Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Πάπισσα Ιωάννα, θρύλοι και αλήθειες




Θρύλοι και αλήθειες
ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩANNA
Θρύλοι για μια κόρη κληρικού, την Ιωάννα, που ντυνόταν ανδρικά, έγινε γραμματεύς του πάπα Λέοντος Δ' και μετά τον θάνατο του ανακηρύχθηκε πάπας... Η «κοπρώδης καθέδρα»... Ένας πάπας... γυναικούλα. Αλλά τίποτε εξακριβωμένο.
Όλος ο λαός της Ρώμης, από τον μεγαλύτερο αξιωματούχο μέχρι τον πιο ταπεινό τεχνίτη, από τη μανάβισσα ως τον λωποδύτη, συνωστιζόταν εκείνο το όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό του σωτηρίου έτους 857, για να δει την ακολουθία του πάπα να περνάει. Ήταν 25 Απριλίου, εορτή του Αγίου Μάρκου, και η πατροπαράδοτη λιτανεία θα ξεδίπλωνε τη μεγάλη της πομπή στους δρόμους της Αιωνίας Πόλεως.
Το γεγονός έδωσε μεγάλη χαρά σ' ολόκληρο τον λαό, γιατί εδώ και κάμποσους μήνες, φοβερά δεινά μάστιζαν την πόλη και τα περίχωρα: Αρχικά, μια θανατηφόρα επιδημία πανούκλας σκότωσε, δίχως διάκριση, άρχοντες και φτωχούς. Μετά, ο Τίβερης ξεχείλισε και πλημμύρισε τις χαμηλές συνοικίες, πνίγοντας πολλούς κατοίκους. Και τέλος, τεράστια σύννεφα ακριδών «με έξι πόδια, και έξι φτερά» κατέστρεψαν σε μια νύχτα τις νέες σοδειές και καταβρόχθισαν τα φυλλώματα. Η πείνα σέρνεται απειλητική, μια φρικτή  κατάρα  μοιάζει να έχει πέσει πάνω στη Ρώμη και ο λαός χαιρετίζει με ζητωκραυγές αυτή την εξευμενιστική λιτανεία, που σκοπός της είναι να ζητήσει την ευλογία του Ουρανού 'για τους καρπούς της γης.
Ψιθυρίζεται επίσης, χαμηλόφωνα, ότι αυτές οι θεομηνίες έχουν ίσως σαν αιτία την άνοδο στον θρόνο του Αγίου Πέτρου, ενός ξένου, ενός Άγγλου, που εξελέγη πριν δυο χρόνια, με το όνομα Ιωάννης Η'. Αυτός ο Πάπας δεν ξαναεμφανίστηκε δημόσια μετά τη χειροτονία του. Κλεισμένος συνεχώς στο ανάκτορο του Βατικανού, δεν είχε καν εμφανιστεί τον προηγούμενο χρόνο στην ίδια λιτανεία. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που οι Καρδινάλιοι, για να σταματήσουν τις διαδόσεις, αποφάσισαν να εμφανιστεί αυτή τη φορά ο πάπας στους πιστούς και μάλιστα, θα έμπαινε επικεφαλής της λιτανείας, που θα γινόταν με ξεχωριστή λαμπρότητα.
Η πομπή, με ολόκληρη στρατιά από παπάδες και καλόγερους επικεφαλής, ξεκίνησε από το παλάτι του Βατικανού. Το πλήθος ριγούσε από ανυπομονησία και ξαφνικά, ακούστηκαν φωνές: «Νάτος ο ποντίφικας!». Καβάλα σ' ένα άσπρο λαμπροστολισμένο μουλάρι, ντυμένος με χρυσοποίκιλτα άμφια, προστατευμένος κάτω από έναν «ουρανό» από πορφύρα και χρυσάφι, ο Ιωάννης, ο Άγγλος, προχωρεί μεγαλόπρεπος μέσα στους καπνούς του λιβανιού, σαν να τον κουβαλάνε οι ίδιες οι επευφημίες, που αντηχούν γύρω του. Ο λαός θαυμάζει το αμούστακο πρόσωπο του με τις απαλές και καθάριες γραμμές, τα ζωηρά, βελουδένια μάτια του. Όλη του η ύπαρξη αναδίδει ένα απαράμιλλο μεγαλείο. Μαγεμένοι οι Ρωμαίοι, γονατίζουν καθώς ο ποντίφικας τους ευλογεί και ζητάει για τους πιστούς του το έλεος του Υψίστου.
Η πομπή κατευθύνεται προς το Λατερανό, το Κολοσσαίο και Άγιο Κλήμεντα, σταθμούς της διαδρομής, ακολουθούμενη από τεράστιο πλήθος, ενώ χιλιάδες φωνές υψώνονται στο πέρασμα της με ύμνους και ψαλμωδίες... Καθώς η μέρα προχωρεί, ο ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό εκτυφλωτικός  και μια αποπνικτική ζέστη βαραίνει την ατμόσφαιρα.
Αυτή νά 'ναι τάχα η αιτία που κάνει το πρόσωπο του πάπα να χλωμιάζει ξαφνικά κι ύστερα να ξαναβρίσκει το χρώμα του; Οι καρδινάλιοι και οι αρχιερείς παρατηρούν, με ανησυχία, αυτή την εναλλαγή των χαρακτηριστικών του προσώπου. Μα σε λίγο, ακόμα κι αυτά τα μεσοδιαστήματα της χαλαρώσεως χάνονται: τώρα το πρόσωπο του ποντίφικα συσπάται συνεχώς, το στόμα του σκληραίνει παραμορφωμένο από τον πόνο. Στην αρχή προσπαθούν να συγκαλύψουν την κατάσταση για να μην τρομάξει ο λαός, αλλά, ξαφνικά, ο ποντίφικας βγάζει μια τρομακτική κραυγή οδύνης. Ο Ιωάννης ο Άγγλος είναι πελιδνός, ο ιδρώτας κυλάει στο μέτωπο του, δαγκώνει τα χείλη από τον πόνο και σφίγγει τα χέρια του στην κοιλιά του. Άγριος πανικός καταλαμβάνει τον κόσμο και οι αρχιερείς μόλις προλαβαίνουν να μεταφέρουν τον πάπα στο εσωτερικό της εκκλησίας του Αγίου Κλήμεντος, εκεί κοντά.


Ξαφνικά, εκεί που τον εξετάζουν, βρίσκονται μπροστά σε μια τρομερή αποκάλυψη: ο πάπας Ιωάννης είναι γυναίκα! Παρά τις αυστηρές διαταγές των καρδινάλιων, η φήμη αυτή κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, φτάνοντας στις πρώτες γραμμές του πλήθους που συνωστίζεται έξω από την εκκλησία και, σαν αστραπή, διαδίδεται σ' όλη την πόλη, προκαλώντας. κατάπληξη και φρίκη. Αλλά, στην πραγματικότητα, υπάρχει κάτι ακόμα χειρότερο: ο πάπας, ή μάλλον η πάπισσα, έχει λιποθυμήσει από τους πόνους της γέννας!
Μέσα σ' αυτή την αναταραχή, το καταραμένο πλάσμα φέρνει στον κόσμο ένα γιο! Οι ιερείς δυσκολεύονται πολύ να εμποδίσουν τον λαό της Ρώμης που, γνωρίζοντας πια την αιτία των δεινών του, χιμάει, σαν λυσσασμένος, να παραβιάσει την πόρτα της εκκλησίας του Αγίου Κλήμεντος, για να σφάξει μάνα και γιο. Αλλά, σε λίγο, ο θάνατος θα έρθει μόνος του να πάρει την πάπισσα και το παιδί, ικανοποιώντας την οργή των ανθρώπων.
Ποια ήταν, λοιπόν, αυτή η γυναίκα που προκάλεσε όλη τη Χριστιανοσύνη;
Στις αρχές του 9ου αιώνα, μια κοπέλα γεννημένη στο Ίνγκελχαϊμ της Γερμανίας απέκτησε ιδιαίτερα αξιόλογη μόρφωση. Τέτοια ήταν η πολυμάθεια της, που της επέτρεπε να διδάσκει τις Επτά Ελεύθερες Τέχνες στα πανεπιστήμια της εποχής. Κόρη κληρικού, η κοπέλα το έσκασε μ' έναν άλλο κληρικό από τη Φούλντα και οι περιπλανήσεις τους τους οδήγησαν μέχρι την Ελλάδα. Όταν ο σύντροφος της πέθανε, εκείνη εξακολούθησε να ταξιδεύει, μεταμφιεσμένη σε αγόρι. Σταμάτησε για λίγο στο Παρίσι και μετά εγκαταστάθηκε στη Ρώμη. Εκεί, παίρνοντας τον τίτλο του δόκτορα, δίδασκε με το όνομα Τζοάννες Αγγλικούς. Η μόρφωση και η ευλάβεια της μάγεψαν τους Ρωμαίους. Έτσι έγινε γραμματέας του πάπα Λέοντος Δ'.
Τα καθήκοντα της πρέπει να ήταν πολλά, γιατί ο Λέων Δ' (847-855) περνούσε τον καιρό του πολεμώντας τους Σαρακηνούς και προσπαθώντας να οχυρώσει τη Ρώμη για να την προφυλάξει από τις επιθέσεις τους. Όταν πέθανε ο ποντίφικας, ο ρωμαϊκός κλήρος, εντυπωσιασμένος από τις αρετές της Τζοάννες, που τη νόμιζε για άντρα, της πρόσφερε την παπική τιάρα. Στον θρόνο του Αγίου Πέτρου, η πάπισσα δεν άφησε το φύλο της να προδοθεί. Το μόνο που λέγεται, είναι ότι δέχτηκε με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια τον βασιλιά της Αγγλίας και πως κάποιος υπήκοος της της προφήτευσε πως θ' αποκτούσε παιδί. Αυτό, όπως είδαμε, δεν θ' αργούσε να συμβεί, αφού εκείνη προηγουμένως υπέκυψε στη γοητεία ενός πρεσβευτή της Σαξονίας που της θύμιζε την πατρίδα της.
Αυτή η παράδοξη ιστορία πρωτακούστηκε τον 13ο αιώνα, δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, τέσσερις αιώνες αργότερα! Κάποιοι κληρικοί, και όχι ασήμαντοι (ο Μαρτίνους Πολόνους, αρχιεπίσκοπος της Κοζέντσα και εξομολογητής του Ιννοκέντιου Δ', ο Μαριάνους Σκότους, ο Γοδεφρείδος του Βιτέρμπου, και πολλοί άλλοι) διέδωσαν τον θρύλο. Ο Πετράρχης και ό Βοκκάκιος, επανέλαβαν την ιστορία της πάπισσας που ήταν γενικά παραδεκτή ως τα τέλη του 14ου αιώνα.
Όλοι αυτοί οι ιερωμένοι, στηρίζονταν στο χειρόγραφο κάποιου Αναστάσιου, βιβλιοθηκάριου της Ρωμαϊκής Εκκλησίας το 867, σύγχρονου της πάπισσας. Το 1647, ο ιστορικός Μπλοντέλ, που ήταν προτεστάντης, δηλαδή καθόλου ευνοϊκός απέναντι στους Παπικούς, μελέτησε το χειρόγραφο αυτό στη βασιλική βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Γράφει, λοιπόν, στο έργο του «Η θαρραλέα διευκρίνιση του ερωτήματος αν μια γυναίκα κάθισε στον παπικό θρόνο της Ρώμης», που εκδόθηκε στο Άμστερνταμ: «Ανακάλυψα ότι το εγκώμιο της υποτιθέμενης πάπισσας οφείλεται στα λόγια του Μαρτίνους Πολόνους, συγγραφέα μεταγενέστερου του Αναστάσιου κατά τέσσερις και πλέον αιώνες, και επιπλέον ιδιαίτερα ευεπίφορο στη διάδοση κάθε λογής μύθων». Ο Μπλοντέλ προχωρεί ακόμα μακρύτερα στην έρευνα του και ισχυρίζεται πως τίποτα δεν αποδεικνύει ότι η ιστορία αυτή οφείλεται στον Αναστάσιο.
Πράγματι, στο χειρόγραφο του Αναστάσιου η ιστορία της πάπισσας είναι γεμάτη από εκφράσεις όπως... «βεβαιώνουν ότι...» ή «λένε πως...». Ένας ιστορικός της εποχής, ο οποίος μάλιστα θα ζούσε ο ίδιος τότε στη Ρώμη, δεν θα μιλούσε ποτέ με τρόπο τόσο αόριστο για τις περιπέτειες ενός τόσο παράδοξου πάπα! Πρόκειται πράγματι για μια σημείωση που έχει παρεμβάλει κάποιος μεταγενέστερος συγγραφέας με γράμματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα του χειρογράφου. Όπως γράφει, άλλωστε, ο Μπλοντέλ, τα ίδια τα λόγια του Αναστάσιου έρχονται σε αντίθεση με τη σημείωση του αντιγραφέα, γιατί λέει (ο Αναστάσιος) ότι: «αφού ο πρωθιερέας Λέων έπαψε να βλέπει το φως της ημέρας, αμέσως όλος ο κλήρος, οι ευγενείς και ο λαός σταμάτησαν την εκλογή του Βενέδικτου· και μόλις τον βρήκαν να προσεύχεται στην εκκλησία του Αγίου Καλλίστου, και αφού τον έβαλαν να καθίσει στον παπικό θρόνο και υπέγραψαν το διάταγμα της εκλογής του, τον έστειλαν  στους  αήττητους  Αύγουστο, Λοθάριο και Λουδοβίκο». Είναι γνωστό πως ο αυτοκράτορας Λοθάριος Α' πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου του 855, δηλαδή μόλις 74 ημέρες μετά τον πάπα Λέοντα. Μοιάζει, λοιπόν, πρακτικά αδύνατο να έχει μεσολαβήσει σε τόσο μικρό διάστημα η εκλογή ενός άλλου πάπα, και μάλιστα μιας γυναίκας, που η αρχιεροσύνη της θα χαρακτηριζόταν από τέτοιες θεομηνίες! Βλέπουμε, λοιπόν, πως οι γραπτές μαρτυρίες για την πάπισσα Ιωάννα είναι ανύπαρκτες ή, έστω, αμφισβητήσιμες.
Ο συγγραφέας Κλωντ Παστέρ, σ' ένα έργο του, με τίτλο «Η Πάπισσα», που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια, διατυπώνει μια θελκτική υπόθεση: Καθώς δεν μπορούμε σύμφωνα με το «Λίμπερ Ποντιφικάλις» (Το βιβλίο εκλογής των παπών) να παρεμβάλουμε την εκλογή της πάπισσας ανάμεσα στον Λέοντα Δ' και τον Βενέδικτο Γ', ο συγγραφέας αυτός διατυπώνει την άποψη πως η διάσημη πάπισσα δεν ήταν άλλη από τον ίδιο τον Βενέδικτο Γ'. Εξάλλου, για τον πάπα αυτόν, ισχυρίζεται, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Γιατί, λοιπόν, να μην πρόκειται για τη μεταμφιεσμένη σε άντρα Ιωάννα; Μπορεί. Αλλά πρέπει να παραδεχθούμε ότι πολλοί πάπες των μακρινών εκείνων αιώνων ανταποκρίνονται στα ίδια χαρακτηριστικά. Να τι διαβάζουμε στον έβδομο τόμο της «Ιστορίας της Εκκλησίας» των Φλις και Μαρτέν:
«Όταν πέθανε ο Ιωάννης Ι', ο Μαρόζιος υπέδειξε σαν πάπα κάποιον Λέοντα ΣΤ' που η θητεία του δεν κράτησε περισσότερο από έξι μήνες (από τον Μάιο ως τον Δεκέμβριο του 928) και για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα σχεδόν. Αν και λίγο μεγαλύτερη χρονικά (από τις αρχές του 929 ως τον Φεβρουάριο του 931) η θητεία του διαδόχου του, Στέφανου Ζ', δεν μας είναι περισσότερο γνωστή. Και κατά πάσα πιθανότητα ήταν ακόμη λιγότερη γνωστή στους συγχρόνους τους. Ο Λιουτπράνδος πηδάει κατευθείαν από τον Ιωάννη, στον Ιωάννη ΙΑ' παραβλέποντας τους δυο εφήμερους πάπες Λέοντα και Στέφανο». Ωστόσο αυτοί οι δυο αφανείς πάπες δεν βαφτίστηκαν «πάπισσες».
Ας δούμε τέλος το ζήτημα της περίφημης «κοπρώδους» καθέδρας. Δηλαδή, ενός καθίσματος τρυπημένου στο κέντρο, όπως ήθελε η παράδοση, για να αποφευχθεί ένα καινούργιο σκάνδαλο σαν εκείνο της πάπισσας, αφού οι καρδινάλιοι μπορούσαν έτσι να εξετάζουν το φύλο κάθε νέου πάπα. Αυτό το ανέκδοτο το εμπνεύσθηκε, το δίχως άλλο, ο λαός από μια λεπτομέρεια της τελετής της στέψεως του ποντίφικα: Ο νέος πάπας ήταν καθισμένος σε μαρμάρινο θρόνο στη στοά της εκκλησίας του Λατερανού. Την ώρα που ψαλλόταν το «Suscitane de terra inopem, et de stercore erigit pauperem» (Ο Θεός είναι αυτός που από την άθλια κοπριά, αίρει τον ταπεινό) σήκωναν στα χέρια τον ποντίφικα που άφηνε τότε το κάθισμα του. Αυτή η τελετή έγινε αιτία να γεννηθεί ο θρύλος της τρυπημένης καθέδρας.
Όμως, αφού, όπως λέει κι ο λαός «Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά», γιατί οι άνθρωποι επινόησαν αυτή την ιστορία της πάπισσας; Σ' αυτό το ερώτημα δόθηκαν κατά καιρούς ένα σωρό εξηγήσεις. Για ορισμένους ο μύθος αυτός έχει τις ρίζες του στην Ανατολή. Λένε πως επειδή ο πάπας Ιωάννης Η' (872-882) αναγνώρισε ως πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον (κατά τους Παπικούς) σχισματικό Φώτιο, κατηγορήθηκε πως συμπεριφέρθηκε σαν «γυναικούλα» και του έδωσαν το παρατσούκλι «πάπισσα Ιωάννα». Άλλοι πάλι, διατείνονται ότι ο μύθος αυτό οφειλόταν στον αντίκτυπο που είχε στον κόσμο η θλιβερή επίδραση που ασκούσαν οι γυναίκες της ρωμαϊκής αριστοκρατίας, τον 9ο και 10ο αιώνα, στην εκλογή του εκάστοτε πάπα.
HENRI FLEURVILLE
 Πάπισσα Ιωάννα (μυθιστόρημα)
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
H Πάπισσα Ιωάννα είναι μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Ροΐδη το οποίο δημοσιεύτηκε το 1866 με τον χαρακτηρισμό «μεσαιωνική μελέτη», σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα. Σε αυτό εξιστορείται ο βίος της Ιωάννας, μίας γυναίκας, η οποία, προσποιούμενη ότι ήταν άντρας, κατάφερε να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και να φτάσει μέχρι και το αξίωμα του Πάπα. Το μυθιστόρημα βασίζεται στο σχετικό μεσαιωνικό θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα βρέθηκε στο θρόνο του Βατικανού κατά την περίοδο 855 - 858. Το μυθιστόρημα αυτό θεωρείται το σημαντικότερο από τα έργα του Ροΐδη και ένα από τα σπουδαιότερα ελληνικά μυθιστορήματα, το οποίο τελικά καταδικάστηκε «ως αντιχριστιανικόν και κακόηθες», με την υπ' αριθμόν 5688/04-04-1866 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ο ίδιος ο Ροΐδης διώχθηκε δικαστικά.
Δομή και υπόθεση
Η Πάπισσα Ιωάννα έχει τον υπότιτλο «μεσαιωνική μελέτη» και το βιβλίο, εκτός από την καθαυτό αφήγηση (στην οποία υπάρχουν συχνά υποσημειώσεις με επιπρόσθετο πληροφοριακό υλικό), συνοδεύεται από άλλες τρεις ενότητες: έναν πρόλογο του συγγραφέα προς τους αναγνώστες με πληροφορίες ενημερωτικές για την προϊστορία του έργου, την έρευνα, τις πηγές, το ύφος αλλά και την κριτική διάθεση με την οποία αντιμετώπιζε τα εκκλησιαστικά πράγματα, μία εκτενή εισαγωγή με παρουσίαση όλων των μαρτυριών για την ύπαρξη της Πάπισσας Ιωάννας και την ιστορίας της, και μία ενότητα με εκτενείς σημειώσεις στο τέλος του έργου, όπου παρατίθενται άλλα ιστορικά στοιχεία και σχόλια.


Η φιγούρα της Πάπισσας Ιωάννας με παπική τιάρα ως γυναίκα Βαβυλώνα της Αποκάλυψης, προτεσταντικό σύμβολο του Αντιχρίστου.
Η κυρίως αφήγηση εξιστορεί τη ζωή της Ιωάννας από τη γέννηση έως το τέλος της ζωής της. Ξεκινά από την ιστορία των γονέων της, δύο ιεραποστόλων και συνεχίζει με την ένταξή της στον βίο της μοναχής σε νεαρή ηλικία, τη γνωριμία και τον έρωτά της για τον μοναχό Φρουμέντιο, τα ταξίδια τους -με την Ιωάννα μεταμφιεσμένη σε άντρα- στη Γερμανία, στην Ελβετία και τη Γαλλία, τη μακροχρόνια παραμονή τους στην Αθήνα και την εγκατάσταση της Ιωάννας στη Ρώμη, την άνοδό της στην εκκλησιαστική ιεραρχία που την οδήγησε τελικά στο παπικό αξίωμα, την ερωτική της σχέση με τον θαλαμηπόλο της, την εγκυμοσύνη και τέλος την αποβολή και τον θάνατό της κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας.
Ιστορία του έργου
Το πολύκροτο έργο εκδόθηκε στις αρχές του 1866. Ο Ροΐδης στον πρόλογο του έργου ισχυρίζεται ότι άκουσε για πρώτη φορά τον μεσαιωνικό θρύλο για την Πάπισσα Ιωάννα όταν ήταν παιδί στη Γένοβα, όπου ζούσε με την οικογένειά του. Η ιστορία τον εντυπωσίασε και αργότερα κατά την πολύμηνο διαμονή του στη Γερμανία (1855-1856) συγκέντρωσε υλικό για την εποχή, το οποίο συμπλήρωσε ταξιδεύοντας στην Ιταλία αλλά κι επισκεπτόμενος την Εθνική Βιβλιοθήκη στην Αθήνα. Εκεί, οι αδιάκοπες αιτήσεις μεσαιωνικών βιβλίων, «τινα οτε γνώριζον οτε εκόλως νεύρισκον ο τότε βιβλιοφύλακες, νάγκασαν μάλιστα τον φορεύοντα Παναγιώτην Σοτσον να λύ τα κάστοτε γειρόμενα ζητήματα δίδων ες τον Ροΐδην μίαν κλίμακα και την δειαν ν’ ναζητή διος τα συναξάρια».
Ο μύθος της Πάπισσας Ιωάννας ήταν αρκετά διαδεδομένος και είχε απασχολήσει και στο παρελθόν ιστορικούς και λογοτέχνες, επομένως ο Ροΐδης είχε στη διάθεσή του αρκετά κείμενα από τα οποία άντλησε υλικό για το θέμα του. Τα κείμενα που χρησιμοποίησε κυρίως ο Ροΐδης είναι η μελέτη του Fr. Spanheim (1631) Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, για τις ιστορικές πληροφορίες της εισαγωγής, και το έμμετρο αφήγημα Papessa (1804), του Giambattista Casti.
Η δημοσίευση του έργου αντιμετώπισε αμέσως αρνητική κριτική από εκπροσώπους της Εκκλησίας, εξαιτίας της τολμηρότητας κάποιων σκηνών και κυρίως της κριτικής που ασκούσε ο Ροΐδης σε συγκεκριμένες πρακτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις επιθέσεις εναντίον του Ροΐδη πρωτοστάτησε αρχικά ο κληρικός Μακάριος ο Καρυστίας, με άρθρα στον τύπο, και αργότερα ενεπλάκη και η Ιερά Σύνοδος που με εγκύκλιό της αναθεμάτισε το έργο ως «κακόηθες κα βλάσφημον» και ζήτησε την παρέμβαση του κράτους για την απαγόρευση της κυκλοφορίας του βιβλίου, κάτι που τελικά δεν έγινε. Το θέμα αυτό φαίνεται πως απασχόλησε για αρκετό καιρό τον τύπο της εποχής, αλλά οι απόψεις των αρθρογράφων ήταν διχασμένες.
Ο Ροΐδης απάντησε στις επιθέσεις αρχικά με τα σατιρικά κείμενα « Πάπισσα Ίωάννα κα θική. πιστολα νς Άγρινιώτου» και στη συνέχεια με το κείμενο «λίγαι λέξεις ες πάντησιν τς π' ρ. 5688 γκυκλίου τς εράς Συνόδου κατ τς Παπίσσης ωάννας». Στο πρώτο κείμενο εξέταζε την Πάπισσα παράλληλα με άλλα σατιρικά κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, με κύριο στόχο να αποδείξει σε όσους επαινούσαν μεν το έργο, αλλά κατηγορούσαν την αθυροστομία του, ότι σε όλα τα σατιρικά κείμενα η αθυροστομία ήταν αναγκαία, ενώ στο δεύτερο ανασκεύαζε τις κατηγορίες της Ιεράς Συνόδου, διανθίζοντας παράλληλα την επιχειρηματολογία του με χιούμορ: για παράδειγμα αναγνώριζε ότι χάρη στην Ιερά Σύνοδο το βιβλίο του αναγνώστηκε και έγινε διάσημο στο ευρύ κοινό, ενώ αλλιώς θα παρέμενε γνωστό μόνο σε κάποιους λογίους!
Βεβαίως, η κριτική στο έργο αυτό δεν ασκήθηκε μόνο από την Εκκλησία, αλλά και από πολλούς λόγιους της εποχής, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ιδιαίτερα έντονη κριτική δέχτηκε από τον Γάλλο Ζυλ Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ (Jules Barbey d’Aurevilly) . Ο ντ’ Ωρεβιγύ επιτέθηκε στον Ροΐδη με άρθρο του στην εφημερίδα Constitutionel των Παρισίων στις 9 Απριλίου 1878, δώδεκα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του έργου. Μεταξύ άλλων, έγραφε:
    « κ. Ροΐδης κάνει τόν λαφρ. Εναι ταρτοφος τς λαφρότητος. Καμώνεται κα λέει τι βασική του πιδίωξις [...] ταν τό μυθιστόρημα, ν τό κύριο [...] ταν στορική διατριβή, μέ τήν ποία [...] προσπαθε νά ποδείξη, ς ληθινό να γεγονός [...] νυπόστατο, πού τό ρνήθηκαν καί ο Διαμαρτυρόμενοι κόμα»..
Σε αντίθεση προς την καυστική απάντηση προς την Εκκλησία, η αντίδραση του Ροΐδη περιορίσθηκε τώρα σε μια επιστολή προς τον ντ’ Ωρεβιγύ με ημερομηνία 1η Μαΐου 1878. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο γράμμα του αυτό λέει πως η Πάπισσα Ιωάννα είναι νεανικό του αμάρτημα:
    «κενο πού σες κλαμβάνετε ς ργο μίσους, δέν εναι παρά να ξέσκασμα μαθητο, να νεανικό μάρτημα, καί πρτος γώ ναγνώρισα τίς τέλειες καί τίς μότητες το φους».
Αντιδράσεις για την Πάπισσα δεν έλειψαν ούτε και στον 20ό αιώνα: το 1940, όταν ετοιμαζόταν έκδοση των Απάντων του Ροΐδη από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, η κυβέρνηση απαγόρευσε την επανέκδοση του μυθιστορήματος.
Ο Ροΐδης αντιμετώπισε αντιδράσεις και για την λογοτεχνική πλευρά του έργου, αφού κατηγορήθηκε για «λογοκλοπή» από τις πηγές που χρησιμοποίησε. Αργότερα όμως, η Πάπισσα Ιωάννα αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πιο πρωτοποριακά μυθιστορήματα της ελληνικής πεζογραφίας του 19ου αιώνα, όχι μόνο χάρη στο επιμελημένο ύφος του αλλά και λόγω της αντιρομαντικής διάθεσής του, η οποία θεωρήθηκε πρόδρομος της στροφής προς τον ρεαλισμό που πραγματοποιήθηκε στην ελληνική πεζογραφία μετά την εμφάνιση της γενιάς του 1880.
Αποδόσεις του έργου στη δημοτική
Κατά καιρούς, πολλοί συγγραφείς θέλησαν να αποδώσουν την Πάπισσα Ιωάννα στην καθομιλουμένη. Αξίζει να αναφερθεί η απόδοση του Γ. Τσουκαλά το 1954, που γνώρισε πολλές επανεκδόσεις, του Αντώνη Σιμιτζή το 1993, του Μάριου Βερέττα (αντικριστά με το πρωτότυπο) και, πιο πρόσφατα, του Δημήτρη Καλοκύρη το 2005. Οι προσπάθειες αυτές, ειδικότερα η τελευταία του Δημήτρη Καλοκύρη, δέχτηκαν μεγάλη κριτική για την αδυναμία μεταφοράς λογοπαιγνίων με αποτέλεσμα την απώλεια της ειρωνίας του Ροΐδη, αλλά και για την ανεπιτυχή μετάφραση όρων. Ο ίδιος ο Ροΐδης εναντιωνόταν στην μετάφραση κειμένου ενός γλωσσικού τύπου σε άλλον τύπο της ίδιας γλώσσας: παρ΄ ότι είχε αρχικά επιτρέψει στον Παναγιώτη Βεργωτή την απόδοση του έργου του «Πέτρος Β΄ της Βραζιλίας» στην δημοτική, σε επιστολή του προς τον φίλο του ποιτητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, αναφέρει ότι το μετάνιωσε και εκφέρει την άποψη ότι η «μετάφρασις κειμένων ντς τς δίας γλώσσης κρύπτει πολλούς κινδύνους, ν, ως σχάτως, δν εχον συλλάβει τ μέγεθος».

Το ζήτημα του αφορισμού
Η υπόθεση της καταδίκης του μυθιστορήματος Πάπισσα Ιωάννα, είχε δημιουργήσει κάποια σύγχυση ως προς το αν υπήρξε αφορισμός του Ροΐδη. Για αφορισμό λόγω της συγγραφής της Πάπισσας κάνει λόγο η αθηναϊκή εφημερίδα «Σκριπ» στο φύλλο της 9ης Ιανουαρίου 1904, στην πρώτη σελίδα του οποίου αναφέρεται:
    «Τήν 2 μ.μ. χθές γινεν κηδεία το μμανουήλ Ροΐδου...ες τό ' Νεκροταφεον, μία κηδεία σεμνή καί συγκινητική. Προηγετο ες ερεύς μόνον [... ] ο κολουθήσαντες κτός τν συγγενν καί τν φίλων σαν λόγιοι καί δημοσιογράφοι [...] ς γνωστόν, Ροΐδης, πό τς ποχς καθ’ ν συνέγραψε τήν "Πάπισσαν ωάνναν", εχεν φορισθε πό τς ερς Συνόδου διά θρησκευτικούς λόγους. Προχθές τήν πρωίαν, ν συγγραφεύς πνεε τά λοίσθια, ερά Σύνοδος προέβη ες τήν ρσην το φορισμο μεθ’ τοιμοθάνατος κοινώνησε τν χράντων μυστηρίων».[12]
Εν τούτοις, για το ζήτημα αυτό, ο βιογράφος και ανηψιός του Ροΐδη, Ανδρέας Ανδρεάδης, αναφέρει:
    « Ροίδης, φ’ σον γνωρίζω, οδέποτε φωρίσθη· διά τοτο ξηκολούθησε τελν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, σάκις δέ διωρίζετο ες δημοσίαν πηρεσίαν φρόντιζε νά μνύη τόν νενομισμένον ρκον πρό το ερέως τς νορίας του. Διά τοτο δ' πίσης δέν δέησε, πως νέγραψαν τινές φημερίδες, ν' ρθ φορισμός, πως μεταλάβη τν χραντων μυστηρίων καί κηδευθ χριστιανικς».
Πράγματι, φαίνεται πως η εγκύκλιος στρεφόταν μόνο κατά του βιβλίου και όχι κατά του ιδίου του Ροΐδη.
Χαρακτήρας - Ύφος
Το κυριότερο χαρακτηριστικό των κειμένων του Ροΐδη είναι η ιδιαιτερότητα του ύφους του. Για τον τρόπο γραφής του έχει ειπωθεί «εισήγαγε στη λογοτεχνία το νόημα του ύφους». Τα δύο βασικά στοιχεία του ιδιαίτερου ύφους του, που εντοπίζονται και στην Πάπισσα Ιωάννα αλλά και στα άλλα κείμενά του, με αποτέλεσμα περιπαικτικό και κωμικό, είναι:
    η παράθεση ασυμβίβαστων εννοιών: «ες κυΐσγρανον, πόλιν περίφημον διά τά για λείψανα καί διά τάς βελόνας»
    και οι απροσδόκητες παρομοιώσεις: «πέπεσε κατά τάς πρώτας μέρας είς τήν μοναστηριακήν κείνην χαύνωσιν, τις καταλαμβάνει τάς νεήλυδας ες τά κοινόβια, ς ναυτίασις τούς κατά πρτον πατοντας πί πλοίου»
Στον πρόλογο της Πάπισσας ερμηνεύει αυτές τις υφολογικές επιλογές ως τρόπο να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη:
    γγλος τις συγγραφεύς, Swift νομίζω, διηγεται τι ο κάτοικοι, δέν νθυμομαι τίνος τόπου, εναι τοσούτ παθες καί πρόσεκτοι, στε σάκις ποτείνεταί τις πρός ατούς, πρέπει νά κτυπ κ διαλειμμάτων τήν κεφαλήν των διά ξηρς κολοκύνθης, να μή ποκοιμνται, ν μιλε. Τοιοτόν τι νθυπνωτικόν φάρμακον σκέφθην κγώ νά μεταχειρισθ κατά τς παθείας το λληνος ναγνώστου˙ ν λλείψει δέ κολοκύνθης προσπάθησα νά ξορκίσω τά χασμήματα καταφεύγων νά πσαν σελίδαν ες προσδοκήτους παρεκβάσεις, διοτρόπους παρομοιώσεις λλοκότους λέξεων συγκρούσεις˙περιβάλλων κάστην δέαν δι’ εκόνος, οτως επεν, ψηλαφητς, καί ατά κόμη τά σοβαρώτερα τς θεολογίας ζητήματα στολίζω διά κροσσίων, θυσσάνων καί κωδωνίσκων ς ποδιάν σπανς χορευτρίας.
Οι παρομοιώσεις και τα άλλα χιουμοριστικά τεχνάσματα του Ροΐδη χαρακτηρίστηκαν συχνά από μελετητές ως επίδειξη πνεύματος,[18] αλλά αναγνωρίζονται από άλλους ως οργανικό στοιχείο της γραφής που εξυπηρετεί συγκεκριμένη λειτουργικότητα, αυτήν της άσκησης κριτικής.[19]
Τεχνική
Εκτός από το ύφος της Πάπισσας, ιδιάζουσα είναι και η τεχνική της. Η αφήγηση ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, από την ιστορία των γονέων της Ιωάννας έως και τον θάνατό της. Σε μερικά σημεία όμως γίνονται κάποιες προδρομικές αφηγήσεις που αναφέρονται στην μελλοντική εξέλιξη της Ιωάννας και την ανάρρησή της στον παπικό θρόνο. Αυτό το γεγονός εξάλλου είναι ήδη γνωστό σε όσους είχαν διαβάσει τον πρόλογο και την εισαγωγή του έργου. Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι η απουσία διαλόγου μεταξύ των προσώπων. Αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία πλοκής (αφού το τέλος του έργου είναι ήδη γνωστό) υπονομεύει τις καθιερωμένες λογοτεχνικές συμβάσεις και φέρνει το μυθιστόρημα πιο κοντά στην ιστοριογραφία. Παράλληλα, το μυθιστόρημα παρουσιάζει μια ιδιόρρυθμη σχέση με τις πηγές του. Τα κείμενα από τα οποία άντλησε το υλικό του ο Ροΐδης συμπλέκονται στην σύνθεση της Πάπισσας με ποικίλους τρόπους: πολλά σημεία είναι χωρία αυτούσια ειλημμένα από άλλα κείμενα, κάτι που επισημαίνεται από τον Ροΐδη στο παράρτημα με τις σημειώσεις. Πολλές φορές τα λόγια των ηρώων είναι αποσπάσματα λειτουργικών και άλλων θρησκευτικών κειμένων. Ιδιαίτερος είναι και ο ρόλος των υποσημειώσεων, οι οποίες συχνά διορθώνουν ή διαψεύδουν γεγονότα που αναφέρθηκαν στην κυρίως αφήγηση ή συνεχίζουν την εξιστόρηση περιστατικών της κυρίως αφήγησης. Τέλος, πρωτοποριακό γνώρισμα της σύνθεσης του μυθιστορήματος είναι η αυτοαναφορικότητα, δηλαδή η εμπλοκή του συγγραφέα στην αφήγηση με αποστροφές προς τον αναγνώστη και με αναφορές στην διαδικασία γραφής του έργου που διαλύουν την εντύπωση της αληθοφάνειας των γραφομένων, που ήταν κυρίαρχη σύμβαση του μυθιστορήματος. Για αυτές τις ιδιάζουσες τεχνικές αλλά και για το έντονο στοιχείο της παρωδίας η Πάπισσα Ιωάννα έχει χαρακτηριστεί από την κριτική ως «αντιμυθιστόρημα»  ή «μεταμυθιστόρημα».
Το αντικείμενο και τα μέσα της κριτικής
Η σημασία της Πάπισσας Ιωάννας μπορεί να ερμηνευτεί μέσα από την εξέταση του πνευματικού κλίματος της εποχής όπου γράφτηκε. Στην ελληνική λογοτεχνία από το 1830 έως το 1880 κυριαρχούσε ο ρομαντισμός και οι κύριες τάσεις της πεζογραφίας της περιόδου αυτής ήταν οι ρομαντικές ερωτικές ιστορίες και τα ιστορικά μυθιστορήματα. Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στον μεσαίωνα, για τον οποίο είχε καλλιεργήσει μία εξιδανικευμένη εικόνα, ενώ τα ίδια χρόνια στην Ελλάδα αρκετοί λόγιοι έθεταν το ζήτημα της «αποκατάστασης» της θέσης του Βυζαντίου στην ελληνική ιστορία, για την οποία διαμορφωνόταν η τριμερής διαίρεση «αρχαιότητα-μέσοι χρόνοι-νεότερη εποχή». Ο Ροΐδης, που ήταν κριτική προσωπικότητα και σε όλα τα κείμενά του σχολίαζε -συχνά σατιρίζοντας- την πνευματική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, με την Πάπισσα Ιωάννα εξέφρασε την αντίθεσή του στις κυρίαρχες ιδεολογικές και λογοτεχνικές τάσεις της εποχής.
Το αντικείμενο της κριτικής
Ήδη από τον πρόλογο ο Ροΐδης προϊδεάζει τους αναγνώστες ότι είναι πιθανό να ενοχληθούν από την ελευθεριότητα κάποιων σκηνών του βιβλίου αλλά κυρίως από την παρουσίαση των αρνητικών πλευρών της μεσαιωνικής εκκλησιαστικής ιστορίας (τις οποίες ονομάζει «εκκλησιαστικόν βόρβορον») και κάποιες κριτικές παρατηρήσεις για την σύγχρονή του Ορθόδοξη Εκκλησία. Διευκρινίζει όμως ότι η διάθεσή του δεν είναι πολεμική εναντίον της Εκκλησίας, αλλά αξιοποιεί οποιοδήποτε περιστατικό θεωρεί αξιοκατάκριτο και σατιρίζει οτιδήποτε είναι δυνατό να προκαλέσει γέλιο, ανεξαρτήτως από το περιβάλλον από το οποίο προέρχεται. Στην συνέχεια παραθέτει κάποιες σκέψεις του για τις πρακτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες κατά την γνώμη του καθιστούν την άσκηση της λατρείας απεχθή για τους πιστούς.
Στην καθαυτό αφήγηση, ακριβώς όπως είχε προεξαγγείλει στον πρόλογο, παρουσιάζει μία άκρως αρνητική εικόνα του δυτικού κυρίως, αλλά και του ελληνικού μεσαίωνα, καθώς και της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής. Ένα στοιχείο στο οποίο επιμένει ιδιαίτερα είναι η ερωτική δραστηριότητα των μοναχών: ο πατέρας της Ιωάννας ήταν μοναχός που γνώρισε την μητέρα της όταν τού την πρόσφερε ένας υπηρέτης με αντάλλαγμα το δόντι ενός Αγίου· η Ιωάννα ακολούθησε την μοναστική ζωή επειδή στον ύπνο της εμφανίστηκε μία Αγία που της εκθείασε τα αγαθά της ζωής στο μοναστήρι λέγοντας ότι οι μοναχές απολαμβάνουν τις επισκέψεις εραστών και πολυτελή ζωή, ενώ διαδίδουν το ψεύδος ότι περνούν τη ζωή τους με προσευχές και στερήσεις. Επιπλέον ο Ροΐδης παρουσιάζει τους καθολικούς ιερείς ως αγράμματους, πρόθυμους να παραβιάσουν τη νηστεία βαφτίζοντας ψάρι το κρέας, και τους ανώτερους κληρικούς ενδιαφερόμενους μόνο για ραδιουργίες, υλικές απολαύσεις και απόκτηση δόξας και χρημάτων.
Στο κεφάλαιο όπου αφηγείται την παραμονή της Ιωάννας στην Αθήνα ο Ροΐδης αναφέρεται εκτενώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία και με πολλές αφορμές παρουσιάζει και τους ορθόδοξους ιερείς ενδιαφερόμενους μόνο για τα επίγεια αγαθά, επιρρεπείς στην παραβίαση της νηστείας και στις ερωτικές προσφορές της Ιωάννας, κυρίως όμως κατηγορεί την Ορθόδοξη Εκκλησία για τυπολατρία και συντηρητισμό καθώς και για χαρακτηριστικά που κατά τη γνώμη του απομακρύνουν τους πιστούς από την άσκηση της λατρείας, όπως η μεγάλη διάρκεια της λειτουργίας και η αισθητική των αγιογραφιών και της βυζαντινής ψαλμωδίας (την οποία ονομάζει «ρινοφωνία»).
Στην απάντησή του προς την εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου διατυπώνει παρόμοιες απόψεις, υποστηρίζοντας ότι στόχος της κριτικής του δεν ήταν η θρησκεία και η πίστη, αλλά όσες πρακτικές θεωρούσε ότι ήταν διαστρεβλώσεις του νοήματος της θρησκείας.
λιος νέτελλεν πισθεν το μηττο στιλπνός κα νέφελος ς ριμάσας τ μλα τς δέμ, τε ο τρες δοιπόροι παραμείψαντες τ Ποικίλον εσλθον ες τν πόλιν το δριανο. Πλθος θηναίων συνέρρεον πανταχόθεν ες τς κκλησίας, να πανηγυρίσωσι τν «Κυριακήν τς ρθοδοξίας» τοι τς ναστηλώσεως τν γίων εκόνων• π τούτων φερόμενοι εσλθον ο τρες δοιπόροι ες τ Θησεον, περ το χριστιανικ κκλησία, φιερωμένη τ γ. Γεωργί. χριστιανισμός κατέπνιξε τν εδωλολατρείαν κα ν τούτοις τ κακον τοτο θμα κατέστησε τν φονέα του γενικν κληρονόμον, κληροδοτσαν ατώ τος ναούς, τς τελετάς, τς θυσίας, τος μάντεις, τος ερείς κα τος νειροκρίτας. Τατα πάντα παραλαβόντες ο χριστιανο μετεσχημάτισαν πωσον πρς χρσιν των, ς ο λογοκλόποι τς ξένας δέας, νομάσαντες κκλησίας τος ναούς, τος βωμος θυσιαστήρια, τς πομπς λιτανείας κα τος θεος γίους. γ. Νικόλαον τν Ποσειδνα, τν Πνα γ. Δημήτριον κα πόλλωνα τν γ. λίαν• λλ’ ες τούτους προσήρτησαν ο ερες, να τος καταστήσωσι σεβαστοτέρους, κα μακρν γενειάδα, ς α προαγωγο τς Ρώμης ξανθν φενάκην ες τς ποτρόφους των, να λκύωσι πλείονας πελάτας.
Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα,
Όμως η κριτική του Ροΐδη δεν στρέφεται μόνο εναντίον του μεσαίωνα, αλλά κυρίως στοχεύει στην σύγχρονη με αυτόν εποχή. Αντικείμενο της κριτικής του, εκτός από την Εκκλησία, είναι καταστάσεις και προσωπικότητες της σύγχρονης κοινωνικής και πνευματικής ζωής, καθώς και οι συμβάσεις των λογοτεχνικών έργων. Συχνά αντιμετωπίζει ειρωνικά τους αρχαϊστές: « βήχας, βξ, ν ρχαΐζης, ναγνστα».[34] Εξάλλου ο ίδιος ήταν υποστηρικτής της δημοτικής στα θεωρητικά του κείμενα, αν και έγραφε μόνο στην καθαρεύουσα αφού, όπως τόνιζε, δεν είχε διδαχθεί ποτέ να χρησιμοποιεί τη δημοτική. Με μεγαλύτερη ειρωνεία αντιμετωπίζει τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας στις Επιστολές ενός Αγρινιώτου, στις οποίες χρησιμοποιεί και απλούστερη γλώσσα, υποδυόμενος έναν απλό γιατρό και όχι κάποιον λόγιο. Πολύ συχνά αναφέρεται στο ρομαντικό κλίμα της λογοτεχνίας της εποχής, στις ερωτικές ιστορίες που διάβαζαν με ευχαρίστηση οι αναγνώστες και στις υπερβολές των ρομαντικών συγγραφέων (χαρακτήριζε «δίποδα του ρομαντικού θηριοτροφείου»[35] τους απελπισμένους ερωτευμένους ήρωες) και κυρίως του Παναγιώτη Σούτσου, για τον οποίο έλεγε ότι κατασκεύαζε «ποιήματα νευ ποιήσεως».
Σάτιρα και παρωδία
Η κριτική, εκτός από την άμεση έκθεση περιστατικών, επιτυγχάνεται με τους διαρκείς συσχετισμούς που κάνει ο συγγραφέας ανάμεσα στην εποχή στην οποία διαδραματίζεται το έργο και στο παρόν της συγγραφής του, που εμφανίζονται κυρίως με την μορφή παρομοιώσεων. Για παράδειγμα, σε μία περιγραφή γαλήνιας θάλασσας, γράφει: « θάλασσα κοιμτο ς πίσκοπος μετ τ γεμα»] ενώ εξιστορώντας ένα δύσκολο ταξίδι των ηρώων χαρακτηρίζει τον δρόμο σκοτεινό και δύσβατο «ς τ φος τς Νέας Σχολς», αναφερόμενος στο δοκίμιο Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου του Παναγιώτη Σούτσου, ο οποίος υποστήριζε την «ανάσταση» της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Μία άλλη ανάλογη λειτουργία των παρομοιώσεων είναι η σύγκριση στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα συχνά κωμικό, που γελοιοποιεί το πρώτο σκέλος της σύγκρισης: « γγλία εχε τότε τ μονοπώλιον τν θεολόγων ς σήμερον τ τν τμομηχανν».
Παράλληλα με την κριτική μέσω της σάτιρας ο Ροΐδης αξιοποιεί και την παρωδία, με στόχο να ειρωνευτεί τις συμβάσεις των λογοτεχνικών και άλλων κειμένων, την σοβαρότητα των γεγονότων που αφηγείται και κατ' επέκταση και την σπουδαιότητα του ιστορικού παρελθόντος. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η χρήση αποσπασμάτων από θρησκευτικά κείμενα σε τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα, όπως σε σκηνές γευμάτων ή σε ερωτικές επιστολές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: