Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ : Η επιστροφή του μετανάστη

Υπερωκεάνιο «Πατρίς»




Μια Φορά Και Έναν Καιρό
Η επιστροφή του μετανάστη

Αχ πατρίδα μας γλυκιά αγαπημένη Ελλάδα
Αχ πατρίδα μας γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ πιστά
Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ
Ήταν λίγο καιρό μετά τον πόλεμο, τότε που δεν είχε καταλαγιάσει ακόμα ο κουρνιαχτός από τις δεκεμβριανές μάχες με τα ανατιναγμένα σπίτια στο κέντρο της Αθήναι, όταν έφτασε στην οικογένεια γράμμα του θείου Τέρπανδρου από την Αυστραλία, με το οποίο τους παρότρυνε να τα μουντζώσουν όλα πίσω τους και να πάνε κοντά του, να «φάνε ψωμί», να σπουδάσει και ο μικρός Θεόφραστος να γίνει άνθρωπος σαν μεγαλώσει. Ήταν το καύχημα του σογιού ο θείος Τέρπανδρος.
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Ιωνίας, εμπέδωσε τις εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις περί Τούρκων και Τουρκίας γενικώς στα «τάγματα εργασίας» που τον επιστράτευσαν και όταν, παρά πάσα προσδοκία, επέζησε και επανήλθε σχετικά... σώος στην πατρώα γη, άρχισε να αναζητά τρόπους αποδημίας. Βρήκε «βύσμα» στο ντοβλέτι έναν καλοκάγαθο τούρκο «μουτεσελήμη», ο οποίος του έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Παρά βαρ;», Και καθώς «παράς» υπήρχε, η συμφωνία έκλεισε και σε λίγο καιρό, με τη μεσολάβηση άλλων εξίσου καλοκάγαθων Τούρκων, ο Τέρπανδρος μπαρκάρισε για Αουστράλια όπου δούλεψε, έβγαλε λίρες να φάν' κι οι κότες, έγινε τοπικός παράγων και τώρα, που έμαθε τις κατάντιες των δικών του που πρόσφυγες και αυτοί από το '22 φυτοζωούσαν στη μετακατοχική Αθήνα, τους προσκαλούσε να πάνε να βρουν τη τύχη τους.
Έγιναν τα σχετικά «οικογενειακά συμβούλια» και ο κύβος ερρίφθη. Θα μετανάστευαν. Άρχισαν τις διατυπώσεις, έβγαλαν χαρτιά και άρχισαν τη διάλυση του φτωχικού τους. Έβγαλαν στο σφυρί την οικοσκευή τους, χάρισαν διάφορα στους συγγενείς και φτιάχναν τις βαλίτσες τους.
Όσο κι αν ο εκνευρισμός των προετοιμασιών δεν τους άφηνε χρόνο για συναισθηματισμούς, μια γεύση πίκρας υπήρχε στην καρδιά τους που ο μικρός Θεόφραστος την ένιωθε πιο έντονα απ' όλους. Θα έχανε τους φίλους του, τις αλάνες της γειτονιάς, τον σκύλο του τον Μπόμπι. Θυμήθηκε και άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό του εκείνο το ξεχασμένο ποιηματάκι, το «Χώμα ελληνικό» του Δροσίνη, που είχε μάθει στο Δημοτικό. Πού να φανταζότανε τότε, που τον έβαλαν να το απαγγείλει στη σχολική γιορτή, πως θα ερχόντανε η μέρα που θα ήτανε εκείνος ο ήρωας του ποιήματος. Πάει και έρχεται κοιτώντας τα μπαγκάζια κι όλο μουρμουρίζει όσα θυμάται από τους στίχους: «Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα, και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι, άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω, μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό...». Και μ' αυτήν την έμμονη ιδέα βούτηξε μια κάλτσα που την είχε στην άκρη η μάνα του για καρίκωμα, έσκαψε στην αυλή και τη γέμισε με χώμα, να το πάρει σαν ενθύμιο μαζί του...
Και έφτασε η ημέρα της αναχώρησης. Ψυχοπλάκωμα και κρυφές σκέψεις: «Σωστά πράττουνε» που θα ξενιτευτούν, αφήνοντας πίσω τους πρόσωπα αγαπημένα που δεν θα δούνε πια ποτέ ξανά, ή όφειλαν να μείνουν εδώ, να ζήσουν εδώ και να μοιραστούνε τη μοίρα του τόπου και των ανθρώπων του; Κάτω στον Πειραιά το υπερωκεάνιο «Πατρίς» είναι έτοιμο να σαλπάρει, ενώ ταξιδιώτες που ήδη μπαρκάρισαν χαιρετάνε από το κατάστρωμα κουνώντας τα μαντήλια. Μπροστά στην είσοδο του τελωνείου συγκινημένη η οικογένεια λέει το δικό της αντίο. Με αναφιλητά. η γιαγιά θυμάται τις καλόγριες τις Ουρσουλίνες στη Σμύρνη, να λένε πως «partir c'est un peu mourir» και πως, μαθήτρια εκείνη τότε, απορούσε γιατί μπερδεύουνε το ταξίδι με τον Χάρο; Και ο παππούς, σκουπίζοντας το παχύ του μουστάκι που το μούσκεψαν τα «ζουμιά» που έτρεχαν ακατάσχετα από τα μάτια του, τράβηξε τον μικρό Θεόφραστο παραπέρα κι αφού τον έσφιξε στην αγκαλιά του, τον φίλησε απανωτά στο κεφάλι και του πάσαρε μια μικρή στρογγυλεμένη μαύρη πέτρα, λέγοντας:
«Πέταξε την πίσω σου φεύγοντας, χωρίς να γυρίσεις να κοιτάξεις...»
Ύστερα η οικογένεια χάθηκε πίσω από την πόρτα του τελωνείου.
 Η μαζική φυγή προς την Αυστραλία

Πέρασαν χρόνια και ζαμάνια και ο Θεόφραστοδ, παππούς πια, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο δεσμό με την πατρίδα, αφού όλοι οι δικοί του αναπαύονταν «ο ένας πλάι στον άλλον» στο πλατύ το κοιμητήρι, είπε να κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Λες και το απαιτούσε εκείνο το ξερό χώμα, που τόσα χρόνια φύλαγε μέσα στην τρύπια κάλτσα, και σίγουρα εκείνο ήταν που τον κράτησε Έλληνα στα χαρτιά και την ψυχή. Πήρε το αεροπλάνο και να 'σου στην Αθήνα. Αντίκρισε μιαν αλλιώτικη σύγχρονη πόλη, που δεν διέφερε σε τίποτα απ' άλλες πλούσιες και μοντέρνες. Κι αυτό λιγάκι τον ξένισε, γιατί δεν ήταν αυτή η δικιά του Αθήνα. Η Αθήνα των ονείρων του... Μ' ένα ταξί τράβηξε στην παλιά του γειτονιά, στην Αγία Ελεούσα, λίγο πριν από τις Τζιτζιφιές, στην Καλλιθέα. Το μόνο που σωζόταν ήταν το σχολειό του, δίχως τζάμια και σοβάδες, ένα κτίριο εγκαταλειμμένο, σωστό ερείπιο. Μονοκατοικίες με αυλές και πόρτες ορθάνοιχτες δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα. Μόνον θεόρατες πολυκατοικίες κολλημένες θαρρείς η μια μέσα στην άλλη, σαν φυλακές για βαρυποινίτες. Σκέφτηκε ν' αναζητήσει κανέναν από τους φίλους του -αν φυσικά ακόμα ζούσαν- αλλά δεν θυμόταν ούτε τα ονόματα τους. Ύστερα στη γειτονιά δεν κυκλοφορούσε καμιά από εκείνες τις γλυκές, τις ήρεμες φάτσες που ήξερε, αλλά άνθρωποι με άγρια χαρακτηριστικά που τον κοίταγαν εχθρικά, σαν να τους σκότωσες τον πατέρα. Όλα είχαν αλλάξει, ακόμα και το λευκό εκείνο εκκλησάκι πάνω στο τρίστρατο, η Αγία Ελεούσα, που τη φόρτωσαν με φτηνή πολυτέλεια, παύοντας να είναι το ξωκλήσι για «την προσευχή του ταπεινού». Όλα αγνώριστα. Τίποτα το οικείο. Πήρε το ταξί, που τον περίμενε παρκαρισμένο παράνομα, και γύρισε στο ξενοδοχείο. Στη διαδρομή, βουτηγμένος στην απογοήτευση, δεν αντάλλαξε κουβέντα με τον ταξιτζή.
Είχε ακόμα ένα όνειρο, να ξαναβρεθεί στο Νέο Φάληρο όπου πήγαινε πιτσιρικάς για μπάνιο. Να περπατήσει πάνω στην απέραντη αμμουδιά, τη διάσπαρτη κοχύλια από μικρέδ μπλε-μοβ πεταλίδες. Να δει το κομψό υπαίθριο θεατράκι, πέρα απ' το «ξενοδοχείο του Σταθμού», να καμαρώσει το αριστοκρατικό «Ακταίο». Να κάτσει σ' ένα τραπεζάκι «παρά θίν' αλός», να φάει τραγανιστό καλαμαράκι και φαληρική αθερίνα, ενώ παρακεί, στη «Ροτόντα», η ορχήστρα να παίζει το «Οτσιτσόρνια»... Να έρχονται στο τραπέζι του φιστικάδες που «μονά-ζυγά παίζω» ή ευγενικά παιδόπουλα που προσφέρουν αμίλητα «της μιας δραχμής τα γιασεμιά». Να αναπνεύσει την αύρα του Σαρωνικού, καθώς παραπέρα, από  τον σταθμό του «ηλεκτρικού», στην άκρη της παραμυθένιας πολιτείας με τα αρχιτεκτονικά διαμάντια, τα μεγαλοπρεπή της σπίτια, θα καταφθάνουν με τα ξύλινα βαγόνια του τρένου κομψές παρφουμαρισμένες μανταμίτσες και κύριοι καλοντυμένοι με σετακρούτες και καπέλα «Μπορσαλίνο». Τα θυμάται και ελπίζει πως θα τα ξαναζήσει, αλλά όταν πάνω στη γέφυρα της ανισόπεδης διάβασης ο ταξιτζής τον πληροφορεί πως φτάσανε και βλέπει κάτω παράλληλους δρόμους όπου τρεχοβολούνε μυριάδες αυτοκίνητα κι ένα θηρίο, το ΣΕΦ, να κορδώνεται ιταμό σαν κακοήθης όγκος απέναντι στη θεϊκή Καστέλα, λες κι ο ίδιος ο Σατανάς ανέλαβε εργολαβία να εξαφανίσει κάθε λογής ομορφιά· ο Θεόφραστοδ είπε απλά: «Γύρνα πίσω!»
Την άλλη μέρα πήρε την κάλτσα με το χώμα του και ξαναγύρισε στην ξενιτιά...
"ΤΟ ΠΑΡΟΝ"

Δεν υπάρχουν σχόλια: