Translate -TRANSLATE -

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ




ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ
Ο Προμηθέας ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού, ο οποίος ήταν γιος του Ουρανού και της Γαίας και αδελφός του Κρόνου, που ήταν ο βασιλιάς των θεών κι όλων των αθάνατων και των θνητών πάνω στον κόσμο. Ήταν δηλαδή ο Προμηθέας συγγενής του θεού Δία, ο οποίος ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας. Αδελφοί του Προμηθέα ήσαν ο Επιμηθέας και ο Άτλαντας. Ο Προμηθέας παντρεύτηκε την Κελαινώ, μια από τις Πλειάδες, κι απόκτησε απ' αυτήν τρεις γιους, ένας από τους οποίους ήταν ο Δευκαλίων.
Ο Κρόνος, επειδή υπήρχε μια αρχαία προφητεία που έλεγε ότι ένας από τους γιους του θα τον εκθρόνιζε, για να μην χάσει την εξουσία καταβρόχθιζε όλα τα παιδιά που αποκτούσε από την γυναίκα του Ρέα. Εκείνη στο τέλος αγανακτισμένη από αυτήν του την σκληρότητα αποφάσισε να τον ξεγελάσει. Έτσι όταν γέννησε τον τελευταίο γιο τους τον Δία, αντί να τον δώσει στον Κρόνο να τον καταβροχθίσει, του έδωσε να καταπιεί μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα, και τον μικρό Δία τον έστειλε κρυφά να μεγαλώσει στο Ιδαίον άντρο στην Κρήτη.
Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ακολουθώντας την συμβουλή της μητέρας του, έδωσε πρώτα στον Κρόνο ένα βότανο που τον έκανε να ξεράσει τα αδέλφια του που εκείνος είχε καταβροχθίσει, κι ύστερα επαναστάτησε εναντίον του. Ξέσπασε τότε μια φοβερή σύρραξη ανάμεσα στο Δία, τ' αδέλφια του, και τους συ-μάχους τους Κύκλωπες από την μια μεριά, και στον Κρόνο και τους αδελφούς του Τιτάνες από την άλλη, και στο τέλος ο Δίας βγήκε νικητής κι ανέλαβε αυτός την βασιλεία των θεών. Από τους Τιτάνες οι μόνοι που δεν πήγαν εναντίον του Δία ήσαν ο Προμηθέας και ο αδελφός του Επιμηθέας. Έτσι αυτοί δεν τιμωρήθηκαν όπως οι άλλοι Τιτάνες, που ο Δίας τους έθαψε βαθειά μέσα στα τάρταρα, αλλά μείνανε μαζί με τους άλλους θεούς πάνω στον Όλυμπο.
Σύντομα όμως οι σχέσεις του Προμηθέα με τον Δία ψυχράνθηκαν, κι αιτία ήταν το γένος των ανθρώπων. Ο Δίας δεν συμπαθούσε καθόλου αυτά τα άξεστα και μίζερα πλάσματα που ζούσαν πάνω στην γη, σε τέτοιο σημείο μάλιστα που σκέφτηκε να τα αφανίσει, και να τα αντικαταστήσει με κάποιο άλλο είδος όντων. Αντίθετα ο Προμηθέας συμπονούσε αυτά τα δύστυχα πλάσματα που τόσο υπόφεραν, πήρε το μέρος τους, και έψαχνε να βρει τρόπους να τα βοηθήσει, να κάνει την σύντομη ζωή τους πιο υποφερτή. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να περιορίσει τα δοσίματα τους στους θεούς, για να μένει περισσότερη τροφή για εκείνα. Οι άνθρωποι μέχρι τότε, ενώ οι ίδιοι υπόφεραν από πείνα, πρόσφεραν ολόκληρα ζώα θυσία στους θεούς για να τους εξευμενίσουν, και να έχουν την συμπαράσταση τους στον αγώνα τους ενάντια στα στοιχεία της φύσης. Ο Προμηθέας όμως κατάφερε να πείσει τον Δία ότι θα ήταν πιο δίκαιο θεοί και άνθρωποι να μοιράζονται τα ζώα που θυσιάζονταν, κι από πάνω τον ξεγέλασε κιόλας. Πήρε το κρέας ενός ζώου και τα εντόσθια και τα τύλιξε με την προβιά, κι από την άλλη μεριά πήρε τα κόκαλα και τα τύλιξε με τα ξύγκια και το λίπος του ζώου, κι έβαλε τον Δία να διαλέξει πιο από τα δυο μέρη ήθελε να προσφέρεται θυσία στους θεούς. Ο Δίας ξεγελάστηκε και διάλεξε το μέρος που είχε τα κόκαλα, καθώς δεν φαίνονταν όπως ήταν τυλιγμένα με παχιά κομμάτια λίπους. Έτσι από τότε οι άνθρωποι καίγανε πάνω στους βωμούς των θεών τα κόκαλα και τα ξύγκια των ζώων, ενώ το κρέας και τα εντόσθια τα έτρωγαν οι ίδιοι. Το τέχνασμα αυτό του Προμηθέα εξόργισε τον Δία αλλά, αναλογιζόμενος την βοήθεια που του είχε παλιότερα προσφέρει, συγκράτησε τον θυμό του.
Όμως ο Προμηθέας, σπρωγμένος από την συμπόνια του προς τους θνητούς που υπόφεραν από τα στοιχεία της φύσης και τα άγρια ζώα, προχώρησε ακόμα πιο πέρα. Σκέφτηκε ότι μόνον αν οι άνθρωποι αποκτούσαν την τέχνη της φωτιάς, που μέχρι τότε κατείχαν μόνον οι θεοί, θα κατόρθωναν να επιβιώσουν και να βελτιώσουν την ζωή τους. Έτσι, μολονότι γνώριζε τι τον περίμενε από την οργή του Δία, έκλεψε μια μέρα την φωτιά από το σιδηρουργείο του Ηφαίστου, την έκρυψε μέσα σ' ένα κούφιο καλάμι και την κατέβασε στην γη. Εκεί έμαθε στους ανθρώπους πως να την ανάβουν, πως να την συντηρούν, και πως να την χρησιμοποιούν για να προφυλάγονται από τις παγωνιές και τα άγρια ζώα, για να φωτίζονται στο σκοτάδι της νύχτας, και για χίλια δυο άλλα πράγματα. Κι από τότε πράγματι άλλαξε ριζικά η ζωή των ανθρώπων πάνω στη γη, που κατάφεραν και υπόταξαν όλα τα άλλα ζώα, έμαθαν να καλλιεργούν τη γη, γνώρισαν τις τέχνες και τα γράμματα, και που μόνο τον θάνατο δεν μπόρεσαν ποτέ να νικήσουν.
Αυτό όμως εξόργισε φοβερά τον Δία, που αποφάσισε να τιμωρήσει σκληρά τον αντάρτη Προμηθέα, αλλά και να στείλει ένα μεγάλο κακό στους ανθρώπους για να βασανίζονται. Έβαλε πρώτα τον Ήφαιστο να του φτιάξει από πηλό ένα θηλυκό άνθρωπο, μια γυναίκα, και ζήτησε από τις άλλες θεές να την προικίσουν μ' ομορφιά, πονηριά και περιέργεια, και τέλος φύσηξε μέσα της ζωή. Αυτήν, λοιπόν, τη γυναίκα, που ονομάστηκε Πανδώρα από τα πολλά δώρα και χάρες που της έδωσαν οι θεές, την έστειλε για σύντροφο στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα. Μαζί της του έστειλε σαν δώρο ένα σφραγισμένο πιθάρι, όπου μέσα είχε κλείσει ένα σωρό κακά και συμφορές για τους ανθρώπους, και που μόλις την τελευταία στιγμή έβαλε στον πάτο του πιθαριού σαν αντιστάθμισμα κι ένα καλό, την ελπίδα. Ο Επιμηθέας, μολονότι ο Προμηθέας τον είχε συμβουλεύσει να μην δεχτεί κανένα δώρο από τον Δία, γοητευμένος από την ομορφιά της Πανδώρας την δέχτηκε στο παλάτι του, και μαζί το σφραγισμένο πιθάρι. Αποφάσισε όμως να μην ανοίξει το πιθάρι, που το κλείδωσε σ' ένα δωμάτιο. Η Πανδώρα όμως τρώγονταν από περιέργεια να δει τι κρύβονταν μέσα στο πιθάρι, κι έτσι μια μέρα που ο Επιμηθέας έλειπε πήγε και το ξεσφράγισε. Αμέσως ξεπετάχτηκαν από μέσα και σκόρπισαν πάνω στην γη όλα τα κακά που από τότε βασανίζουν τους ανθρώπους, αρρώστιες, πείνα, επιδημίες, πόλεμοι και χίλια άλλα. Βλέποντας αυτά η Πανδώρα βιάστηκε πανικοβλημένη να καπακώσει πάλι το πιθάρι, όμως το μόνο που πρόλαβε να κρατήσει μέσα ήταν η ελπίδα, που από τότε πάντα συντροφεύει τους θνητούς. Η ελπίδα που τους βοηθά να υποφέρουν όλα τα βάσανα και τα κακά που τους βρίσκουν στη ζωή, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν τον αγώνα τους για επιβίωση.


Όσο για τον Προμηθέα ο Δίας τον τιμώρησε πολύ σκληρά. Διάταξε την Βία και τον Καταναγκασμό, και μαζί τον Ήφαιστο, να τον αλυσοδέσουν, και να πάνε να τον καρφώσουν πάνω σε μια απόκρημνη κορυφή του Καύκασου, να βασανίζεται χωρίς τελειωμό από τις καταιγίδες και τις βροχές, από τους καύσωνες και τις παγωνιές. Κι ακόμα έστειλε ένα πελώριο αητό να του τρώει όλη μέρα το συκώτι, που κάθε βράδυ ξαναγίνονταν, ώστε το μαρτύριο του να μην έχει τέλος. Όμως ο Προμηθέας δεν λύγισε, και με αδάμαστη θέληση και πείσμα μεγάλο υπόφερε τα φοβερά του βασανιστήρια δίχως να ζητήσει τον οίκτο του Δία. Αντίθετα τον προκαλούσε μ' ένα μυστικό που μόνο αυτός γνώριζε, μια προφητεία, και που απ' αυτήν εξαρτιόταν η διατήρηση της εξουσίας του Δία πάνω σε θεούς και ανθρώπους. Και πράγματι στο τέλος ο Δίας αναγκάστηκε, ύστερα από χρόνους και χρόνους πολλούς, ν απελευθερώσει τον Προμηθέα από τα δεσμά του για να μάθει την κρίσιμη εκείνη προφητεία, η οποία έλεγε ότι αν ο Δίας έσμιγε ερωτικά με την θεά Θέτη, ο γιος που θα γεννιόταν απ' αυτή την ένωση θα ήταν δυνατότερος από κείνον. Και ο Δίας που φοβήθηκε την εκπλήρωση της προφητείας, μολονότι ήταν ερωτευμένος με την Θέτιδα δεν πλάγιασε μαζί της, και για ν' αποφύγει μάλιστα τον πειρασμό την πάντρεψε μ' ένα θνητό, τον βασιλιά της Φθίας Πηλέα, από τον οποίο η Θέτης απόκτησε ένα γιο, τον ηρωικό Αχιλλέα. Όσο για τον Προμηθέα έστειλε στον μακρινό Καύκασο τον μεγάλο ήρωα Ηρακλή, που ήταν γιος του από την Αλκμήνη, κι εκείνος με το αλάθητο τόξο του σκότωσε τον πελώριο αητό κι ελευθέρωσε από τα δεσμά του τον Προμηθέα, τον μεγάλο φίλο κι ευεργέτη των ανθρώπων.
Εμπνευσμένος από τον μύθο αυτόν του Προμηθέα ο Αισχύλος, ο μεγάλος τραγικός ποιητής της αρχαίας Αθήνας, έγραψε μια τριλογία που την αποτελούσαν οι τραγωδίες «Προμηθεύς δεσμώτης», «Προμηθεύς λυόμενος», «Προμηθεύς πυρφόρος», από τις οποίες μόνον η πρώτη σώζεται. Σ' αυτήν ο Προμηθέας παρουσιάζεται δεσμώτης του Δία να βασανίζεται σκληρά για την βοήθεια που πρόσφερε στους ανθρώπους, και εντυπωσιάζει η τόλμη του Αισχύλου να παρουσιάσει τον Δία, τον αδιαφιλονίκητο πατέρα θνητών και αθανάτων, ως ένα θεό σκληρό, εκδικητικό και συμφεροντολόγο. Στην δεύτερη εμφανίζονταν η υποχώρηση του Δία, που στέλνει τον Ηρακλή ν' απελευθερώσει τον Τιτάνα, και στην τρίτη παρουσιάζονταν η θριαμβευτική επάνοδος του Προμηθέα στην γη, και η καθιέρωση της λατρείας του στην Αθήνα.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΠΌΥΡΑΣ
Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010 "Τα δικά μας φτερά"






Ο Γίγαντας

Στα πίσω χρόνια τα πικρά
οπού φωτιά δεν είχε
ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές
τ' αλέτρι δεν κατείχε.

Μα μιάν αυγή, μια Κυριακή
μια 'πίσημον ημέρα
γεμίσανε τα φυσερά
λυτρωτικόν αέρα.

Κατέβηκεν ο Γίγαντας
μ' ένα δαδί στο χέρι
έριξε φώτα στις σπηλιές
και χάρηκε τ' ασκέρι.

Πήραν φωτιά τα σύδεντρα
τα σίδερα ελυγίσαν
η γης οργώθηκε καλά
και τα φυτά εκαρπίσαν.

Πρωί πρωί τον πιάσανε
το γίγαντα και πάνε
στον Καύκασο ξημέρωνε
τρία πουλιά περνάνε.

Πουλιά μου διαβατάρικα
τι βλέπετε στις στράτες,
τι κουβαλάει ο γίγαντας
στις σιδερένιες πλάτες;

Μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς
με το σφυρί στο χέρι,
ξωπίσω του ο κλειδαράς
της μοναξιάς του ταίρι.

Ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός
ο πιο σκληρός στο πλάι
αυτός κρατάει τα σύνεργα
γελάει μα δε μιλάει.

Καρφώσανε το γίγαντα
στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν
και του 'λεγαν: Στοχάσου.
του Κ.Χ. Μύρη

Δεν υπάρχουν σχόλια: