Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

ΛΙΒΙΑ ΔΡΟΥΣΙΛΛΑ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΡΑΧΝΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Livia Drusilla



Όταν στην Παλαιστίνη γεννιόταν ό Χριστός...
Η Λιβία ανοίγει με φόνους το δρόμο στον Τιβέριο
Μια γυναίκα που διεκδικούσαν οι άρχοντες της Ρώμης εξολοθρεύει πλήθος νέων για να εξασφαλίσει τον θρόνο στον γιό της.
«Κλαύδιε, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την γυναίκα σου». «Ούτε κι εγώ Οκταβιανέ». Δεν πρόκειται για το τέλος της δεύτερης πράξεως ενός δράματος με τρία πρόσωπα, μια γυναίκα και δυο άνδρες. Ήταν απλώς η αρχή ενός διαλόγου που τέλειωσε πριν καλά - καλά αρχίσει. Μόλις μπήκε στο σπίτι του Τιβέριου Κλαύδιου Νέρωνα, ο νεαρός Γάιος Οκταβιανός, ανιψιός και διάδοχος του Ιούλιου Καίσαρα, πού δώδεκα χρόνια αργότερα αναγορεύθηκε Αύγουστος, πρόφερε αυτά τα λόγια, προτού ακόμη πη το καθιερωμένο «άβε». Η ευγλωττία δεν έλειπε από τον αυθέντη της Ρώμης. Αυτή την φορά όμως του ερχόταν δύσκολο, όπως και στον καθένα άλλωστε, να βρει διαφορετική διατύπωση για μια τόσο δυσάρεστη κατάσταση, χωρίς παράλληλα να φανεί σκληρός, απειλητικός ή ταπεινά παρακλητικός. Πριν από λίγες ώρες, την καλοκαιρινή εκείνη μέρα του 38 π.Χ, ο Οκταβιανός είχε διαζευχθεί την πρώτη του γυναίκα Σκριβωνία. Με ένα γράμμα της ανακοίνωσε την πρόθεση του να την διώξει. Εκείνη την εποχή οι γραφειοκρατικές διατυπώσεις για την διάλυση του γάμου δεν ξεπερνούσαν τα όρια μιας απλής επιστολής. Το γεγονός ότι η διωγμένη σύζυγος περίμενε παιδί, δεν περιέπλεκε καθόλου τα πράγματα.
Το παιδί πού περίμενε η Σκριβωνία από τον Οκταβιανό, η Ιουλία, γεννήθηκε έπειτα από δέκα μέρες, την ώρα ακριβώς πού ο πατέρας της παντρευόταν την Λιβία Δρουσίλλα, την γυναίκα πού είχε αρπάξει από τον Τιβέριο Κλαύδιο. Επρόκειτο πράγματι για απαγωγή. Ο σύζυγος δεν είχε άλλη εκλογή. Ο όρος πού του έθεσε ό Οκταβιανός ήταν σαφής: έπρεπε να χωρίσει σε δέκα μέρες. Η Λιβία διατάχθηκε επίσης να ακολουθήσει αμέσως τον Οκταβιανό στο ανάκτορο του, για να μην αποπειραθεί ο σύζυγος να την μεταφέρει σε κάποιο άλλο, σίγουρο μέρος. Περίμενε κι αυτή, όπως και η Σκριβωνία, παιδί, άλλα επειδή ο Οκταβιανός ευχαριστιόταν να κλέβει γυναίκες και όχι νεογέννητα, υποσχέθηκε να παραδώσει στον Τιβέριο Κλαύδιο το βρέφος, αμέσως μετά την γέννηση του. Αντίθετα, το πρώτο παιδί του ζεύγους (Τιβέριος κι αυτός, όπως ό πατέρας του), θα ακολουθούσε την μητέρα του στην αυτοκρατορική κατοικία. Εγκαταλείποντας, ο Οκταβιανός, την γυναίκα από την οποία περίμενε παιδί, και αποκτώντας με την βία μιαν άλλη, πού θα γινόταν μητέρα από κάποιον τρίτο, δημιούργησε, έκτος των άλλων, ένα μπερδεμένο κουβάρι από συγγένειες χωρίς κοινότητα αίματος. Σε αντάλλαγμα, συνένωσε, έστω και μ' αυτόν τον τεχνητό τρόπο, στην δύση της δημοκρατίας και την αυγή της αυτοκρατορίας, τις δυο ισχυρότερες οικογένειες της Ρώμης, των Ιουλίων και των Κλαυδίων. Με μια σαρκαστική αναφορά στην εποχή της κτίσεως της Ρώμης, ο λαός χαρακτήρισε την νικηφόρα εισβολή του Οκταβιανού και των οπλισμένων μπράβων του στο σπίτι του Κλαυδίου, «αρπαγή των Σαβίνων». Πράγματι, η Λιβία Δρουσίλλα, άνηκε κι Αυτή, όπως κι ο άνδρας της, στο γένος των Κλαυδίων, και καταγόταν από οικογένεια Σαβίνων. Είναι πάντως βέβαιο, ότι ο δικτάτορας δεν είχε την πρόθεση να ταπεινώσει τον Κλαύδιο, μ' αυτήν την αιφνιδιαστική ενέργεια, μολονότι εκείνος ήταν πολιτικός του αντίπαλος και είχε συμμαχήσει με τον Πομπήιο, αρχικά εναντίον του Καίσαρα, κι αργότερα εναντίον του Οκταβιανού. Ο νικημένος Κλαύδιος είχε ζητήσει συντετριμμένος την επιείκεια του νικητή, εκλιπαρώντας τον γονατιστός, μαζί με την δεκαεννιάχρονη σύζυγο του. Δεν μπορούσε να κάνει μεγαλύτερο σφάλμα. Αντί να προσέχει τις εκδηλώσεις μετανοίας του Κλαύδιου, ο Οκταβιανός κοίταζε εκστατικός την νεαρή γυναίκα που τον εκλιπαρούσε με μάτια που έλαμπαν από δάκρυα και ομορφιά. Είπε αργότερα, πώς ο ερωτάς του για την Λιβία ήταν κεραυνοβόλος. Είπε ακόμη πώς στο ελαφίσιο βλέμμα της υπήρχε ένα σπάνιο κράμα χάρης και περηφάνιας, πού συγκινούσε και τρόμαζε συγχρόνως. Ωστόσο η σχέση ανάμεσα στο βλέμμα της ελαφίνας και την απαγωγή είναι πολύ αβέβαιη. Πιθανότατα ο Οκταβιανός να άρπαζε την Λιβία ακόμη κι αν το βλέμμα της ήταν διαφορετικό. Σ' εκείνα τα χρόνια, δικτάτορας ή μη, ένας ευγενής δεν συνήθιζε να αφαιρεί με την βία την έγκυο γυναίκα του αντιπάλου που επί πλέον είχε ευεργετήσει.

Ίσως ο Οκταβιανός να μην ήταν και τόσο ερωτευμένος με κείνη την γυναίκα, όσο τουλάχιστον έδειχνε. Αντίθετα, φαίνεται εύλογη η υποψία ότι η φλόγα του έρωτα ήταν απλώς στρατήγημα του Οκταβιανού. Ήθελε έτσι να εξευγένιση την παράνομη πράξη που είχε μηχανευτεί για να συγκαλύψει, όπως και με τις άλλες του ενέργειες, τους πραγματικούς του σκοπούς.
Μολονότι είχε την μερίδα του λέοντος, εκείνη την εποχή ο Οκταβιανός μοιραζόταν την εξουσία με τα άλλα δύο μέλη της τριανδρίας, τον Μάρκο Αντώνιο και τον Λέπιδο. Η επιθυμία του να απαλλαγεί από αυτούς ήταν τόσο βασανιστική όσο κι η δική τους να τον απομακρύνουν από την εξουσία. Η ένωση του με μια Κλαυδία ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει, κατά την γνώμη του Οκταβιανού, τον χωρισμό του από την ιδιότροπη και μηχανορράφο τριαντάρα Σκριβωνία. Ο πρώτος γάμος της Λιθίας με έναν άνδρα αρκετά μεγαλύτερο της δεν της είχε αφήσει σοβαρά ίχνη. Ήταν επίσης πολύ γοητευτική και, παρά την νεαρή ηλικία της, προικισμένη με φρόνηση σεβαστής δέσποινας. Επιπλέον, η ένωση αυτή βοηθούσε τον 'Οκταβιανό να απαλλαγεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο μετέπειτα αυτοκράτορας, καταγόταν από την ευγενική γενιά των Ιουλίων, και ήταν ανιψιός πλούσιου τοκογλύφου. Δεν θα σταδιοδρομούσε ίσως, αν η μητέρα του δεν τύχαινε να είναι αδελφή, έστω και παραμελημένη, του Ιούλιου Καίσαρα. Άλλα τώρα παντρευόταν μια Λιβία από το γένος των Κλαυδίων, γόνο της παλιάς αριστοκρατίας. Στην πινακοθήκη των προγόνων της φιγουράριζαν ο Τιβέριος Γράκχος, ο Λούκουλλος και διάφοροι Λίβιοι Δρούσοι. Ως τότε η πολίτικη αίγλη του Οκταβιανού οφειλόταν στην μνήμη του σπουδαίου του θείου, πού όμως είχε καταντήσει απλή ανάμνηση. Τώρα υπήρχε στο πλευρό του, για να ενίσχυση την εξουσία του, μια απόγονος των Κλαυδίων. Την είχε βέβαια αποκτήσει με τυχοδιωκτικό τρόπο, άλλα χωρίς μεγάλες απώλειες. Σε κανένα, έκτος από τον ταλαίπωρο σύζυγο, ο γάμος αυτός πού έγινε με την πειθώ των όπλων, δεν προκάλεσε αθεράπευτα τραύματα - ούτε κάν αμυχές. Ύστερα από την συντριβή του Λέπιδου και του Μάρκου Αντώνιου, ο Οκταβιανός έγινε δικτάτορας κι ανακηρύχθηκε Αύγουστος. Κι ενώ ο άνδρας της κυβερνούσε τον κόσμο, η Λιβία, στην Αυλή του, αρκέσθηκε να κυβερνά το αυτοκρατορικό συγγενολόι, πού ήταν μοιρασμένο στις περίπλοκες διακλαδώσεις ενός στρεβλού γενεαλογικού δέντρου, κατάφορτου από πάππους, πεθερούς, θείους, ξαδέλφια, κι ετεροθαλή αδέλφια, πού παντρεύονταν μεταξύ τους η αλληλοτρώγονταν. Αποστολή της Λιβίας, δεν ήταν να αποφασίζει απλώς για το πώς θα ζούσαν οι Ιούλιοι και οι Κλαύδιοι, άλλα και για το πόσο θα ζήσουν.


Στο σπίτι του Αυγούστου, στον Παλατίνο Λόφο, πού δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο και πολυτελές, στα πενήντα δύο χρόνια του γάμου της, η Λιβία, υπήρξε η πιο εργατική αράχνη της ρωμαϊκής ιστορίας. Κλωστή την κλωστή, λιγόλογη και υπομονετική, ύφαινε ένα στέρεο και περίπλοκο ιστό πού πλουτιζόταν κάθε μέρα με μυστικά περάσματα. "Έζησε δεκαπέντε χρόνια παραπάνω από τον Οκταβιανό. Ούτε μετά τον θάνατο της στάθηκε δυνατό στους μελετητές πού το επιχείρησαν, να λύσουν τον γρίφο αυτού του ιστού, όσο ειδικευμένοι κι αν ήσαν στην λύση αινιγμάτων. Δεν υπήρξε ποτέ ενέργεια, ίσως ούτε και σκέψη της Λιβίας, πού να μην ερχόταν σε αντίφαση με άλλες ενέργειες και σκέψεις της. Οι ανατόμοι της ψυχής δεν κατόρθωσαν, σ' αυτήν την περίπτωση, να βγάλουν άκρη. Για τους σύγχρονους και τους μεταγενέστερους, η αδιαπέραστη μορφή αυτής της ακούραστης αράχνης παρουσιάζεται σφραγισμένη από έναν κρυπτογραφικό χαρακτήρα πού δεν επιδέχεται ερμηνεία.
Είχε δυο διαφορετικές και αντιφατικές προσωπικότητες.  Ακόμη και σήμερα η συμπεριφορά της φαίνεται άψογη σε ορισμένους ιστορικούς (συνετή, μετριοπαθής, αξιαγάπητη), ενώ άλλοι την παρουσιάζουν με βεβαρυμένο ποινικό μητρώο (φιλόδοξη, σκληρή, αιμοχαρή). Οι περισσότεροι αποφεύγουν να κλίνουν προς την μια άποψη και ρίχνουν στην λαϊκή ετυμηγορία την ευθύνη των κατηγοριών. Λεγόταν, γράφουν, ότι η Λιβία είχε μηχανευτεί ετούτο η εκείνο το έγκλημα, και μερικές φορές σκότωνε η ίδια ή χρησιμοποιούσε πληρωμένους δολοφόνους. Όλα αυτά ήσαν κακόβουλες διαδόσεις η ανάγονται στον θρύλο πού της απέδιδαν, κατά την γνώμη κάποιου έγκυρου  ιστορικού, «παράλογα εγκλήματα» και «μυθιστορηματικές          πλεκτάνες». 'Ωστόσο, το μόνο παρήγορο είναι, ότι κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να την κατηγορήσει για απιστία ή ακολασία, αν και υπήρξαν μερικοί επίμονοι κατήγοροι της πού της απέδωσαν κι αυτά ακόμη τα ελαττώματα.
Δεν ήταν μόνο ο θρύλος πού την κατηγόρησε ότι διέταξε σειρά ολόκληρη από δολοφονίες για να εξοντώσει ανενδοίαστα οποιονδήποτε παρενέβαινε στα σχέδια της. Οι ιστοριογράφοι όλων των εποχών ήσαν τουλάχιστον υποχρεωμένοι να μνημονεύσουν την τρομερή φήμη πού την βάραινε. Μέσα στον ιστό της, πού αποτελούσε και το προσωπείο της, τα θύματα της μπλέκονταν, χωρίς καν να το υποψιάζονται. Κανείς δεν μάθαινε γιατί πέθαινε. Ασκούσε την εγκληματική της δραστηριότητα, αν αυτό πράγματι αληθεύει, χωρίς να αφήνει ίχνη. Μερικοί λένε ότι ξεπέρασε και την Λουκρητία Βοργία.


Η συγκομιδή της δεν περιορίσθηκε στην αυτοκρατορική οικογένεια. Υπήρχε ευρύ πεδίο δράσης κι η δουλειά δεν έλειπε. Πρωταρχικός της σκοπός ήταν να βγάλει από την μέση, είτε της ήταν χρήσιμος είτε όχι, οποιονδήποτε είχε αρκετούς τίτλους ώστε να παρεμβάλλεται ανάμεσα σ' Αυτήν και στην δίψα για εξουσία, την δική της η του γιου της Τιβέριου.
Ωστόσο, όπως λένε μερικοί αξιόπιστοι συγγραφείς, δεν σχεδίασε εγκλήματα για δικό της όφελος. Έβλεπε μακριά, στο μέλλον, αν και είχε ένα ξεχωριστό τρόπο να εξετάζει από πολύ κοντά τους ανθρώπους πού ήθελε να εξαφανίσει. Στρεφόταν στο παρελθόν μόνο όταν ήθελε να εκδικηθεί. Έτσι έγινε και με την πρώτη δολοφονία πού της αποδίδεται, δηλαδή την δηλητηρίαση του Τιβέριου Κλαύδιου Νέρωνα, του πρώτου της συζύγου. Εκείνος ο δυστυχισμένος, με σπαραγμό ψυχής την είχε παραχωρήσει  ευγενικά  στον Οκταβιανό, πού του την είχε ζητήσει με τόση αγένεια. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να της δώσει και προίκα. Αυτό ακριβώς δεν του συγχώρησε ποτέ η Λιβία, το ότι δηλαδή την παρέδωσε σε κάποιον άλλο και δεν αγωνίσθηκε να την κράτηση χωρίς βέβαια να αποκλείσουμε το γεγονός ότι θα τον είχε μισήσει το ίδιο, ίσως και περισσότερο, αν αντίθετα, είχε αρνηθεί να την παραχώρηση. Καθώς φαίνεται, μερικά χρόνια μετά το διαζύγιο, ο Τιβέριος Κλαύδιος Νέρων κατάπιε ανυποψίαστος το δηλητήριο πού του είχε στείλει η γυναίκα πού είχε χάσει άλλα δεν είχε λησμονήσει. Πέθανε από το χέρι της Λιβίας, πληρώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο για την δειλία του. "Αν βέβαια ήταν θαρραλέος, θα είχε πεθάνει πολύ νωρίτερα από το χέρι του Οκταβιανού. Δεν είχε και μεγάλα περιθώρια εκλογής. Κι εκτός από αυτόν υπήρχαν πλήθος άλλοι πού έπρεπε να εξιλεωθούν για τα σφάλματα τους. Για την αυτοκράτειρα Λιβία, εκείνα τα χρόνια του πολιτικού μεγαλείου και του ηθικού ξεπεσμού, η εκδίκηση δεν ήταν πάντα ένα φαγητό πού τρωγόταν κρύο. Στην περίπτωση του Μάρκου Μάρκελλου καταβροχθίσθηκε αμέσως και μάλιστα βιαστικά.
Ο Μάρκος Μάρκελλος ήταν έφηβος, όταν ο θείος του, ο αυτοκράτορας Αύγουστος, πού δεν είχε αρσενικά παιδιά, αποφάσισε να τον υιοθέτηση και να τον ορίσει κληρονόμο του. Ο Μάρκελλος, γιος της Οκταβίας, αδελφής του Αυγούστου, άνηκε στην Ιουλία γενεά και συγκέντρωνε στο πρόσωπο του όλες τις ελπίδες της οικογένειας. Σφάλμα ικανό να επισύρει το μίσος της Λιβίας, πού σαν γνήσια εκπρόσωπος των Κλαυδίων, ονειρευόταν τον θρόνο για τον πρωτότοκο γιο της, τον Τιβέριο.
Η Λιβία και η Οκταβία, κουνιάδα και νύφη, έτρεφαν, μέσα στο πάθος ενός σιωπηλού ανταγωνισμού, ένα αμοιβαίο και άγριο μίσος. Τα ίδια τα παιδιά, τα οποία    αφορούσε    η    διαμάχη, έδειχναν τελείως αμέτοχα. Άλλωστε τόσο ο γιος της Οκταβίας, ο Μάρκελλος, όσο και οι γιοι της Λιβίας, ο Τιβέριος και ο Δρούσος, είχαν μόλις περάσει την ηλικία των παιχνιδιών και δεν σκοτίζονταν καθόλου για το αυτοκρατορικό αξίωμα. Άλλα με το πέρασμα των χρόνων, άρχισε να λάμπει το άστρο του Μάρκελλου που σιγά - σιγά έπαιρνε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις μαζί με τον θείο του. Ήταν δεκαοκτώ ετών, όταν ο Αύγουστος του έδωσε για σύζυγο την μονάκριβη κόρη του, την Ιουλία, φανερώνοντας έτσι την προτίμηση του.
Με τον γάμο αυτό, ο Μάρκελλος έγινε εκτός από ανιψιός, και γαμπρός του δικτάτορα. Όχι όμως για πολύ. Λίγο μετά τον γάμο, τελείως ανεξήγητα, ο νέος προσβλήθηκε από υψηλό πυρετό, πού δεν υποχωρούσε παρά τις φροντίδες του πιο διάσημου γιατρού της Ρώμης, πού θεωρούσε τα θαλάσσια λουτρά, πανάκεια. Η κατάσταση του επιδεινώθηκε ταχύτατα. Σε λίγες μέρες ο Μάρκελλος έσβησε. Κι ενώ ακόμη το βαλσαμωμένο του κορμί κειτόταν στο νεκρικό κρεβάτι, για την τελετή της αποτεφρώσεως, η φωνή του πλήθους πρόφερε το όνομα της μοιραίας αρρώστιας. Όλοι ήσαν σίγουροι πώς το κακό πού τον είχε χτυπήσει στα δεκαεννιά του χρόνια, λεγόταν δηλητήριο και το δηλητήριο με την σειρά του λεγόταν Λιβία.

 Tiberius Caesar

Όταν το άψυχο σώμα του νέου, στεφανωμένου με τριαντάφυλλα, τοποθετήθηκε στην πυρά, δίπλα στο ταφικό μνημείο των Καισάρων, στο Πεδίο του Άρεως, η μητέρα του, Οκταβία, και η γυναίκα του Ιουλία, πέταξαν πάνω στο λείψανο τους πυρσούς, για να το παραδώσουν στις φλόγες, ενώ ο Αύγουστος δεν μπορούσε να συγκράτηση τους λυγμούς του. Βάραινε πάνω σ' όλους, σκυθρωπή και απειλητική, η μαύρη σκιά κάποιου πού δεν παρευρισκόταν στην κηδεία. Η σκιά της Λιβίας. Η Οκταβία της είχε   επίσημα   απαγορεύσει   να πάρει μέρος στο γενικό πένθος. Εξ αιτίας αυτής της απαγορεύσεως έλειπε κι ο Τιβέριος, πού θα έπαιρνε τώρα προφανώς την θέση του εκλιπόντος δίπλα στον Αύγουστο, σαν πιθανός διάδοχος. Το τεντωμένο σε ένδειξη κατηγορίας δάχτυλο της μητέρας του Μάρκελλου προς την Λιβία, ήταν μια κίνηση σιωπηρή και γι' αυτό ακόμη πιο δραματική. Κι ενώ η Οκταβία καταριόταν κλαίγοντας, κλεισμένη στην απέραντη θλίψη της, οι περισσότεροι πρόφεραν με μίσος το όνομα της Λιβίας, της γυναίκας των Κλαυδίων, της κακούργος στρίγγλας.
Φαινομενικά, ωστόσο, η ζωή της Λιβίας ήταν καθαρή και άψογη. Ίχνη δηλητηρίου δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ ούτε στον πάτο των ποτηριών με το κρασί πού πρόσφερε στους καλεσμένους της, ούτε στο βάθος των ματιών της. Το βλέμμα της ήταν άδολο και τα ποτά της ανόθευτα και ακίνδυνα. Ο Αύγουστος δεν μπορούσε να επιθυμήσει πιο αξιολάτρευτη γυναίκα, αν και καμιά φορά γινόταν λίγο ενοχλητική, επιδαψιλεύοντας του φροντίδες περισσότερο μητρικές παρά συζυγικές. Μια σύντροφος τόσο αγνή κι ευσεβής, έτοιμη πάντα, με την βοήθεια των θεών, να τιχθεί με το μέρος του καλού, κατέληγε να είναι αξιοθαύμαστη, ακόμη κι όταν γινόταν καταπιεστική. Βέβαια οί κακές γλώσσες έλεγαν πώς ήταν θεατρίνα και η πραότητα της ήταν σκέτη υποκρισία. Άλλα, αν πράγματι υποκρινόταν, ήξερε στην εντέλεια τον ρόλο της.
Είτε γιατί μια τέτοια σύζυγος τον καταπίεζε, είτε από έμφυτη κλίση για εξωσυζυγικές περιπέτειες, ο Αύγουστος κρίθηκε με επιείκεια, όταν, όπως και στην περίπτωση της Λιβίας, έκανε δική του την νεαρή και χαριτωμένη Τερεντία, χωρίς να ζητήσει γι' αυτό την άδεια του συζύγου του πλούσιου και συνετού Μαικήνα, πού ήταν μάλιστα διαλεχτός του φίλος. Αγαπημένος του Βιργιλίου και του Ορατίου, στους οποίους παρείχε χρήματα και συμβουλές, ο Μαικήνας, ήταν τόσο αφοσιωμένος στον αυτοκράτορα ώστε ανέχθηκε αδιαμαρτύρητα τον καθόλου κρυφό δεσμό της Τερεντίας του με τον μέγα Αύγουστο. Το ίδιο είχε κάνει κι ο Τιβέριος Κλαύδιος, ο άνδρας της Λιβίας. Όποια πάντως κι αν ήταν στην πραγματικότητα η Λιβία, φαρμακεύτρια και υποκρίτρια ή συκοφαντημένη πρωταθλήτρια της αρετής, κάνεις δεν συμμεριζόταν τα βάσανα της για την απιστία του άνδρα της.
Οι αμφιβολίες ότι η Λιβία υπέφερε είναι βάσιμες. Μια γυναίκα σαν κι υυτήν, γεμάτη θέληση, κλεισμένη στον εαυτό της, δεν έδειχνε καθόλου διατεθειμένη να παραπονιέται και να ζητά επίμονα συμπαράσταση. Ήξερε τον δεσμό του Αυγούστου με την Τερεντία, όπως τον γνώριζαν όλοι στην Ρώμη, γιατί το ζευγάρι δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει το αμάρτημα του, ούτε έδειχνε πλέγματα ενοχής. Όσο για την Λιβία, δεν ήταν η καρδιά του Αυγούστου αυτό πού την απασχολούσε, άλλα το ζήτημα της διαδοχής. Ακόμη και μετά τον θάνατο του Μάρκελλου, η κατάσταση δεν είχε εξομαλυνθεί. Ανάμεσα στον Τιβέριο και την κατάκτηση της εξουσίας παρεμβάλλονταν δυο νεαρότατοι πρίγκιπες, νόμιμοι διάδοχοι του θρόνου.
Η Ιουλία, κόρη του αυτοκράτορα και της πρώτης του γυναίκας Σκριβωνίας, πριν από τον γάμο της με τον Μάρκελλο, ήταν παντρεμένη με τον Αγρίππα. Στην διάρκεια αυτού του γάμου -το τονίζομε, στην διάρκεια και όχι από αυτόν τον γάμο - γεννήθηκαν ο Γάιος και ο Λεύκιος. Ανάμεσα στα τόσα αβέβαια πράγματα πού συνέβαιναν στους κόλπους της αυτοκρατορικής οικογένειας, το λιγότερο σίγουρο ήταν η πατρότητα των δύο παιδιών. Ήταν πασίγνωστο ότι όταν γεννήθηκαν, ο Αγρίππας, άξιος πολεμιστής, πιστός φίλος του Αυγούστου και εξαιρετικός σύζυγος, έλειπε από το σπίτι. Του είχε τύχει η πιο άστατη γυναίκα, η Ιουλία, με τους πολλούς συζύγους, και τους ακόμη περισσότερους εραστές.


Από τα παιδικά μέχρι τα εφηβικά τους χρόνια, τα δυο αδέλφια, ο Γάιος και ο Λεύκιος, ήσαν οι αξιολάτρευτοι τυραννίσκοι της αυτοκρατορικής Αυλής. Ο Αύγουστος τα είχε σαν παιδιά του, άλλα παραμέρισε ωστόσο τον τρίτο γιο της Ιουλίας, τον Αγρίππα Πόστουμο, πού ήταν κλειστό παιδί, άχαρο κι αδέξιο. Η υπόθεση για τον Τιβέριο έμοιαζε χαμένη. 'Αλλά εκείνος δεν στενοχωριόταν καθόλου. Δεν έκρυβε την αποστροφή του για την εξουσία. Θα θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή αν μπορούσε να ζήσει μακριά από την Αυλή μαζί με την γυναίκα του Βιψανία. Πρότεινε μάλιστα να παραχωρηθεί η πολυπόθητη και διαμφισβητούμενη διαδοχή στον αδελφό του Δρούσκο, τον μικρότερο γιο της Λιβίας.
Ο μεγαλύτερος από τους δυο νέους, ο Λεύκιος Καίσαρ, μπαρκάρισε για την Ισπανία, όπου, καθώς συνηθιζόταν για τους πρίγκιπες πού προορίζονταν για υψηλά αξιώματα, θα εκπαιδευόταν στην χρήση των οπλών. Όμως το πλοίο πού τον μετέφερε αναγκάσθηκε να ποδίσει στην Μασσαλία. Το ταξίδι διακόπηκε απότομα. Υπήρχε κάποιος σοβαρά άρρωστος πάνω στο πλοίο, πού δεν ήταν άλλος από τον Λεύκιο, τον εγγονό και θετό γιο του αυτοκράτορα. Οι επιμελείς φροντίδες των γιατρών προς τον ασθενή πού η αρρώστια του παρουσίαζε έντονα, άλλα αβέβαια συμπτώματα, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Το καράβι σαλπάρισε από την Μασσαλία για την Ρώμη με τα διακριτικά του πένθους. Κουβαλούσε το λείψανο του Λεύκιου. Είκοσι μήνες αργότερα, ο αδελφός του Γάιος Καίσαρ, γύρισε στην Ρώμη από την Αντιόχεια της Συρίας, ύστερα από την εκτέλεση κάποιας αποστολής στην Μικρά 'Ασία. Αναγκάσθηκε κι αυτός να ποδίσει με το πλοίο του στα Λίμυρα της Λυκίας. Μια μυστηριώδης ασθένεια, τόσο αιφνίδια όσο κι εκείνη πού είχε σταθεί μοιραία για τον αδελφό του, του προκαλούσε οδυνηρούς σπασμούς. Ο Γάιος δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τα είκοσι και είχε σιδερένια κράση αλλά ίσως όχι τόσο ανθεκτική όσο χρειαζόταν για να προβάλει αντίσταση στο κακό. Λίγες μέρες αργότερα, έπαψε κι αυτός να ζει, χωρίς ποτέ να μάθη, όπως κι ο Λεύκιος κι ο Μάρκελλος, γιατί έπρεπε να πεθάνει.
Η φωνή του λαού ψιθύρισε και πάλι το γνωστό όνομα: Λιβία. Έλεγαν πώς τα δυο αδέλφια είχαν κι αυτά θυσιαστεί στις ξέφρενες φιλοδοξίες της γυναίκας του Αυγούστου, που ήταν πεισματικά προσηλωμένη στην πραγματοποίηση ενός άσπλαχνου σχεδίου. Ήταν διατεθειμένη να εξαφάνιση οποιονδήποτε, προκειμένου να περιβληθεί ο γιος της Τιβέριος το αυτοκρατορικό αξίωμα. Και δεν είχε μεγάλη σημασία το γεγονός ότι οι δύο νέοι πέθαναν, ολοφάνερα δηλητηριασμένοι, αλλά μακριά από την Ρώμη, όπου η Λιβία εξύφαινε τις συνωμοσίες της. Πάνω σ' ένα πλοίο υπάρχει πάντα θέση για έναν πληρωμένο φονιά.
Είναι βέβαιο, πώς στην συνέχεια έγιναν κι άλλα εγκλήματα, για να παραμερισθούν οι επικρατέστεροι ανταγωνιστές του Τιβερίου, και η Λιβία παρέμενε πάντα, στην συνείδηση του λαού, η κακούργο μέγαιρα. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν δρούσε πια μόνη της. Τελικά ο Τιβέριος είχε στραφεί στην πολιτική πού μέχρι τότε περιφρονούσε, και είχε δημιουργήσει την δική του φατρία, των Κλαυδίων, αντίπαλη της φατρίας των Ιουλίων. Φαινόταν μάλιστα αποφασισμένος να διακριθεί, υιοθετώντας τις σκοτεινές μεθόδους της μητέρας του. Διέθετε κι αυτός όσο δηλητήριο χρειαζόταν για να κάνη μακαρίτες τους απερίσκεπτους πού αμφισβητούσαν τα δικαιώματα του.
Ύστερα από τον αποτυχημένο γάμο της με τον Τιβέριο, η Ιουλία, η ακόλαστη κόρη του Αυγούστου, εξορίστηκε στο νησί της Παντελλερίας, σύμφωνα με την επιθυμία της Λιβίας, ώστε να πάψει πια να της ζητά ευθύνες για τα παιδιά της, πού είχε βγάλει από την μέση. Ο γιος του Δρούσου, Γερμανικός, πού ήταν μάλιστα εγγονός της Λιβίας και άνηκε στην Κλαυδία γενεά, δολοφονήθηκε από τους ακολούθους του, γιατί διεκδικούσε, μετά τον θάνατο του Αυγούστου, μερίδιο στην εξουσία. Όταν κι ο νεαρός Πόστουμος, το στερνοπαίδι της Ιουλίας, εξοντώθηκε στο νησί όπου κρυβόταν, δεν υπήρχαν πια πολλοί γόνοι της Ιουλίας   και   Κλαυδίας   γενεάς, πού νά απειλούν την Λιβία και τον Τιβέριο. Εκείνοι πού δεν εξαφανίσθηκαν από δική τους πρωτοβουλία, δέχθηκαν την κατάλληλη σπρωξιά πού τους «γκρέμισε στην άβυσσο του Άδη», κατά την πομπώδη έκφραση των τελευταίων ειδωλολατρικών χρόνων, σχετικά μ' αυτούς πού πέθαιναν από βίαιο θάνατο.
Δριμύτερη στα γεράματα, όπως καμιά φορά συμβαίνει, παρά στα νιάτα της, η Λιβία τίμησε υπερβολικά το άτομο της, ίσως για να παράβλεψη το γεγονός ότι οι άλλοι με την σειρά τους, παρέλειπαν να την τιμήσουν. Οι αυτοκράτορες πού διαδέχθηκαν τον Αύγουστο, ο Τιβέριος, ο Καλιγούλας, ο Νέρων, όλοι απόγονοι της Λιβίας, της έμοιαζαν ακριβώς σ' αυτό, στον κούφιο ναρκισσισμό και στην σκληρότητα προς όποιον δεν έπεφτε στα πόδια τους.
Μόνη εξαίρεση ο Κλαύδιος, ο άρρωστος και παραμορφωμένος εγγονός, πού, όταν ανέβηκε στον θρόνο, δεν είχε πια την δύναμη να ζητήσει εκδίκηση για τις ταλαιπωρίες της εφηβικής του ηλικίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Λιβία ζήτησε και πέτυχε να ανακηρυχτεί Αύγουστο και να θεοποιηθεί. Βρισκόταν πάντα μετέωρη ανάμεσα στον καθαγιασμό και την καταδίκη, εξ αιτίας της κραυγαλέας δυσαρμονίας σχετικά με τις κρίσεις πού αφορούσαν την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της. Οι αμφιβολίες επιτρέπονται. Αν είχε πράγματι τις αρετές πού ορισμένοι της αποδίδουν, είναι ανεξήγητο πώς επέσυρε εναντίον της τόσο ατιμωτικές συκοφαντίες. Αν πάλι οι εχθροί της την έκριναν με δικαιοσύνη, ποιος ξέρει γιατί οι κόλακες δεν έπαψαν ποτέ να την εγκωμιάζουν. Αρχής γενομένης από τον σύζυγο της Αύγουστο, πού σε κάποια συνεδρίαση της Συγκλήτου, την παρουσίασε σαν υπόδειγμα εργατικότητας, καλωσύνης και τρυφερότητας, μολονότι δεν αγνοούσε τις σκληρές τιμωρίες πού η γυναίκα του συνήθιζε να επιβάλλει στις σκλάβες πού της ύφαιναν τά μάλλινα, αν κάποια στιγμή η κούραση τις έκανε να παρατήσουν την δουλειά τους.

 Η Λιβία, ενώ επιβλέπει την ύφανση των ρούχων για την οικογένειά της, 
σχέδιο του Αντρέ Κασταίν, 1911.
Μέσα στην συρροή τόσων αιφνίδιων θανάτων, λέγεται πώς ούτε ο θάνατος του Αυγούστου οφείλεται στην τύχη. Ο αυτοκράτορας, πού δυσπιστούσε προς όλους (και ιδίως, έχομε λόγους να πιστεύομαι, προς την Λιβία), τρεφόταν συχνά με φρούτα πού μάζευε στους αυτοκρατορικούς κήπους. Δεν πρόλαβε όμως να διακρίνει ότι μερικά σύκα πού κρέμονταν από τα πιο χαμηλά κλαδιά του δέντρου ήσαν ραντισμένα με κάποιο δηλητηριώδες υγρό.
Όλοι γνώριζαν η νόμιζαν πώς γνώριζαν τίνος έργο ήταν αυτό. Δεν ήταν δύσκολο να φαντασθούν ότι η απομάκρυνση των εμποδίων πού παρεμβάλλονταν ανάμεσα στον Τιβέριο και τον αυτοκρατορικό θρόνο, περιλάμβανε και το μεγαλύτερο εμπόδιο, τον Καίσαρα Οκταβιανό Αύγουστο. Το πρόσωπο της Λιβίας αντανακλούσε το μυστήριο της προσωπικότητας της. Τα αγάλματα πού σώζονται, δεν μάς διαφωτίζουν περισσότερο από τις διηγήσεις των ιστορικών, για όσα κρύβονταν στα βάθη της ψυχής της. Πρόσωπο φαρδύ, αγέλαστο, στεφανωμένο από κυματιστά μαλλιά, χωρισμένα στην μέση με ίσια χωρίστρα, κατσαρωμένα στους κροτάφους από αναρίθμητους βοστρύχους. Φαρδύ, τετράγωνο πηγούνι, μύτη μακριά και λεπτή με ελαφρά διεσταλμένα ρουθούνια και στόμα μικρό με φουσκωτά χείλη. Είναι το πρόσωπο μιας άκαμπτης και θεληματικής γυναίκας, πού μπορεί να δεχτεί με απεριόριστη ψυχικά δύναμη την θυσία για το καλό των άλλων, η αντίστροφα, να επιβάλει στους άλλους σκληρές ταλαιπωρίες για το προσωπικό της συμφέρον. Αγγελική ή ανελέητη, μια τέτοια γυναίκα, πού προφανώς διέθετε ανεξάντλητο απόθεμα ζωτικής ενέργειας, δεν μπορούσε παρά να ζήσει μια πληθωρική ζωή, είτε στο κάλο είτε στο κακό. Πιθανότατα, χωρίς την Λιβία και την διαδοχή των Κλαυδίων που Αυτή επέβαλε, και που ήταν πάντα βουτηγμένη σ' ένα λουτρό αίματος, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα κατέρρεε λιγότερο ορμητικά. Λίγο πριν την Λιβία, μια άλλη γυναίκα, η Κλεοπάτρα, κράτησε στα χέρια της τις τύχες της Ρώμης, άλλα για την Κλεοπάτρα είναι γνωστό κάθε τι που άφορα την ζωή και τον θάνατο της.  Είχε παίξει ζάρια με τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο και είχε κερδίσει. Με τον Οκταβιανό, αντίθετα, είχε χάσει. Χωρίς αμφιβολία, ο τελικός θρίαμβος κατακυρώθηκε στην Λιβία. Σ' αυτήν έλαχε ο κλήρος να παραδώσει την εξουσία στον γιο της και τους απογόνους του, αλλάζοντας έτσι τις τύχες του κόσμου.
Για να φέρει εις πέρας τις μηχανορραφίες της, η Λιβία, δεν χρησιμοποίησε ποτέ τα θέλγητρα της. Όλοι έλεγαν πώς ήταν πιο ψυχρή κι από τα αγάλματα της. Δεν διέθετε ούτε στρατό ούτε χρήματα, τις μόνες δυνάμεις που χρειάζεται κανείς, σ' οποιαδήποτε εποχή, για να αποφασίζει για το παρόν και το μέλλον των λαών. Τα μόνα εφόδια της Λιβίας, σύμφωνα με τους καλοπροαίρετους συγχρόνους της, ήσαν το δυνατό μυαλό, το εξαιρετικό θάρρος και η μεγάλη επιείκεια. Κι αν πιστέψουμε τις κακές γλώσσες, και πολλές γερές δόσεις δηλητήριο.
Arturo Lanocita
Δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου
(Limbadi, 4.6.1904 – Milano, 23.4 1983)
Ιστορία Εικονογραφημένη

Δεν υπάρχουν σχόλια: