Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Νίκου Αμμανίτη : Στα χρόνια που ξηγιόμασταν αλάνικα...




ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Στα χρόνια που ξηγιόμασταν αλάνικα...

Tου Νίκου Αμμανίτη
Κατά μια περίεργη παραξενιά της ζωής, γεγονότα που ανήκουν στα περασμένα-ξεχασμένα εμφανίζονται τις χρονιάρες μέρες απρόσμενα, σαν απρόσκλητοι επισκέπτες, και κάνουν σαλάτα τις αναμνήσεις σου.
Φορτωμένος με τις θύμησες μιας ολόκληρης ζωής, διαβιώντας σε μια πόλη υπερφορτωμένη με Ιστορία, είναι πολύ λογικό να μην ξεχνάς εκείνα τα θανατερά κατοχικά Χριστούγεννα του ‘41, που συμπυκνώνονται στον στίχο του Καρυωτάκη: «‘‘Υπάρχω, λες. Κι ύστερα δεν υπάρχεις…».
Όχι, δεν θα θυμηθώ εκείνα τα Χριστούγεννα που περάσαμε με 25 δράμια ψωμί από σκουπάλευρο. Το πικρό εκείνο ψωμί του δελτίου, που καταβροχθίζαμε λαίμαργα στον δρόμο σαν παντεσπάνι, πριν φτάσει σπίτι μας. Εκείνα τα μαύρα Χριστούγεννα, χωρίς στολίδια, χωρίς φαΐ, χωρίς γλυκά, χωρίς ευχές και δώρα. Χωρίς να έχουμε καν ηλεκτρικό ρεύμα.
Και ήλθε η απελευθέρωση και  πηγαίναμε σχολείο μ’ ένα μεταλλικό ποτηράκι, όπου μας σέρβιραν γάλα με σοκολάτα, που αξιοποιούσαμε καταβρέχοντας τους συμμαθητές μας.
Η φροντίδα του κράτους για το παιδί ολοκληρώθηκε, αν θυμάμαι καλά, τα Χριστούγεννα του 1948. Φοιτούσαμε τότε στην 8η Γυμνασίου, όταν μαθεύτηκε πως την άλλη μέρα θα μας μοίραζαν δέματα με τρόφιμα, δωρεά της UNRRA. Ήταν τότε που δεν σημειώθηκε καμιά απουσία καθηγητού ή μαθητού. Ένας όμως χολερικός καθηγητής λατινικών ανακάλυψε πως τα δέματα περιείχαν και τσιγάρα Player’s, που σήμαινε πως το σχολείο εξωθούσε τους μαθητές στο κάπνισμα. Αμέσως σχηματίστηκε συνεργείο από καθηγητές που άνοιγαν τα δέματα, αφαιρούσαν τα τσιγάρα, παίρνοντάς τα για πάρτη τους, και τα ξανάκλειναν κολλώντας τα με αλευρόκολλα.
Τα δέματα ήταν ωραία κουτιά από κερωμένο χαρτόνι. Επρόκειτο για συσκευασίες με ξηρά τροφή, προορισμένη για ώρα μάχης στο μέτωπο. Περιείχαν τέσσερα μπισκότα, που τα έτρωγες και πίνοντας λίγο νερό ήσουν χορτάτος επί πέντε μέρες. Περιείχαν ακόμη δύο πλάκες σοκολάτας, μια μικρή κονσέρβα πουτίγκα, ένα πακετάκι τσίκλες και τα τσιγάρα. Την άλλη μέρα άρχισε η διανομή.
Όλοι οι μαθητές που καπνίζαμε σαν φουγάρα εξαγριωθήκαμε όταν είδαμε πως έλειπαν τα τσιγάρα, που περιμέναμε σαν το μάννα εξ ουρανού. Αρχίσαμε να μουρμουρίζουμε. Ξαφνικά όμως ο θρασύς Λάκης, ο πιο τσόγλανος της τάξεως, πήγε στον γυμνασιάρχη και του είπε πως ο πατέρας του καπνίζει και ότι περιμένει τα τσιγάρα σαν τρελός και τον απείλησε πως αν γυρίσει χωρίς τσιγάρα θα τον σφάξει.
Το ίδιο επιχείρημα με τον θεριακλή πατέρα επικαλεστήκαμε όλοι. Τα αφαιρεθέντα πακέτα επεστράφησαν, αλλά προέκυψε νέο μεγαλύτερο δυσεπίλυτο πρόβλημα: Πώς θα αντικαθιστούσαν τα τσιγάρα που είχαν ήδη καπνίσει οι κύριοι καθηγηταί;

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: