οι εργασίες ολοκληρώθηκαν και η ομάδα, αφού εγκαταστάθηκε στο Νανκίν, σκεφτόταν μέχρι και να οργανώσει εκθέσεις. Ο πόλεμος όμως μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας, που είχε αποτελματωθεί για μερικά χρόνια, αναζωπυρώθηκε τον Ιούλιο του 1937 και, στις 29 Ιουλίου, ο ιαπωνικός στρατός κατέλαβε το Πεκίνο. Τώρα κινδύνευε και το Νανκίν. Ο Τσιάνγ Κάι-σεκ μετέφερε την έδρα της κυβέρνησης του περίπου 2.000 χιλιόμετρα μακριά, στο Τσαν-γκίνγκ, και διέταξε νέα μεταφορά των θησαυρών.
Ήταν όμως αδύνατο να μεταφερθούν όλοι μαζί οι θησαυροί. Η ομάδα χωρίστηκε στα τρία. Θα εγκατέλειπαν το Νανκίν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, προς διαφορετικές κατευθύνσεις, κι όταν θα έφταναν ο καθένας στον προορισμό του, θα περίμεναν το τέλος του πολέμου.
Ο Να έφυγε με την πρώτη αποστολή. Ένα φορτίο ογδόντα κιβωτίων μεταφέρθηκε με πλοίο και φορτηγά κάπου 900 χιλιόμετρα μακριά, στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Χου-νάν στην Σανγκσά. Δεν είχε καλά καλά προλάβει να εγκατασταθεί η ομάδα, όταν πήρε διαταγή να ξαναφύγει. «Η απόφαση ήταν σωστή» λέει ο Να. «Μόλις ένα μήνα μετά την αναχώρηση μας, το Πανεπιστήμιο ισοπεδώθηκε σε κάποιο βομβαρδισμό.»
Αρκετές εβδομάδες αργότερα και κάπου 930 χιλιόμετρα νοτιοδυτικότερα, έξω από την πόλη Ανσούν, βρήκαν μια σπηλιά. Αμέσως, ενίσχυσαν τα τοιχώματα της και έχτισαν μέσα της γραφεία και θησαυροφυλάκια. Εδώ κι ένα χρόνο η ομάδα δεν είχε πάψει να ταξιδεύει.
Στο Nankin, ο Χαν Λι-βου, γενικός γραμματέας της Σινο-βρεταννικής Πολιτιστικής Ένωσης, διορίστηκε υπεύθυνος της μεταφοράς των θησαυρών. Κάθε κιβώτιο σφραγίστηκε και επάνω του γράφτηκε το όνομα εκείνου που το είχε συσκευάσει. «Ήδη στην πόλη επικρατούσε πανικός,» λέει ο Χαν. «Κυκλοφορούσαν φήμες για το πόσο βάναυσα φέρονταν οι Ιάπωνες στους ηττημένους και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν την πόλη. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς μεταφορικά μέσα ή βαστάζους.» Ο Χαν τελικά κατάφερε να ναυλώσει ένα ατμόπλοιο από τη βρεταννική εταιρεία «Butlerfield & Swire Ltd.» για να μεταφέρει τα κιβώτια στο Χανκόου.
Ωστόσο, ο εχθρός προχωρούσε ακάθεκτος, και η ομάδα υποχρεώθηκε να υποχωρήσει πιο βαθιά στην ενδοχώρα. Το φθινόπωρο του επομένου έτους (1938) η ομάδα έφθασε επί τέλους στο Τσανκίνγκ, πρωτεύουσα του κράτους για τα χρόνια του πολέμου, όπου οι εθνικόφρονες και οι κομμουνιστές είχαν συμμαχήσει προσωρινά για να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό. Την άνοιξη του 1939, οι Γιαπωνέζοι βομβάρδισαν την πόλη -και οι θησαυροί γλίτωσαν παρά τρίχα. Τα κιβώτια φορτώθηκαν και πάλι σε πλοίο, και η ομάδα ξεκίνησε με προορισμό την πόλη Λοσάν - πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά, ανεβαίνοντας τον Γιανγκτσέ. Έφτασαν χωρίς περιπέτειες στην πόλη Ιπίν. Εκεί, όμως, έπρεπε να βρεθεί νέο μεταφορικό μέσο. Επειδή τα πλοία ήταν δυσεύρετα και η φόρτωση και εκφόρτωση των θησαυρών κράτησε σχεδόν δυο μήνες, ήταν πια μέσα Σεπτεμβρίου όταν έφτασαν στο Λοσάν.

 Μπρούντζινη καμπάνα, της Δυτικής Δυναστείας Τσου (1122 π.Χ. - 771 π.Χ.)

Το τελευταίο φορτίο, που ήταν κάπου 7.000 κιβώτια, συνοδευόμενο από τον Βου Γιού-τσανγκ και δυο άλλους, κατάφερε να φύγει από το Νανκίν σιδηροδρομικώς, μόλις μια βδομάδα πριν από τον πασίγνωστο «βιασμό του Νανκίν» που κράτησε τρεις μέρες, κατά τις οποίες οι Γιαπωνέζοι στρατιώτες λεηλάτησαν την πόλη και σκότωσαν πάνω από 300.000 άτομα.
Στην πόλη Χσουτσού, η αμαξοστοιχία σταμάτησε για ανεφοδιασμό σε κάρβουνο και νερό. «Μόλις σταματήσαμε στο σταθμό, ιαπωνικά αεροπλάνα έκαναν την εμφάνιση τους πάνω από τα κεφάλια μας,» διηγείται ο Βου. «Καταλάβαμε ότι έπρεπε να απομακρυνθούμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα.»
Την επομένη, στο Τσενγκτσού, ο Βου κατέβηκε από το τραίνο για να συμβουλευτεί το σταθμάρχη σχετικά με την αλλαγή των τραίνων. Όταν επέστρεψε στο ντεπό, είδε αρκετά τραίνα να είναι τυλιγμένα στις φλόγες. «Έκανα σαν τρελλός,» διηγείται, τρέμοντας ακόμα και σήμερα καθώς αναλογίζεται εκείνες τις στιγμές. «Δεν μπορούσα να βρω το τραίνο μας. Όποιον ρωτούσα μου έλεγε και μια διαφορετική ιστορία. Ένας, το είχε δει να καίγεται, άλλος να εκρήγνυται - απελπίστηκα. Τελικά, ανακάλυψα ότι ο στρατός είχε βγάλει εγκαίρως το τραίνο έξω από την πόλη, και αργότερα επιβιβάστηκα και πάλι σ' αυτό. Από κείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν κι άλλοι που ενδιαφέρονταν για τη διάσωση των θησαυρών μας όσο κι εμείς.»
Μια βδομάδα αργότερα, ο Να, ο οποίος στο μεταξύ είχε λάβει εντολή να επιστρέψει από την πρώτη αποστολή για να βοηθήσει τις άλλες ομάδες, πρόλαβε τον Βου στην πόλη Σιαν, του Σενσί. Οι δυο τους ταξίδεψαν ως το Παουκί, όπου είχε ήδη φτάσει η αμαξοστοιχία. Μετέφεραν τους θησαυρούς σε δύο τεράστιους ναούς οι οποίοι γέμισαν από το δάπεδο ως την οροφή. Στο Παουκί μας πρόλαβε και η οικογένεια του Βου, που είχε καταφέρει να διαφύγει από το κατεχόμενο Πεκίνο.
Έφθασε όμως η στιγμή που και το Παουκί απειλήθηκε και έπρεπε να φύγουν για το Χαντσούνγκ, 170 χιλιόμετρα μακριά - όπου για να φτάσουν έπρεπε να περάσουν από μια απ' τις ψηλότερες ορεινές διαβάσεις της Κίνας, κάπου 3.000 μέτρα υψόμετρο. Εκείνο που έπρεπε τώρα να βρεθεί ήταν μεταφορικό μέσο. Δεν υπήρχε σιδηροδρομική γραμμή που να συνδέει τις δύο πόλεις και αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν φορτηγά, που το καθένα χωρούσε το πολύ 20 κιβώτια. Χρειάστηκαν 48 μέρες για να μεταφέρουν τα 300 και περισσότερα φορτώματα απ' την άλλη μεριά της ορεινής διάβασης. Αλλά μετά από λίγο και η Χαντσούνγκ θεωρήθηκε επισφαλής κι έτσι, μόλις ενάμιση μήνα αργότερα, η ομάδα διατάχθηκε να φύγει για το Τσενγκτού.

 Κυανόλευκο βάζο της Δυναστείας των Μινγκ (1368-1644μ.Χ.)
Το Τσενγκτού βρισκόταν άλλα 500 χιλιόμετρα μακριά. Δεν υπήρχαν γέφυρες στα ποτάμια που έπρεπε να διασχίσουν κατά τη διαδρομή, κι έτσι έφτιαχναν σχεδίες, αυτοσχέδια πορθμεία. Κι όταν έφτασαν, μετά από δέκα μήνες στον προορισμό τους, είδαν ότι η πόλη ήταν τελείως ακατάλληλη για τη φύλαξη των θησαυρών. Το Τσενγκτού, μια μεγάλη πόλη χτισμένη σε μια εκτεταμένη πεδιάδα, δεν είχε γερά κτίρια, ούτε βουνά τριγύρω, όπου θα μπορούσαν να σκάψουν σπηλιές.
«Έπρεπε να βρούμε ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να εγκατασταθούμε και να μείνουμε,» θυμάται ο Να. «Ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να ησυχάσουμε, τουλάχιστον μέσα μας.» Για μια ακόμη φορά, η ομάδα πήρε πάλι το δρόμο, αυτή τη φορά για το Ομέι, μια μικρή πόλη, 150 χιλιόμετρα πιο μακριά. Το Ομέι ήταν μια πόλη ναών - ένας ειρηνικός τόπος.
Για τούτη την ομάδα, το Ομέι και οι δυο ναοί όπου εγκαταστάθηκε έγιναν το σπίτι τους, στο οποίο έμειναν επτά χρόνια. Επιτέλους, μπόρεσαν να βγάλουν τους θησαυρούς τους από τα κιβώτια, και πρώτα βγήκαν τα χιλιάδες ανεκτίμητα βιβλία της αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης. Ήταν απαραίτητο να αεριστούν. Κάποτε, μάλιστα, η ομάδα οργάνωσε και μια έκθεση στη γειτονική πόλη Τσενγκτού.
Το 1942, η οικογένεια του Να - η σύζυγος του και τα τρία του παιδιά που είχε να τους δει από το 1933 - έφτασε στο Ομέι. «Αυτό άλλαξε την κατάσταση,» θυμάται ο Να χαμογελώντας. «Μπορούσα και πάλι να ζήσω με την οικογένεια μου.»
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, ο πόλεμος με την Ιαπωνία έληξε. Τώρα, μετά από 12 χρόνια, η ομάδα θα μπορούσε πια να επιστρέψει στην πρωτεύουσα της Δημοκρατίας, το Νανκίν. Τα μεταφορικά μέσα, όμως, ήταν σπάνια αυτές τις δύσκολες μεταπολεμικές ημέρες και ήταν αδιανόητο να διακινδυνεύσουν οι θησαυροί μεταφερόμενοι με ακατάλληλα οχήματα, σε ανώμαλους δρόμους. Μόνο τον Μάρτιο του 1947 κατάφεραν τελικά οι ομάδες να συναντηθούν στο Τσαν-γκίν, εγκαταλείποντας τα παλιά τους καταφύγια.
Σε μια πόλη ασφυκτικά γεμάτη κόσμο, μπόρεσαν να βρουν μόνο πρωτόγονους αποθηκευτικούς χώρους και, μέσα σε λίγες μέρες, οι τερμίτες έκαναν επιδρομή στα κιβώτια. «Τελικά,» λέει ο Να, «ξοδέψαμε όλες μας σχεδόν τις δυνάμεις έρποντας στα δάπεδα των δύο αποθηκών, ψεκάζοντας με εντομοκτόνα, μετακινώντας τα κιβώτια, και ψεκάζοντας ξανά. Πολύ αποκαρδιωτικές μέρες.»
Στις αρχές του καλοκαιριού του 1947, επιβιβάστηκαν τελικά σε πλοία και κατέβηκαν τον ποταμό επιστρέφοντας στο Νανκίν. Αμέσως άρχισαν την εργασία που είχαν διακόψει πριν 10 χρόνια, μεταφέροντας τα φορτία τους στη νέα πτέρυγα του Ανακτόρου Τσιάο-τιεν, ανοίγοντας τα κιβώτια και οργανώνοντας έναν προσωρινό εκθεσιακό χώρο.
Στις δύσκολες ημέρες που είχε ζήσει, το προσωπικό του μουσείου είχε μείνει ενωμένο στην απόφαση του να προφυλάξει τους θησαυρούς. Ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, είχαν αγωνιστεί όλοι μαζί κατά των Γιαπωνέζων. Ο εμφύλιος όμως πόλεμος μεταξύ των κομμουνιστών και των εθνικιστών ξανάρχισε την ίδια σχεδόν στιγμή που έληξε ο αγώνας κατά του κοινού εχθρού. Τώρα οι κομμουνιστές, κάνοντας στρατιωτικές επιδρομές σε όλη τη χώρα, κέρδιζαν λίγο-λίγο την υποστήριξη του λαού - συμπεριλαμβανομένων και μελών του προσωπικού του μουσείου.
Το χειμώνα του 1948, το Σουτσόου έπεσε στα χέρια των κομμουνιστών, απειλώντας το Νανκίν. Εδώ και πολλούς μήνες ο Τσιάνγκ Κάι-σεκ σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει ως τελευταία γραμμή αμύνης κατά των κομμουνιστών την Ταϊβάν, η οποία, μετά από 50 χρόνια ιαπωνικής κατοχής, είχε επιστραφεί στην Κίνα με το τέλος του πολέμου. Η οδύσσεια των ανακτορικών θησαυρών είχε ήδη κρατήσει 15 χρόνια. Η απόφαση να μεταφερθούν στην Ταϊβάν πάρθηκε τον Νοέμβριο του 1948, όταν ο Πρωθυπουργός Βενγκ Βεν-χάο που ήταν επίσης και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ανακτορικού Μουσείου, είπε τελικά στον Χαν και σε μερικούς διευθυντές του μουσείου: «Αν επιμένετε να φυγαδεύσετε τους θησαυρούς, είμαι σύμφωνος, η επιχείρηση όμως πρέπει να γίνει με κάθε μυστικότητα.»
Αποφασίστηκε επίσης, μαζί με τους ανακτορικούς θησαυρούς, να φυγαδευτούν και τρεις ακόμα συλλογές: του Κεντρικού Μουσείου του Νανκίν, της Κεντρικής Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Σινικής Ακαδημίας. Το Υπουργείο Εξωτερικών εμπιστεύτηκε επίσης στο προσωπικό του Μουσείου ορισμένα έγγραφα του για να τα μεταφέρει στην Ταϊβάν. Η ομάδα εξασφάλισε για τη μεταφορά δύο πλοία το'υ ναυτικού και ένα εμπορικό - τα μόνα που μπόρεσαν να βρουν. Ήταν αδύνατον όμως να μεταφέρουν παραπάνω από ένα μικρό αριθμό από το σύνολο των αρχικών κιβωτίων, κι έτσι έπρεπε και πάλι να αποφασίσουν τι θα έπαιρναν και τι θα άφηναν στο Νανκίν.

 Tο νέο Εθνικό Ανακτορικό Μουσείο, Ταϊπέι

Το 1933, είχαν πάρει από το Πεκίνο 19.557 κιβώτια. Τώρα επέλεξαν 2.972 κιβώτια που περιείχαν τα πιο αξιόλογα αντικείμενα της συλλογής του Πεκίνου: τα πιο σημαντικά έργα ζωγραφικής και καλλιγραφίας, ολόκληρη την αυτοκρατορική βιβλιοθήκη της δυναστείας των Τσινγκ και τις καλύτερες πορσελάνες Σουνγκ - περίπου το 1/6 των θησαυρών. Τα υπόλοιπα κιβώτια έπρεπε να παραμείνουν στο Νανκίν. (Τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο των Ανακτόρων του Πεκίνου.)
«Νάμαστε πάλι στους δρόμους,» σκέφτηκε ο Να. «Ήμασταν όλοι δυστυχείς, ακόμη και εκείνοι που είχαν πάρει την απόφαση για τη μετάβαση μας στην Ταϊβάν.»
Όταν έφτασαν στην Ταϊβάν, τα κιβώτια αποθηκεύτηκαν αρχικά σε αποθήκες ζαχάρεως στο Ταϊτσούνγκ, μια βιομηχανική περιοχή στο κέντρο του νησιού. Αλλά η τοποθεσία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδανική.
Αν οι κομμουνιστές αποφάσιζαν να επιτεθούν στην Ταϊβάν, οι αποθήκες, που βρίσκονταν κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, θα αποτελούσαν σίγουρο στόχο. Έτσι, για μια ακόμη φορά στις αρχές του 1950, η συλλογή μεταφέρθηκε ξανά - στο Πεϊκοΰ, ένα χωριό στα γειτονικά βουνά.
Στο Πεϊκού η συλλογή παρέμεινε για 15 χρόνια, ώς τον Νοέμβριο του 1965. Με την ευκαιρία του εορτασμού της εκατονταετηρίδας από τη γέννηση του Σουν Γιάτ-σεν, η κυβέρνηση εγκαινίασε επίσημα το νέο Εθνικό Ανακτορικό Μουσείο πάνω σ' ένα λόφο, έξω από την Ταϊπέι.
«Την ημέρα που εγκαινιάστηκε το όμορφο αυτό κτίριο,» θυμάται ο Να, «διέσχισα τις ευρύχωρες και φωτεινές αίθουσες, κοίταξα τα υπέροχα έργα τέχνης μας, και σκέφτηκα ότι τώρα, ύστερα από 32 χρόνια περιπλανήσεων, οι ανεκτίμητοι αυτοί θησαυροί θα μπορέσουν επί τέλους να έχουν την άνεση χώρου και τις φροντίδες που τους αξίζουν.»
Σήμερα το Εθνικό Ανακτορικό Μουσείο είναι ένα από τα μεγαλύτερα αξιοθέατα της Ασίας. Η συλλογή του από αντικείμενα Κινεζικής Τέχνης αποτελείται από 600.000 περίπου κομμάτια. Σ' αυτά περιλαμβάνονται: 4.389 μπρούντζινα αντικείμενα, 23.863 πορσελάνες, 5.749 έργα ζωγραφικής και καλλιγραφίας, και 150.688 βιβλία, μεταξύ των οποίων βουδιστικά σούτρα (θρησκευτικά κείμενα των βουδδιστών), βιβλία από τα ιερά κείμενα του Θιβέτ και Ιστορίες.                                                



SUNDAY TIMES MAGAZINE (OCT. 11, 1981)            

Δεν υπάρχουν σχόλια: