Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Γαβριήλ Παναγιωσούλη : Πρωτοχρονιά στο Πέλαγος




Μια διαφορετική Πρωτοχρονιά
Πρωτοχρονιά στο Πέλαγος
Στην μέση του Ατλαντικού μας βρήκε η πρωτοχρονιά. Από την παραμονή όλοι μας,  όσοι δεν είχαν βάρδια, ήμασταν μαζεμένοι στο καπνιστήριο ξαναζωντανεύοντας  το έθιμο παίζοντας  31 που είχε φουντώσει για καλά. Η ώρα περνούσε, ο καμαρότος έφερε ξηρούς καρπούς, σταφίδα και πιοτό, όλοι μασουλάγαμε κάτι, ο μάγειρας είχε φτιάξει κουραμπιέδες, μελομακάρονα.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς κατέβηκε ο πλοίαρχος από τη γέφυρα, ο καπετάν Κουκιάς από τη Σύρο, (ένας «λύκος» καπετάνιος απ την Σύρο) -όπως λέει και το τραγούδι-  μας χαιρέτισε κάθε έναν προσωπικά με μια ευχή. Χρόνια πολλά και του χρόνου στα σπίτια μας παιδιά.
Ο αέρας του Ατλαντικού βούιζε σα δαιμονισμένος, τα κύματα έσπαγαν τα μούτρα τους στην κουβέρτα, κι εμείς εκεί σκαμπανεβάζαμε με το σκαφίδι μας πέφτοντας στις υδάτινες χαράδρες. «Ελάτε όλοι να κόψουμε τη βασιλόπιτα», είπε ο καπετάνιος. Πήγαμε στο σαλόνι όπου πράγματι κόπηκε η πίτα. Μου έτυχε το φλουρί  και το αντίτιμο μια χρυσή λίρα Αγγλίας, μου έδωσαν $10. Και του χρόνου στα σπίτια μας, ήταν η ευχή του καπετάνιου και όλων μας.
Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Πολλά, πάρα πολλά, μέχρι που χάθηκαν,  χάθηκαν τα σπίτια μας. Ποιος να φταίει; η θάλασσα η ξελογιάστρα; ο ωκεανός; οι καταστάσεις; ο χρόνος; η φτώχια; Από το πλήρωμα ένα παιδάκι αμούστακο από την Ιθάκη δεν πρόλαβε να γυρίσει, πνίγηκε στον Ειρηνικό ωκεανό, στο Ελ Σαλβαδόρ όταν μετά το φαγητό βούτηξε για μπάνιο κι έμεινε εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι χαθήκαμε στην αγκαλιά του χρόνου. Ποιος ξαναβρήκε το σπίτι του, δεν μπορώ να ξέρω.
Από  αυτό το πλοίο μετά από χρόνο  ξεμπαρκάρισα στο Baton Rouge, πρωτεύουσα της  Louisiana κι από εκεί ως ναυτικός για Νέα Υόρκη. Στη μνήμη μου όμως έμεινε η ευχή του γυρισμού να παραδέρνει μόνη της και μετά να χάνεται να βουλιάζει στον Αατλαντικό. Απέμεινε όμως στη μνήμη μου, η σκιά του μάγειρα που νιόπαντρος είχε αναγκασθεί να μπαρκάρει και σε τέτοιες χρονιάρες μέρες έμενε μόνος του, σκυθρωπός, αποτραβηγμένος από τους υπόλοιπους ούτε μίλαγε, ούτε άκουγε, ούτε έπαιζε. Απέμεινε επίσης η γλυκιά ανάμνηση της συντροφικής θαλπωρής στη μέση του ωκεανού, με γυρισμένα τα βλέμματα μας πίσω στην πατρίδα και με δακρυσμένα μάτια, ευχόμενοι να πραγματοποιηθεί η ευχή· όμως τώρα είμασταν αιχμάλωτοι του ωκεανού. Προς στιγμή δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο.
Και του χρόνου στα σπίτια μας αδέλφια. Ένα κύμα πιο χοντρό από τ’ άλλα ταρακούνησε το βαπόρι, ακούστηκε να τρίζει, σηκωθήκαμε όρθιοι ανοίξαμε τα πόδια μας για ισορροπία, απ’ την βαλβίδα του καλοριφέρ  ξέφευγε μια αραχνοΰφαντη ασημένια κλωστή ατμού και τσίριζε για να μας υπενθυμίσει ότι ναι, η καρδιά (του βαποριού) εξακολουθεί να χτυπά. Έτρεξα στο πλωριό αριστερό δωμάτιο του κομοδέσιου και ξάπλωσα. Έβαλα αντιστύλι τα πόδια μου στον σκελετό του κρεβατιού για να μην με πετάξει κάτω, το μπότζι, άναψα το φωτάκι, πήρα την Ανάσταση του Τολστόι που μου είχε δανείσει ο μαρκόνης διάβασα μερικές σελίδες μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Ονειρεύτηκα σαν να ήμουν ένας πιγκουίνος που λικνίζεται στα κύματα, κάτοικος του υγρού στοιχείου, κάτοικος της θάλασσας, μόνος έρημος σε μια παγωμένη Ανταρκτική.
Και του χρόνου στα σπίτια μας, έμεινε η βοή της ευχής του πλοιάρχου στα αυτιά μου, μια ευχή όπου έμεινε αιωρούμενη, που χάθηκε στου ατλαντικού την απεραντοσύνη, μέχρι που και τα σπίτια μας, αυτά που αφήσαμε  με ότι αγαπάγαμε  χάθηκαν κι αυτά…
Από τις αναμνήσεις του Γαβριήλ Παναγιωσούλη που υπάρχουν στο ιστολόγιο http://pylaros.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: