Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Γαβριήλ Παναγιωσούλης : Νανουρίσματα




Νανουρίσματα

Γράφει ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα του, σκεπασμένος με χοντρές του αργαλειού υφαντές κουβέρτες, χώνοντας το κεφάλι του κάτω απ τα σκεπάσματα για να ζεστάνει το κορμί του με την ζεστή αναπνοή του προσπαθούσε να κοιμηθεί.
Όταν του έφευγε η τρεμούλα απ το κρύο, ξετρύπωνε το κεφάλι έξω απ τα σκεπάσματα, ακίνητος για να μην χάσει την θαλπωρή  της αχυρένιας φωλιάς που είχε φτιάξει το σώμα του.
Το φως του λύχνου έμοιαζε σαν ένα μακρινό αστέρι έτοιμο να σβήσει.
Τα μάτια του άρχισαν να περιπλανώνται στο ταβάνι, ένα άχαρο σανιδί χρώμα φτιαγμένο από χοντρές κυπαρισσένιες τάβλες γεμάτες ρόζους και γραμμές από τις φλέβες του δένδρου.
 Το ταβάνι ξεκουραζόταν πάνω σε ολόκληρα κυπαρισσένια κορμιά που το υποβάσταζαν  ανάμεσα στους πέτρινους παγωμένους τοίχους, σα να ήταν ένας ξύλινος ουράνιος θόλος.
Επάνω του είχαν μαζευτεί οι φίλοι της βραδιάς  αυτοί που θα τον συντρόφευαν να περάσουν την νύχτα μαζί, αυτοί που θα τον νανούριζαν ώστε να τον πάρει ο ύπνος.
 Ήταν πουλιά με απλωμένα τα φτερά τους τον κοίταζαν χαρούμενα, από ένα παράθυρο περνούσαν νεράιδες με μακριά λυτά μαλλιά κρατώντας την μαγική ράβδο τους περιμένοντας να του χαρίσουν τις χάριτες της ζωής. Ήταν τσολιάδες πιασμένοι  σε χορό, ποτάμια και λίμνες, μια εκκλησιά με πανύψηλο καμπαναριό, και μια ολοστρόγγυλη εικόνα χαραγμένη στην σανίδα σα να ήταν η μορφή του Θεού.
Ένα τσίριγμα ακούστηκε, μια μυρωδιά καμένου λαδιού γέμισε τον αέρα.
Η φλόγα του λύχνου τρεμόσβηνε, κάνοντας με το τρεμούλιασμα της τις σκιές του ταβανιού να κινούνται. Τα ποτάμια να ρέουν, τα πουλιά να πετούν κελαηδώντας , τις νεράιδες να τον αγγίζουν με τη μαγική ράβδο τους, τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν, το πρόσωπο του Θεού να του χαμογελά. Ο αέρας σφύριζε περνώντας από τις χαραμάδες, η βροχή χτυπούσε τα κεραμίδια, αγκαλιασμένοι και οι δυο τους, αέρας και βροχή χόρευαν, στροβιλιζόταν κάνοντας ένα σιγανό ψιθυριστό θόρυβο σαν φτερουγίσματα αγγέλων που είχαν κατεβεί απ τον ουρανό.  Όλοι τους τον νανούριζαν.
Το φως του λύχνου έσβησε, σκοτάδι απόλυτο, αισθάνθηκε το χέρι του Θεού να τον σκεπάζει, έχωσε το κεφάλι του κάτω απ τα σκεπάσματα και κοιμήθηκε στον δικό του κόσμο.

http://pylaros.blogspot.gr/2016/02/n.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: