Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Μαθαίνοντας για τους Λύκους




Μια σημερινή ανάρτηση στο facebook για ένα πανέξυπνο ζώο αποτέλεσε αφορμή για μια στενότερη γνωριμία μου με τον Λύκο και  μια ευρύτερη αναφορά σ' αυτόν μέσα από αυτήν εδώ την ανάρτηση. Σ' αυτή περιλαμβάνουμε την σημερινή ανάρτηση στο fb για τις ηγετικές ικανότητες του λύκου, ένα χρονογράφημα που γράφτηκε στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα από τον Στέφανο Γρανίτσα και πληροφορίες που αλιεύσαμε από το ιστολόγιο της περιβαλλοντικής οργάνωσης για την άγρια ζωή και φύση "Καλιστώ" ( συγγραφέας του άρθρου  ο Βιολόγος - Συνεργάτης του ΚΑΛΛΙΣΤΩ κ. Γιώργος Ηλιόπουλος) και από τον "Αρκτούρο".  

Μαθαίνοντας από τους Λύκους .....ηγεσία

Η φωτογραφία δείχνει την ιεραρχία σε μια αγέλη λύκων.


Οι τρεις πρώτοι λύκοι είναι οι πιο αδύναμοι και άρρωστοι. Αυτοί που ρυθμίζουν το βάδισμα. Αν αντιστραφεί η σειρά, θα μείνουν πίσω θα χαθούν. Στην περίπτωση ενέδρας, είναι οι πρώτοι που θα χαθούν. Πηγαίνοντας μπροστά, ανοίγουν το δρόμο μέσα στο χιόνι και το πατικώνουν. Πίσω τους ακολουθούν πέντε ισχυροί λύκοι σχηματίζουν την πρωτοπορία, ενώ στη μέση, είναι ο πλούτος της αγέλης, 11 θηλυκές, στη συνέχεια, άλλοι πέντε λύκοι σχηματίζουν τα μετόπισθεν. Και τελευταίος, σχεδόν απομονωμένος από την αγέλη, είναι ο αρχηγός-ηγέτης, θα πρέπει να επιτηρεί την αγέλη, να την ελέγχει άμεσα, να συντονίζει και να δίνει τις απαραίτητες εντολές. (Πηγή Α.Δ.)

Η αγέλη


Ο πληθυσμός του λύκου αποτελείται από μικρές οικογενειακές ομάδες (αγέλες) οι οποίες διατηρούν μια αποκλειστική περιοχή- επικράτεια και οι οποίες δεν επικαλύπτονται παρά ελάχιστα μεταξύ τους. Το μέγεθος μιας αγέλης λύκου στην Ελλάδα αποτελείται από 3-4 άτομα κατά μέσο όρο, ενώ το εύρος ανά τον κόσμο είναι από 2 έως και 42 άτομα!.
Οι αγέλες αποτελούνται συνήθως από το αναπαραγωγικό ζευγάρι και τους απογόνους τους, της ίδιας χρονιάς ή και των προηγούμενων ετών. Έχει παρατηρηθεί ακόμα και παραμονή απογόνων στην αγέλη ηλικίας 4 ετών.
Το μέγεθος της αγέλης εξαρτάται από την ποιότητα, την ποσότητα, τη διαθεσιμότητα της τροφής και την κατανομή της στο χώρο, το μέγεθος του πιο συστηματικά θηρευόμενου είδους, την ανθρωπογενή θνησιμότητα και την πυκνότητα του πληθυσμού του λύκου στο σύνολό του.
Η επικράτεια της αγέλης «περιπολείται» συστηματικά από το αναπαραγωγικό ζευγάρι και υπερασπίζεται από εισβολείς σθεναρά, ενώ υπάρχει ισχυρή τάση για τη διατήρησή της ακόμα και αν μόνο ένα ενήλικο μέλος από την αγέλη παραμείνει σ' αυτήν. Αν και ξένοι λύκοι που εισέρχονται στην επικράτεια συνήθως διώκονται - ακόμα και θανατώνονται, υπάρχουν όμως και αρκετές περιπτώσεις όπου ξένα από την αγέλη άτομα υιοθετήθηκαν από αυτήν και έγιναν μάλιστα και αναπαραγωγικά άτομα.
Η έκταση της επικράτειας μιας αγέλης ποικίλει σημαντικά και εξαρτάται, επίσης, από τη διαθεσιμότητα τροφής, την κατανομή της στο χώρο, τη διαθεσιμότητά στο χρόνο και την πυκνότητα του πληθυσμού του λύκου στην ευρύτερη περιοχή.
Η μικρότερη επικράτεια αγέλης λύκων που αναφέρεται στη βιβλιογραφία είναι 33 τετ. χιλ. ενώ η μεγαλύτερη (Αλάσκα) 6300 τετ.χιλ. Λύκοι-νομάδες που ακολουθούν τα κοπάδια των οπληφόρων στην αρκτική ζώνη κατά τις μετακινήσεις τους, περιπλανώνται σε εκτάσεις μέσου μεγέθους 63.000 τετ.χιλ έκταση ανάλογη με αυτή της ηπειρωτικής Ελλάδας. Βέβαια στις περιπτώσεις αυτές, οι τεράστιες αυτές εκτάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επικράτειες.
Στην Ελλάδα με τα δεδομένα που έχουν μέχρι στιγμής συγκεντρωθεί από την κατανομή γειτονικών αγελών στο χώρο, καθώς και από περιορισμένη εφαρμογή της ραδιο-τηλεμετρίας , το μέγεθος των επικρατειών κυμαίνεται από 100 έως 300 τετ.χιλ.
Αντίθετα με ότι πιστεύεται από αρκετούς κτηνοτρόφους, οι λύκοι στην Ελλάδα δεν ακολουθούν τα κοπάδια ελεύθερης βοσκής κατά τις μετακινήσεις τους. Οι αγέλες που μέχρι στιγμής έχουν μελετηθεί, πέρα από εποχιακές μικρές σχετικά μετακινήσεις και μικρές μετατοπίσεις της επικράτειάς τους, παραμένουν όλο το χρόνο στην ευρύτερη περιοχή της.
Τα όρια μιας επικράτειας «διαφημίζονται» τακτικά από το αναπαραγωγικό ζευγάρι τις αγέλης με οσφρητικά και ακουστικά μηνύματα. Τα ζώα ουρούν ή αφήνουν περιττώματα σε χαρακτηριστικά σημεία της επικράτειας τους (διασταυρώσεις, ράχες, διάσελα) και κυρίως στην περιφέρεια της, ενώ με το ουρλιαχτό επίσης προειδοποιούν σε πραγματικό χρόνο για την παρουσία τους άλλα άτομα λύκου ξένα προς την αγέλη σε αποστάσεις μεγαλύτερες από 10 χιλιόμετρα . Το σημάδεμα της επικράτειας με ούρηση ή περιττώματα, δίνει πληροφορίες για το φύλο, την φυσική κατάσταση και την αναπαραγωγική κατάσταση του κάθε ζώου. Γδαρσίματα, επίσης, στο έδαφος αφήνουν οσφρητικό αποτύπωμα προερχόμενο από αδένες ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών.
Οι μηχανισμοί αυτοί έχουν εξελιχθεί έτσι ώστε να αποφεύγεται η συνάντηση των γειτονικών αγελών και να περιορίζονται οι απώλειες από τις συγκρούσεις μεταξύ τους. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις όπου άτομα από μια αγέλη μπορεί να εισέλθουν στην περιοχή της γειτονικής τους αγέλης με αποκλειστικό σκοπό την εκδίωξη ή θανάτωσή τους για την προσάρτηση εκτάσεων στην επικράτειά τους και την εκμετάλλευση τροφικών πηγών..
Διασπορά πληθυσμού.
Η ανάγκη για αναπαραγωγή και ο ανταγωνισμός μέσα στην αγέλη για τροφή οδηγεί σταδιακά όλους τους απογόνους ενός αναπαραγωγικού ζευγαριού μιας αγέλης στο να εγκαταλείψουν την περιοχή όπου γεννήθηκαν (διασπορά).
Διασπορά ατόμων από την αγέλη συμβαίνει συνήθως μετά το πρώτο έτος της ηλικίας τους μερικές φορές αρκετά νωρίτερα (6 μηνών) ή και πολύ αργότερα. Κατά τη διασπορά, ένας λύκος μπορεί να διανύσει πολύ μεγάλες αποστάσεις προς αναζήτηση κενής περιοχής για εγκαθίδρυση άλλης επικράτειας ή προς αναζήτηση διαθέσιμου συντρόφου ή άλλης αγέλης, ανάλογα με την ηλικία του. Ένα ποσοστό των λύκων που κάνουν διασπορά, δεν ενσωματώνονται σε κάποια αγέλη ή δε δημιουργούν δική τους, αλλά περιπλανώνται διακριτικά, μεταξύ των επικρατειών διαφόρων αγελών (μοναχικοί λύκοι) και συνήθως αντιπροσωπεύουν το 5 με 20% του συνολικού πληθυσμού του είδους σε μια περιοχή. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμα δεδομένα από διαδρομές διασποράς. Από τη σχετική όμως βιβλιογραφία οι αποστάσεις κυμαίνονται από λίγα έως και 800 χιλ!.

 Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915)*

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ
Ο ΛΥΚΟΣ
Η παράδοση: Άμα ο Χριστός έπλασε τα πρόβατα και βγήκε στα βουνά να τα βοσκήσει, τόσο χάρηκε η ψυχή του, που έκοψε ένα ξύλο, το έφκιασε μια μεγάλη φλογέρα κι άρχισε να λαλεί. Άκουσε ο Σατανάς τα λαλήματα και τα βελάσματα, πήγε κοντά, είδε τα πρόβατα και μαύρισε η ψυχή του.
- Τι παράμορφα πλάσματα είναι τούτα που ’καμε ο Χριστός! είπε. Κι ο νους του πήγε πως να του τα χαλάσει. Παραμέρισε στο λόγγο, έκοψε μία αγριαπιδιά κι άρχισε να φκιάνει τον Λύκο. Γι’ αυτό, που ’ναι φκιασμένο απ’ αγριαπιδιά, δεν λυγίζει καθόλου αυτό το πλάσμα του Σατανά. Μα άμα τον απόφκιασε το Λύκο και πήγε να τον στήσει, είδε πως δεν μπορούσε να σταθεί στα ποδάρια του το έργο του. Αφού είδε και αποείδε πως δεν θα στυλώσει τον Λύκο, πήγε στο Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε.
- Αφέντη, θέλησα κι εγώ να κάμω ένα πλάσμα σαν τα δικά σου, μα γιατί δεν στέκει στα πόδια του; Αξίωσέ με να το ιδώ όρθιο και θα προσκυνώ τ’ όνομά σου.
Ο Χριστός του είπε:
- Πήγαινε να του φωνάξεις: Σήκω έργο μου και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.
Ο Σατανάς γνοιάστηκε.
Κι αν το πρόσταξε ο Χριστός να με φάει; είπε.
Πήγε γρήγορα, έκανε ένα λάκκο κοντά στο λύκο, κρύφτηκε μέσα κι αφήνοντας έξω το ένα ποδάρι του μόνο φώναξε:
-Σήκω έργο μου, και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός. Ο Λύκος πήδησε επάνω, άρπαξε το ποδάρι του Σατανά και το έφαγε. Γι’ αυτό λένε ότι ο αρχιδαίμονας είναι κουτσός.

Η πονηρία του: Επειδή γνωρίζει ότι η οσμή του χτυπά τα προβατόσκυλα, άμα πηγαίνει στη στάνη βαδίζει από το μέρος που έχει αντίθετο τον αέρα. Αν έχει ρέμα χώνει το ρύγχος του στο νερό. Αν είναι μέρα ποτέ δεν βαδίζει σε γυμνό τόπο. Προτιμά πάντοτε τ’ απόσκια, για να μη διακρίνεται εύκολα. Αν είναι συμμορία χωρίζονται σε δύο μπουλούκια. Οι μεν πηγαίνουν από το μέρος που φυσά, ώστε να μη τους αντιληφθούν τα σκυλιά και τους πάρουν από κοντά. Άμα κατ’ αυτόν τον τρόπον απομακρυνθούν τα σκυλιά, ορμούν οι άλλοι στο κοπάδι και σφάζουν. Πόσα;
Πιστεύουν, ότι άμα μπει στο κοπάδι σφάζει κάθε Λύκος έως 99. Άμα φτάσει τα 100 λέγουν ότι σκάζει. Η αλήθεια είναι ότι ένας Λύκος σφάζει όσα προφθάσει. Να χορτάσει δεν υπάρχει φόβος. Μήπως τρώγει κρέας; Ανοίγει μια φλέβα στο λαιμό και πίνει το αίμα. Γι’ αυτό λέγουν: Άμα έχει ένας Λύκος, έχουν εκατό κοράκια. Άμα έχουν εκατό κοράκια δεν έχει ένας Λύκος,
«Μπήκε ο Λύκος στο κοπάδι, αλλοιά πώχει το ένα». Βεβαιωμένο πράγμα είναι, ότι αν σ’ ένα κοπάδι είναι πεταμένα ένα ή λίγα πρόβατα κανενός συνορίτη, εκείνα θα πρωτοπάρει ο Χάρος. Ο λόγος είναι ο εξής.
Κάθε μπουλούκι είναι σαν από ιδιαιτέρα πάστα φκιασμένο. Αν σμίξετε πέντε μπουλούκια, θα έχετε μεν ένα μεγάλο κοπάδι, αλλά με την πρώτη ταραχή σχίζονται κατά μπουλούκια, όπως όταν ήταν χωρισμένα. Αν λοιπόν στο κοπάδι είναι ένα μοναχό πρόβατο θα ξεκόψει και ίσως γλυτώσουν τα άλλα από τα σκυλιά, τα οποία, ως μυαλωμένα, θα τρέξουν να γλυτώσουν τα περισσότερα, αλλά το ένα σπανίως να σωθεί.
Επειδή με το αίμα ενός προβάτου δεν μπορεί βέβαια να χορτάσει, ούτε επί τόπου είναι εύκολο να το καταπιεί, αναγκάζεται να το παίρνει μαζί του, και να πως. Αν μεν είναι μικρό το πετά στην πλάτη του και φεύγει, σαν να έχει επανωφόρι ριγμένο στους ώμους του. Αν είναι μεγάλο το δαγκάνει από το αυτί, το ζώνει με την ουρά του στη μέση και τοιουτοτρόπως πηγαίνουν αλαμπράτσο.
Αν είναι άλογο, το πιάνει από τ’ αδύνατα μέλη του σώματός του. Αν είναι βόδι, πηδά στο λαιμό του και με την ουρά του το διευθύνει όπου θέλει σαν καβαλάρης με το καμτσίκι του. Αν είναι μουλάρι πιάνει τη στράτα και κάνει τον πεθαμένο. Το μουλάρι, κατά την περιέργειά του, πηγαίνει να τον μυρίσει και άμα πλησιάσει την μύτη του τ’ αρπάζει απ’ αυτή και το σκάζει. Αν είναι δυνατό το μουλάρι το σηκώνει επάνω και τον βροντά κάτω σαν χταπόδι. Οι μουλαροτρόφοι, για να σώσουν την υπόληψη της ράτσας των, λέγουν ότι ο Λύκος τρώγει προηγουμένως άμμο για να βαρύνει και γι’ αυτό ως επί το πολύ δεν μπορούν να τον σηκώσουν τα μουλάρια.
Αλλοίμονο, αν έκοβαν όλοι οι Λύκοι, λέγει μια παροιμία. Κόβει μόνον ο Μονιάς. Τι είναι ο Μονιάς; Το μεγαλύτερο παιδί τους ο Λύκος και η Λύκαινα το χωρίζουν όταν γεννηθεί. Το τρέφουν και το εκπαιδεύουν ιδιαιτέρως. Σ' αυτό εμπιστεύονται όλη την τέχνη την οποίαν του διδάσκουν με την επιμέλεια της Αλεπούς. Κουβαλούν πρόβατα και γίδια ζωντανά στην φωλιά του Μονιά χάριν της υποδειγματικής του διδασκαλίας. Μετά από οδηγείται στα κοπάδια, προς τελειοποίηση των σπουδών του.


Όρος απαράβατος: Από κοπάδια που είναι γύρω από την φωλιά του ποτέ δεν κλέβει ο Λύκος. Επιθυμεί να μην βρίσκεται σε παρεξηγήσεις με τους γειτόνους του, τουλάχιστον εφ’ όσον έχει τα μικρά του σε κατάσταση ανηλικότητας.
Αφ’ ότου έρχεται ο Αγγλικός στόλος στον Αστακό, η πεδινή Ακαρνανία ησύχασε. Οι φωτεινές δέσμες των προβολέων των πλοίων φόβισαν τον Λύκο πολύ, ώστε να φύγει. Άλλοτε τον είχε τρομάξει η λοκομοτίβα του σιδηροδρόμου Κρυονερίου - Αγρινίου τόσο, ώστε έφυγαν όλοι και πέρασαν στους ορεινούς δήμους της Ακαρνανίας. Ο μακαρίτης ο Τρικούπης μαυρίστηκε στις εκλογές για για τα καλά από τους βοσκούς, διότι «του διαβόλου το σιδηρικό έρριψε τους λύκους μέσα στη στάνη τους».
Η επικήρυξη του Λύκου είναι από τα κυριότερα ποιμενικά έθιμα. Αν δεν απατώμαι, μόνον στην Ελλάδα δεν είναι επικηρυγμένοι οι Λύκοι. Εις όλα τα άλλα κράτη ζει η νομοθεσία του Σόλωνα, του πρώτου που επικήρυξες τους Λύκους. Στον περσινό Γαλλικό προϋπολογισμό της Γεωργίας βλέπομαι την εξής κλίμακα αμοιβών.
Λύκαινα εις ενδιαφέρουσα κατάσταση          75 φράγκα
Λύκος                                                                       50      »
Λυκόπουλο                                                             20      »
Λύκος που έφαγε άνθρωπο                                100     »
Ο νόμος του 1882 που έχει διπλάσιες τιμές έφερε σαν αποτέλεσμα, όπως βλέπουμε στο ίδιο τεύχος του περυσινού προϋπολογισμού, ότι από τους 1336 Λύκους, που αριθμούσε τότε η Γαλλία, σήμερα, δηλαδή πέρυσι, να μείνουν μόνον 72.
Ζει επίσης η πρόληψη την οποίαν αναφέρει ο Βιργίλιος, ότι αν σε δει ο Λύκος «χαβώνεσαι», δηλαδή μένεις άλαλος.
Οι καταστροφές που κάνει στην Ελλάδα υπολογίζονται σε εκατοντάδες χιλιάδες. Γι’ αυτό όποιος σκότωνε ή συλλάμβανε Λύκο που δεν είχε επικηρυχτεί ακόμη τον περιφέρει στα χωριά και παίρνει δώρα. Αν ο Λύκος είναι ζωντανός του γίνεται μεγάλη διαπόμπευση. Τον γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι, με μάσιο, με ντέλφια και σφυρίγματα.
Ο Γύφτος δεν έχει πρόβατα κι απ’ αυτόν την βρίσκει ο Λύκος. Το δέρμα του είναι για νταούλια και για ντέλφια.
Κάποτε δίκαζαν ένα Λύκο, λέει ο μύθος. Ο Γύφτοςεφώναξε περισσότερο από τους άλλους εναντίον του. Και ο Λύκος, που δεν μιλούσε εφ’ όσον τον κατηγορούσαν οι άλλοι, βλέποντας τον Γύφτο να κόβεται εναντίον του γύρισε και του είπε:
- Καλά μωρέ Γύφτε, όλου του κόσμου του ’χω κάμει ζημιά, αλλ’ εσένα τ’ αμόνι σώφαγα, πανάθεμά σε παληόγυφτε...
Όταν άλλη μια φορά τον κατηγόρησαν τα ζώα ότι τρώγει πρόβατα και γίδια απήντησε:
- Εγώ μωρέ πειράζω τα γιδοπρόβατα; Αμ’ αν εγώ έτρωγα πράματα θα γύριζα χειμώνα καιρός γυμνός; Δεν θάφκιανα με τα μαλλιά τους μία κάπα να μη με δέρνει η βροχή;
Κάποτε η Αλεπού έστειλε και του εζήτησε λίγα μαλλιά γιατί δεν της έφθαναν τα δικά της να αποσώσει τον αργαλειό της. Ο Λύκος κατάλαβε τι του ζητούσε και της γύρισε ένα κομμάτι κρέας:
- Πέστε της, είπε, άμα τελειώσει τα δικά της υφάδια να βάλει κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες για μένα...
Διασκευή από το πρωτότυπο.
(*)Στέφανος Γρανίτσας, Συγγραφέας
Ο Στέφανος Γρανίτσας ήταν δημοσιογράφος, ποιητής και συγγραφέας από τη Γρανίτσα Ευρυτανίας. Μετέφερε, μέσα από τα κείμενα του σε εφημερίδες της εποχής, μύθους και παραδόσεις από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Βικιπαίδεια
Γέννηση: 1880, Γρανίτσα Ευρυτανίας / Απεβίωσε: 1915, Αθήνα

Λύκος (Lupus lupus)


Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας. Σήμερα έχει εξαφανιστεί από ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης κατανομής του που κάλυπτε σχεδόν όλο το Βόρειο Ημισφαίριο. Αυτό οφείλεται στο ότι από τον 14ο αιώνα και μετά έγιναν συστηματικές προσπάθειες εξόντωσης του, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί από 14 χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Όμως ο λύκος δεν υπήρξε ποτέ στόχος προσπαθειών ολοκληρωτικής εξόντωσης στην Ελλάδα.
Αυτό οφείλεται στο ότι η μακρόχρονη άσκηση της κτηνοτροφίας ελεύθερης βοσκής, από την αρχαιότητα έως σήμερα στον ελλαδικό χώρο είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση μεθόδων βόσκησης και φύλαξης των κοπαδιών προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελλαδικού χώρου (κλίμα, ανάγλυφο, βλάστηση, άγρια πανίδα), μέρος των οποίων είναι και η παρουσία του λύκου.
Ένα παράδειγμα τέτοιας προσαρμογής είναι η χρήση του ελληνικού ποιμενικού σκύλου για την αποτελεσματική φύλαξη των κοπαδιών. Ο λύκος, ως ανώτερο θηλαστικό, προσάρμοζε συνεχώς τις συνήθειες και τη συμπεριφορά του στις δραστηριότητες των ανθρώπων της υπαίθρου.
Αποτέλεσμα ήταν να μάθει να αποφεύγει τις επικίνδυνες γι' αυτόν καταστάσεις, έτσι ώστε να επιβιώσει ως τις μέρες μας.
Η παρουσία του λύκου προκαλούσε ανέκαθεν αντικρουόμενα συναισθήματα και αντιδράσεις στους ανθρώπους της υπαίθρου. Παρόλα αυτά η παράδοση και τα ήθη του λαού μας πιθανόν να συνέβαλαν στην επιβίωση του είδους στην Ελλάδα.
Η εξάπλωση του σήμερα εκτείνεται σε όλο σχεδόν τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο εκτός από την Πελοπόννησο, από όπου εξαφανίστηκε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '30.


Ο λύκος παρών στους Μύθους και τις Παραδόσεις των Ελλήνων


Έντονη είναι η παρουσία του λύκου στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Τον συναντάμε στη συνοδεία της θεάς Άρτεμης μαζί με άλλα ζώα. Ο θεός Απόλλωνας συχνά αναφέρεται ως .
Αυτή είναι μια επίκληση του Απόλλωνα ως θεού του φωτός που δηλώνει την καταγωγή των λέξεων λυκόφως και λυκαυγές, δηλαδή το σούρουπο και τη χαραυγή. Τα νομίσματα του Άργους που είχε προστάτη το θεό Απόλλωνα διακοσμούνταν με λύκους περίπου έως τον 5ο αιώνα π.χ.
Ένας μπρούτζινος λύκος υπήρχε σε ένα από τα πιο φημισμένα ιερά του Απόλλωνα, το μαντείο των Δελφών, πιθανότατα σε ανάμνηση του λύκου που σκότωσε ένα ληστή του ναού σε μικρή απόσταση από το ιερό και ύστερα οδήγησε σε αυτόν τους προσκυνητές.
Στο νότιο άκρο της Ακρόπολης υπάρχουν τα ερείπια του Λυκείου, ενός κτιρίου που χρησιμοποιούνταν ως χώρος λατρείας του θεού Απόλλωνα.


Στον ίδιο χώρο δίδαξε και ο Αριστοτέλης την εποχή που έγραφε το «Περί ζώων ιστορίαι».
Το κεφάλαιο που αφιερώνει στους λύκους συμπεριλαμβάνει τον μύθο της γέννησης του Απόλλωνα στη νήσο Δήλο. Σύμφωνα με το μύθο η μητέρα του Απόλλωνα, Λητώ, μεταμορφωμένη σε λύκο και συνοδευόμενη από μια αγέλη λύκων ταξίδεψε από τη γη των Υπερβορείων για να έρθει ως τη Δήλο. Σε άλλο μύθο ο Δίας μεταμορφώνει σε λύκους τον Λυκάονα μυθικό βασιλιά της Αρκαδίας και τους γιούς του μετά από ένα ανόσιο γεύμα που του προσφέρουν.
Από το μύθο αυτόν μένει στους αιώνες η ονομασία του όρους Λύκαιον στην Αρκαδία.
Ο Σωκράτης στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα χρησιμοποιεί το μύθο του Λυκάονα για να αποτρέψει πολιτική συμπεριφορά που οδηγεί στην τυραννία.
Λύκος ονομάζεται και ο βασιλιάς που υποδέχτηκε φιλόξενα τους Αργοναύτες στον Άδη.
Ένα βασιλιά Λύκο αναφέρει στα έργα του «Ηρακλής» και «Αντιόπη» ο Ευριπίδης. Ο λύκος πρωταγωνιστεί σε πολλούς μύθους του Αισώπου που έχουν κάνει το γύρω του κόσμου καθώς και στις παραδόσεις, στις παροιμίες και στα παραμύθια της νεότερης Ελλάδας.
Πολλά είναι και τα τοπωνύμια που υποδηλώνουν την παρουσία του λύκου στην Ελλάδα, όπως τα χωριά Λυκοτρίχι Δωδώνης, Λυκόστομο Καβάλας, Λοκοστάνη Δωδώνης, Λύκος Φιλιατών, Λύκοι Εδεσσας, Λυκοδρόμι Ξάνθης, Λυκόβρυση Αττικής. Τοποθεσίες σε πρηνές περιοχές με ονόματα όπως Λυκορράχη, Λυκόρεμα, Λυκόλακκα κτλ. είναι πολύ συνηθισμένες.
Εκπληκτικά μεγάλος είναι ο αριθμός των τοπωνυμίων που έχουν σχέση με το λύκο και στην Πελοπόννησο κάτι που υποδηλώνει την μέχρι πρόσφατα παρουσία του, όπως τα χωριά Λυκοποριά Κορινθίας, Λυκότραφος Μεσσηνίας, Λύκισσα Πυλίας, Λυκόσουρα Μεγαλόπολης, Λυκοτρύπι Ναυπλίας κτλ.



Ο λύκος ζει ανάμεσά μας
Γκρίζος και κόκκινος λύκος
Ο λύκος είναι σαρκοφάγο θηλαστικό και αποτελεί τον μεγαλύτερο εκπρόσωπο των κυνοειδών. Το επιστημονικό του όνομα είναι Canis lupus το οποίο αναφέρεται στο γένος και το είδος αντίστοιχα. Ο λύκος πήρε την τωρινή του μορφή εδώ και 1 εκατομμύριο έτη περίπου, δηλαδή πολύ πριν την εμφάνιση του σημερινού ανθρώπου. Σήμερα, ως αποτέλεσμα της γενετικής εξέλιξης χιλιάδων ετών, επιβιώνουν δύο είδη λύκων: ο γκρίζος ( Canis lupus ) και ο κόκκινος λύκος ( Canis rufus ). Τα δύο αυτά είδη περιλαμβάνουν 30 περίπου υποείδη που ζουν σε συγκεκριμένες περιοχές σε όλο τον πλανήτη.
Το βάρος του μεσογειακού λύκου κυμαίνεται από 20 ως 40 κιλά και το μήκος του φθάνει το 1 με 1,5 μέτρο . Στο τρίχωμα του κυριαρχεί το καφέ σώμα με χαρακτηριστική γκρίζα ράχη. Το κρανίο του είναι μεγάλο σε σχέση με το σώμα του, με ισχυρές γνάθους για αρπαγή και τεμαχισμό της λείας. Διαθέτει 42 δόντια με χαρακτηριστικά μεγάλους κυνόδοντες που φθάνουν ως και 7εκ. Το δάγκωμά του έχει απίστευτη δύναμη και μπορεί να διαπεράσει στρώμα δέρματος και τριχώματος αρκετών εκατοστών. Το στέρνο του είναι μυώδες και τα πόδια του εξαιρετικά δυνατά και ψηλά ώστε ν' αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες, ως και 40 km/h , όταν τρέχει.
Αισθήσεις:
Όσφρηση: η όσφρηση είναι η ισχυρότερη αίσθηση του λύκου. Οι λύκοι μπορούν να εντοπίσουν το θήραμά τους σε απόσταση 3 χιλιομέτρων μόνο από τη μυρωδιά.
Ακοή: η ακοή τους είναι επίσης ένα από τα δυνατά τους σημεία. Αντιλαμβάνονται ήχους σε ευρύ φάσμα συχνοτήτων από 250 Hz ως 30.000 Hz
Οι λύκοι μπορούν να επικοινωνούν και να ακούν ο ένας τον άλλον ακόμη και όταν ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται απόλυτη σιωπή.
Όραση: Αν και η όραση δεν είναι από τα πιο δυνατά τους σημεία, οι λύκοι βλέπουν αρκετά καλά και με τη βοήθεια των δύο ισχυρών αισθήσεων τους μπορούν να εντοπίσουν τα θηράματά τους αλλά και να αποφύγουν τους κινδύνους.

Η βιολογία του λύκου
Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι βασικότερες παράμετροι της βιολογίας του είδους.




Αναπαραγωγή.


Η σεξουαλική ωρίμανση του λύκου επέρχεται σε ηλικία 22 μηνών, σπανιότερα δε και νωρίτερα (σε περιπτώσεις μεγάλης αφθονίας τροφής). Ο λύκος αναπαράγεται μια φορά κάθε χρόνο. Το ζευγάρωμα γίνεται συνήθως τους μήνες από τον Ιανουάριο έως και το Μάρτιο. Την περίοδο αυτή το αρσενικό αναπαραγωγικό άτομο της αγέλης εντείνει την επιτήρηση της επικράτειας αφήνοντας περισσότερα σημάδια στην περιφέρειά της σε σχέση με τις υπόλοιπες εποχές.
Η έναρξη του οίστρου στους λύκους ορίζεται αποκλειστικά από τη φωτοπερίοδο. Σε αντίθεση με τα αρσενικά σκυλιά που εν δυνάμει μπορούν να ζευγαρώσουν δύο φορές το χρόνο και οποιαδήποτε εποχή, ο αρσενικός λύκος καθίσταται ικανός για γονιμοποίηση μόνο την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου. Την περίοδο αυτή η έκκριση τεστοστερόνης φτάνει σε υψηλά επίπεδα σε αντίθεση με την περίοδο άνοιξης-καλοκαιριού.
Στην περίπτωση που στην αγέλη υπάρχουν παραπάνω από δυο ενήλικα και ικανά για αναπαραγωγή θηλυκά, μόνο το ένα από αυτά ζευγαρώνει αν και σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί ζευγαρώσουν και δυο μέσα στην ίδια αγέλη.
Η περίοδος εγκυμοσύνης διαρκεί 60-65 ημέρες. Δυο εβδομάδες πριν τη γέννα η λύκαινα προετοιμάζει τη φωλιά η οποία βρίσκεται συνηθέστερα σε περιοχές με τη μέγιστη δυνατή δασοκάλυψη και χαμηλή όχληση από ανθρώπινες δραστηριότητες και πάντα σε κοντινή απόσταση από μόνιμη παροχή νερού. Η φωλιά βρίσκεται συνήθως σε φυσική κοιλότητα ή σκάβεται από το θηλυκό λύκο σε μαλακό υπόστρωμα.
Στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί φωλιές αρκετά κοντά σε χωριά και σε αποστάσεις 1- 2 χιλιομέτρων από αυτά. Το γεγονός αυτό συνδέεται με διαθεσιμότητα τροφής που είναι μεγαλύτερη κοντά σε ανθρώπινους οικισμούς.
Τα λυκάκια γεννιόνται τυφλά και κουφά. Ανοίγουν τα μάτια τους στις δυο περίπου εβδομάδες. Θηλάζουν για περίπου 9 εβδομάδες ή και περισσότερο. Τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους παραμένουν πάντα κοντά στη φωλιά και στη συνέχεια αρχίζουν και απομακρύνονται από αυτή σε αποστάσεις λίγων εκατοντάδων μέτρων. Αν υπάρξει σοβαρή όχληση κοντά στη φωλιά από ανθρώπινες δραστηριότητες, η λύκαινα μεταφέρει τα λυκάκια σε εφεδρική φωλιά.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού τα λυκάκια ακολουθούν τα υπόλοιπα μέλη της αγέλης σε συγκεκριμένες θέσεις, συνήθως σε μικρά ξέφωτα κοντά σε πηγή νερού με πυκνή βλάστηση, ώστε να παραμείνουν ασφαλή όταν τα ενήλικα άτομα λείπουν προς εξεύρεση τροφής. Οι θέσεις αυτές αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως rendezvous sites , αφού εκεί συναντιέται όλη η αγέλη, και αποτελούν το κέντρο της δραστηριότητάς της την εποχή αυτή. Συνηθέστερα, μαζί με τα λυκάκια παραμένει και ένα μεγαλύτερο σε ηλικία ζώο προς επιτήρησή τους. Μετά τον απογαλακτισμό τους και μέχρι την ηλικία των 6-7 μηνών τα λυκάκια τρέφονται με μισοχωνεμένη τροφή που εξεμούν τα ενήλικα άτομα επιστρέφοντας στις θέσεις συνάντησης. Μόλις αποκτήσουν τη μόνιμη οδοντοφυΐα τους σε ηλικία περίπου 7 μηνών, αρχίζουν και ακολουθούν την υπόλοιπη αγέλη στις περιπλανήσεις της.
Η θνησιμότητα των νεαρών λύκων είναι πολύ υψηλή και ξεπερνά ακόμα και το 50%. Έτσι αν και ο αριθμός απογόνων ανά γέννα μπορεί να είναι μέχρι και 6 λυκάκια, πολύ λιγότερα από αυτά επιβιώνουν μετά το πέρας του πρώτου χειμώνα της ζωής τους.
Με την είσοδο του χειμώνα η αγέλη εισέρχεται στη λεγόμενη «νομαδική φάση» όπου μετακινείται συνεχώς μέσα στα όρια της επικράτειάς της.


Βιότοπος-και τροφικές συνήθειες.

Ο λύκος είναι ένα από τα πιο προσαρμοστικά είδη μεγάλων θηλαστικών. Η επιλογή βιοτόπου από τους λύκους εξαρτάται πολύ από τη διαθεσιμότητα της τροφής. Πολλοί άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους τη ρομαντική εικόνα μιας αγέλης λύκων που ζει στις πιο ακατοίκητες περιοχές, μέσα σε πυκνά δάση μακριά από τον άνθρωπο. Εν μέρει αυτό είναι αληθές, μόνο εφόσον υπάρχει κάτι να φάει εκεί!. Σε χώρες όπου υπάρχει αφθονία φυσικής λείας για το λύκο, όντως οι λύκοι αναλαμβάνουν ευχαρίστως το ρόλο τους ως θηρευτές και ο βιότοπος τους ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τις περιοχές μεγάλης παραγωγικότητας που συντηρούν πληθυσμούς άγριων φυτοφάγων.
Στην Ελλάδα οι πληθυσμοί των άγριων οπληφόρων, που εν δυνάμει αποτελούν τροφή για το λύκο όπως το ζαρκάδι και ο αγριόχοιρος, βρίσκονται σε χαμηλές πυκνότητες στις περισσότερες περιοχές της κατανομής τους. Το ελάφι έχει ουσιαστικά εξαφανισθεί και το αγριόγιδο βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλούς αριθμούς, σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, που έχουν αποκαταστήσει με κατάλληλες διαχειριστικές τεχνικές τους πληθυσμούς τους.
Ο λύκος μέχρι στιγμής στην Ελλάδα, βασίζεται τροφικά στα κτηνοτροφικά ζώα, στους σκουπιδότοπους, τρέφεται από πτώματα ζώων που προέρχονται από σφαγεία, εγκαταστάσεις με σταβλισμένα βοοειδή ή χοίρους και, όχι σπάνια, επιτίθενται σε κυνηγετικούς ή αδέσποτους σκύλους. Έτσι, είναι συνηθισμένες οι εμφανίσεις λύκων στα περίχωρα μεγάλων πόλεων στις παρυφές ή και μέσα σε χωριά, σε καλλιεργούμενες εκτάσεις και γενικά περιοχές όπου μπορούν να βρουν εύκολα τροφή.


Γιατί ο λύκος δεν εξαφανίσθηκε από τις Μεσογειακές χώρες
και από την Ελλάδα ;
Η Ελλάδα, καθώς και άλλες χώρες της Μεσογείου και των Βαλκανίων, είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης όπου το είδος δεν εξαφανίσθηκε ποτέ, σε αντίθεση με άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στον τρόπο οργάνωσης των αγροτικών κοινωνιών καθώς και στην εντελώς διαφορετική κουλτούρα όσον αφορά τη φύση, σε σχέση με τις αγροτικές κοινωνίες της Κεντρικής Ευρώπης. Η κτηνοτροφία ελεύθερης βοσκής στις Μεσογειακές χώρες, είναι σχετικά σταθερή στο χρόνο και στον τόπο. Οι νομάδες κτηνοτρόφοι στην Ελλάδα ακολουθούν προκαθορισμένους δρόμους μετακίνησης και υπάρχουν παραδοσιακοί τόποι διαχείμασης και ξεκαλοκαιριάσματος των κοπαδιών. Οι κτηνοτρόφοι γνωρίζουν πολύ καλά τις περιοχές τους και μαθαίνουν τις συνήθειες των λύκων και τους κινδύνους για τα κοπάδια τους, σε αντίθεση με τους συνεχώς μετακινούμενους νομάδες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης. Ο φόβος για την απώλεια ζώων δεν αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις όπως γίνεται στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης.
Από νωρίς στη πορεία της κτηνοτροφίας, μαζί με την ανάπτυξη πολύπλοκων θεσμών που διέπουν το επάγγελμα, τη νομή των βοσκοτόπων και τις οικονομικές συνδιαλλαγές, αναπτύσσονται, ταυτόχρονα, απλές, αλλά αποτελεσματικές μέθοδοι φύλαξης των κοπαδιών από τους φυσικούς τους θηρευτές, με κορυφαία την εκτροφή και χρήση των Ελληνικών ποιμενικών σκύλων φύλαξης.
Ο ρόλος των σκύλων της ράτσας αυτής είναι να κρατά τη συνοχή του κοπαδιού και να απομακρύνει τους ανεπιθύμητους λύκους, αρχικά με πολύ γαύγισμα και στη συνέχεια με επίθεση εναντίον τους και μόνον εφόσον οι λύκοι πλησιάσουν αρκετά κοντά στο κοπάδι. Η ύπαρξη της φυλής αυτής αναφέρεται από τους αρχαίους ακόμα χρόνους. Σε αντιδιαστολή με τους Ελληνικούς ποιμενικούς σκύλους ή άλλες αντίστοιχες φυλές της Μεσογειακής λεκάνης και των Βαλκανίων που χαρακτηρίζονται από τον ήρεμο και σταθερό χαρακτήρα τους, (όπως η ιταλική φυλή Maremma , τα ισπανικά mastiff , τα Βουλγάρικα Karakatsan και τα Γιουγκοσλάβικα Sar Planinentz ), στις χώρες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης εκτρέφονται φυλές σκύλων που καταδιώκουν σε μεγάλες αποστάσεις και θανατώνουν το λύκο ακόμα και αν δεν απειλεί άμεσα τα κοπάδια (όπως η Ιρλανδική φυλή Irish wolf hound).

Στις Μεσογειακές και Βαλκανικές χώρες έχουμε μια «παθητική» και αμυντική αντιμετώπιση του λύκου που ουσιαστικά αντιστοιχεί σε αποδοχή της παρουσίας του, εφόσον δεν βλάπτει σημαντικά την ανθρώπινη περιουσία, ενώ στη κεντρική και βόρεια Ευρώπη μια ενεργητική και επιθετική αντιμετώπιση.
Η, επί αιώνες, άσκηση της κτηνοτροφίας ελεύθερης βοσκής στη Μεσόγειο και η εφαρμογή των μεθόδων πρόληψης είχαν ως αποτέλεσμα τόσο την προσαρμογή του ανθρώπου όσο και του λύκου στην αμοιβαία παρουσία τους. Οργανωμένο κυνήγι λύκου γίνεται μόνον σε τοπική κλίμακα στη περίπτωση εκτεταμένων ζημιών στη κτηνοτροφία και συνήθως λήγει όταν αυτές κοπάσουν. Αντίθετα στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη οργανώνονται ειδικά σώματα εξόντωσης με στόχο την πλήρη εξαφάνιση του είδους και με κάθε μέσο. Στην μεγάλη αποτελεσματικότητά τους βοηθά και το καλύτερο επίπεδο οργάνωσης με εντοπισμένα αστικά κέντρα εξουσίας που απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από τις Μεσογειακές χώρες στη μεγαλύτερη διάρκεια της πιο πρόσφατης τουλάχιστον Ιστορίας τους.
Πέρα από τον τύπο της κτηνοτροφίας που διαφοροποιείται σημαντικά στη Μεσόγειο και την Κεντρική Ευρώπη (σχετικά σταθερή χωρικά και νομαδική μεγάλων αποστάσεων, αντίστοιχα) και η οποία καθόρισε τις μεθόδους αντιμετώπισης των μεγάλων σαρκοφάγων (πρόληψη ή εξόντωση), σημαντική ήταν και η επίδραση των θρησκευτικών δοξασιών και της μυθοπλασίας.
Η καθολική εκκλησία στη προσπάθεια της να αντικρούσει οποιαδήποτε αίρεσης και προσπάθειας αμφισβήτησής της, εισάγει μια υπεραπλουστευμένη άποψη περί δυαδικής υπόστασης της φύση. Από τη μία μεριά υπάρχει το αποδεκτό και επιθυμητό ανθρωπογενές περιβάλλον και η γεωργική γη, ελεγχόμενα από τα γερά εδραιωμένα κοσμικά και θρησκευτικά κέντρα εξουσίας. Αντίθετα, η άγρια φύση και τα ζώα θεωρούνται ως πηγή αναρχίας που πρέπει να υποταχθούν προς όφελος του ανθρώπου και των οικονομικών του συμφερόντων. Το μέτρο, η ανοχή και η γνώση των φυσικών φαινομένων που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των κλασσικών χρόνων καταρρέουν προς όφελος του υπερφυσικού, του μυστηρίου και της πίστης. Ο λύκος ταυτίζεται με το διάβολο και τη δαιμονική πλευρά της φύσης, συμβολίζει τους αιρετικούς και ψευδοπροφήτες, την άκρατη σεξουαλικότητα και τη σκληρότητα, έτοιμος να κατασπαράξει τον «αμνό του Θεού» σύμβολο της ηρεμίας, της καλοσύνης αλλά και της υποταγής.
Αντίθετα, στους μύθους των Μεσογειακών χωρών αν και ο λύκος συμβολίζει την πανουργία και διατηρεί την αιμοδιψή φύση του, παρουσιάζεται ταυτόχρονα και ως τρωτό πλάσμα. Στους τυπικούς για τις Μεσογειακές περιοχές μύθους του Αισώπου, για παράδειγμα, ο λύκος παρουσιάζεται στις περισσότερες περιπτώσεις ως ζώο που μπορεί να ξεγελαστεί εύκολα και συχνά ταπεινώνεται, προκαλώντας ακόμα και το αίσθημα της συμπάθειας. Κατ'αυτόν τον τρόπο χάνει όποια υπερφυσική υπόσταση και τοποθετείται πιο κοντά στην πραγματική του βιολογική ταυτότητα, ως πλάσμα με σάρκα και οστά, άλλοτε δυνατό και άλλοτε εξαιρετικά ευάλωτο. Επίσης, ο λύκος, σχεδόν ποτέ, δεν αναφέρεται ως ανθρωποβόρο όν, σε αντίθεση με την αφθονία των μύθων στους λαούς της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπου παρουσιάζεται συχνά να καταδιώκει ανθρώπους προς βορά και καταστροφή τους.
Η μελέτη των συμβολισμών του λύκου, αλλά και της άγριας φύσης, μέσα από ένα ταξίδι στο χρόνο της ανθρώπινης ιστορίας και σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές, έχει τεράστιο ενδιαφέρον. Μπορεί να ερμηνεύσει σε μεγάλο βαθμό την τωρινή κατάσταση των απειλούμενων ειδών καθώς και όποιες δυσκολίες συναντώνται κατά τις προσπάθειες διατήρησής τους, ιδιαίτερα όσο αφορά τη σχέση τους με τον άνθρωπο.


Ο λύκος στην Ελλάδα.
Η κατανομή του είδους στην Ελλάδα καλύπτει σημαντικό μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το είδος ήταν παρόν και στην Πελοπόννησο μέχρι την δεκαετία του 30. Η γεωγραφική απομόνωση της Πελοποννήσου απέτρεψε την όποια μετακίνηση ατόμων λύκου από την ηπειρωτική χώρα συντελώντας σημαντικά στη μείωση και την τελική εξαφάνιση του είδους, σε αντίθεση με τους ηπειρωτικούς υποπληθυσμούς που βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τους πληθυσμούς της Αλβανίας, της FYROM και της Βουλγαρίας, συνιστώντας έναν ενιαίο πληθυσμό λύκου που εκτείνεται έως και την ανατολική Ευρώπη.
Η συνολική έκταση της κατανομής του είδους είναι περίπου 36.000 τετρ.χιλ. και περιλαμβάνει κύρια ημιορεινές και ορεινές περιοχές αλλά και πεδινές περιοχές που συνορεύουν με ορεινούς όγκους.
Ο πληθυσμός του λύκου στην Ελλάδα, (δεδομένα 1999) εκτιμάται σε περίπου 700 άτομα (φθινοπωρινή περίοδος). Ο λύκος βρίσκεται σε σχετικά χαμηλές πυκνότητες στη χώρα μας που κυμαίνονται από 1-3 άτομα ανά 100 τετρ.χιλ. και είναι παρόμοια με άλλων Μεσογειακών χωρών.
Το πιο σημαντικό όμως δεδομένο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τη διατήρηση ενός πληθυσμού μεγάλου θηλαστικού, είναι η τάση του πληθυσμού- αν δηλαδή αυξάνεται ή μειώνεται. Καθώς δεν γίνεται συστηματική παρακολούθηση και καταμέτρηση του πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η τάση του πληθυσμού σε όλη την έκταση της κατανομής του είδους. Ο λύκος έχει επανακάμψει κύρια στη Στερεά Ελλάδα, με επανεμφανίσεις ή πιο σταθερή παρουσία (αναπαραγωγή) τα τελευταία 20 χρόνια. Πιθανότατα η επανάκαμψη του λύκου στη Στερεά Ελλάδα, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη βελτίωση της ποιότητας του βιοτόπου για το είδος. Σε αρκετές περιοχές η μείωση της υπερβόσκησης από κτηνοτροφικά ζώα, οδήγησε στη δημιουργία περισσότερων ήσυχων και ασφαλέστερων περιοχών για ανάπαυση και αναπαραγωγή του είδους.
Η αύξηση αυτή της έκτασης της κατανομής, μπορεί να οδηγήσει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός του λύκου έχει αυξηθεί στο σύνολό της κατανομής του στην Ελλάδα. Σε αντίθεση όμως με την Στερεά Ελλάδα, φαίνεται ότι ο πληθυσμός του είδους έχει μειωθεί σε άλλες περιοχές και ιδιαίτερα στην οροσειρά της Πίνδου.



Παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά το μέλλον του λύκου στην Ελλάδα
Η ελάττωση της φυσικής λείας του λύκου (ελάφι, ζαρκάδι, αγριογούρουνο) που οφείλεται σε ανθρωπογενείς παράγοντες, τον στρέφει προς τα κτηνοτροφικά ζώα, εκτείνοντας το πρόβλημα της σύγκρουσης με τον άνθρωπο.
Η σταδιακή χαλάρωση εφαρμογής μεθόδων και τρόπων πρόληψης των ζημιών συνιστά γεγονός που επιτείνει τη σύγκρουση ανθρώπου - λύκου.
Αυτό οφείλεται στο ότι τα νέα κοινωνικά πρότυπα και οικονομικά δεδομένα που ισχύουν σήμερα επέβαλαν νέους κανόνες άσκησης της κτηνοτροφίας που αποκλίνουν σημαντικά από τους παραδοσιακούς ενώ ταυτόχρονα άλλαξαν και τη θεώρηση του επαγγέλματος του κτηνοτρόφου.
Η παράνομη θανάτωση λύκων που επιλέγεται από ορισμένους κτηνοτρόφους ως η πιο άμεση λύση για την προστασία των κοπαδιών τους.
Η παράνομη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων που αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για τον λύκο αλλά και για την πανίδα συνολικά. Τα μεγάλα τεχνικά έργα χωρίς περιβαλλοντικό σχεδιασμό και οι αλλαγές στις χρήσεις γης που παρεμποδίζουν τις μετακινήσεις και την επικοινωνία των υποπληθυσμών του λύκου Συνήθως μόνο ένα ζευγάρι λύκων αναπαράγεται σε αυτήν (κυρίαρχο ζεύγος.
Ο καταιγισμός φημολογιών για «απελευθερώσεις» λύκων που αποπροσανατολίζει τους κτηνοτρόφους και την κοινή γνώμη, δυσχεραίνει την αποδοχή μέτρων για τη διαχείριση του είδους. Η έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων που θα εξασφαλίζουν την επιβίωση του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση. Η έλλειψη σύγχρονου και ευέλικτου νομικού πλαισίου διαχείρισης του πληθυσμού του λύκου.



Νομοθετική προστασία
Ευρώπη : ο λύκος προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης και την Κοινοτική Οδηγία 92/43. Ελλάδα : με αφορμή αυτό το καθεστώς ο λύκος έχει εξαιρεθεί από τον κατάλογο των επιβλαβών ειδών το 1991 και θεωρείται επίσημα "τρωτό" είδος.
Πηγές
http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/granitsas_agria.htm
http://www.callisto.gr/lykos.php
https://www.katakali.net/drupal/?q=thilastika/lykos
Επίσης πηγή για τα παραπάνω Αρκτούρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: