Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

12 Φεβρουαρίου 1945 Η Συμφωνία της Βάρκιζας



Λίγο πριν από την υπογραφή της συμφωνίας. Εμπρός οι: Σ. Σαράφης, Γ. Σιάντος, Η. Τσιριμώκος, Ι. Σοφιανόπουλος, Μ. Παρτσαλίδης και ένας αξιωματικός του ΕΑΑΣ. Πίσω από τον Τσιριμώκο και από αριστερά προς τα δεξιά: Ι. Μακρόπουλος, Π. Κατσώτας, Η. Μπερεδήμας και Ι. Γεωργάκης.

12 Φεβρουαρίου 1945
Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Η υπογραφή

Ήταν η έβδομη και μεγαλύτερη από όλες τις συσκέψεις μεταξύ των αντιπροσωπειών της Κυβέρνησης και του ΕΑΜ αυτή που ξεκίνησε το απόγευμα της 11ης Φεβρουαρίου 1945 που παρατάθηκε σχεδόν δέκα ώρες μέχρι να καταλήξει στην οριστική και πλήρη συμφωνία των μερών.
Οι υπουργοί, μέλη της κυβερνητικής αντιπροσωπίας συνοδευόμενοι από τους στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες έφθασαν στην Βάρκιζα στις 5.45 μμ και ξεκίνησε αμέσως η σύσκεψη.
Όμως από το πρωί της 11ης Φεβρουαρίου και μετά την επικοινωνία που είχε η εαμική αντιπροσωπεία με τον καθηγητή Γεωργάκη, Διευθυντή του Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα είχε διαφανεί ότι η αριστερή αντιπροσωπεία θα αποδεχόταν τις απόψεις της Κυβέρνησης πάνω σε θέματα που βρίσκονταν σε εκκρεμότητα από την προηγούμενη σύσκεψη.
Η συζήτηση είχε ξεκινήσει ήρεμα και διεξαγόταν πάνω στα εκκρεμή θέματα και ειδικώτερα πάνω στο θέμα της άρσης του στρατιωτικού νόμου επί του οποίου δεν υπήρχε ακόμ σύμπτωση απόψεων όταν στις 10 περίπου το βράδυ αναγγέλθηκε η άφιξη στην έπαυλη που διεξάγονταν οι συζητήσεις του Βρετανού μόνιμου υπουργού Μέσης Ανατολής Μακ         Μίλαν που τον συνόδευε ο βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Λήπερ.
Ο πρόεδρος της σύσκεψης υπουργός εξωτερικών Σοφιανόπουλος διέκοψε την συνεδρίαση και οι δύο αντιπροσωπείες υποδεχθήκανε τους Άγγλους επισήμους προκειμένου να συνεχισθεί η συνεδρίαση με την παρουσία τους αλλά χωρίς την παρουσία πλέον στενογράφων και πρακτικογράφων.
Η σύσκεψη συνεχίστηκε για έξι και μισή ακόμα ώρες οπότε επήλθε πλήρης συμφωνία.
Σε διαπίστωση της επελθούσης συμφωνίας οι δύο αντιπροσωπείες, παρισταμένων πάντοτε των δύο Άγγλων υπέγραψαν το πρωτόκολλο της συμφωνίας στη Βάρκιζα στις 12 Φεβρουαρίου 1945 και ώρα 4.30 π.μ.


 Επιτέλους Συμφωνία
Η Συμφωνία της Βάρκιζας επισημοποιεί τη λήξη των συγκρούσεων. Αποφασίζεται ο άμεσος αφοπλισμός του ΕΛΑΣ


Η συμφωνία
Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 από την τότε κυβέρνηση Πλαστήρα και από αντιπροσώπους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ)  μετά την ανακωχή των Δεκεμβριανών ανάμεσα αφενός στις βρετανικές και κυβερνητικές δυνάμεις και αφετέρου τον ΕΛΑΣ. Με την επίτευξη της ανακωχής οι δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν την Αττική και τη Θεσσαλονίκη.


 R.Leeper and MacMillan

Οι Βρετανοί
Αναζητώντας πολιτική λύση στο «ελληνικό ζήτημα», οι Βρετανοί, μετά την αποχώρηση των μονάδων του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, πίεζαν τον αντιβασιλέα Δαμασκηνό να συγκαλέσει διάσκεψη με το ΕΑΜ, ώστε να συμφωνηθούν οι όροι ενός διακανονισμού.
Ο πρέσβης Ρεξ Λίπερ ξεκαθάρισε ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία συνεννόηση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του «σκληρού πυρήνα των αδιάλλακτων κομμουνιστών που έχουν απομείνει πλέον στο ΕΑΜ». Κατά την άποψη του, στόχος της επικείμενης διάσκεψης ήταν η επίσημη λήξη των Δεκεμβριανών και η δημιουργία συνθηκών για την ομαλή εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα. Ωστόσο, κατά τον Λίπερ, υπήρχε μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ειρήνευση και τη συμφιλίωση: η τελευταία ήταν «εξωπραγματική», ενώ η πρώτη σήμαινε «τον κατάλληλο πολιτικό χειρισμό, ώστε να επιτευχθεί ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ στον μέγιστο δυνατό βαθμό»· αυτός ήταν, κατά τον πρέσβη, ο κύριος στόχος της διάσκεψης.
Από την άλλη πλευρά, ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Γεώργιο Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου 1945, δήλωσε ότι οι επιδιώξεις της κυβέρνησης του ήταν η οικονομική ανασυγκρότηση, η αναδιοργάνωση του εθνικού στρατού και η τιμωρία των δωσίλογων. 


Διαπραγματεύσεις
Στη διάσκεψη, που άρχισε στη Βάρκιζα στις 2 Φεβρουαρίου 1945, από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης συμμετείχε αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον διακεκριμένο -και αριστερών τάσεων- φιλελεύθερο υπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Σοφιανόπουλο καθώς επίσης σ’ αυτήν συμμετείχαν και ο Περικλής Ράλλης (υπουργός Εσωτερικών), ο Ιωάννης Μακρόπουλος (υπουργός Γεωργίας) και ο συνταγματάρχης Παυσανίας Κατσώτας ως στρατιωτικό σύμβουλο.
 Το ΕΑΜ αντιπροσώπευαν ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του και μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ Μήτσος Παρτσαλίδης, ο γραμματέας του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος και ο αρχηγός της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας Ηλίας Τσιριμώκος και ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης ως στρατιωτικός σύμβουλος. Έπειτα από δέκα ημέρες διαπραγματεύσεων, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, το ΕΑΜ και η ελληνική κυβέρνηση κατέληξαν στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας.
Το κείμενο της Συμφωνίας και οι δηλώσεις των Σιάντου και Σοφιανόπουλου δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τη δημοσίευση του κειμένου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η συμφωνία έγινε και επίσημα πλέον νόμος του κράτους. 




Η βασική συμφωνία.
Το περιεχόμενο της συμφωνίας και τα εννέα άρθρα.



Η συμφωνία προέβλεπε :

  1. Tη δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις πολιτικές ελευθερίες.
  2. Την άρση του στρατιωτικού νόμου.
  3. Την αμνηστία των πολιτικών αδικημάτων (αλλά με την εξαίρεση των κοινών αδικημάτων), που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944.
  4. Την πλήρη απελευθέρωση των συλληφθέντων από τον ΕΛΑΣ.
  5. Τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Στρατού.
  6. Την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τον πλήρη αφοπλισμό του.
  7. Την εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών.
  8. Την αντίστοιχη εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας, και
  9. Τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα και εκλογών με συμμετοχή διεθνών παρατηρητών.

Το πρώτο άρθρο της Συμφωνίας όριζε ότι το ελληνικό κράτος καταργούσε όλους τους νόμους που περιόριζαν τις πολιτικές ελευθερίες και κατοχύρωνε την ελεύθερη έκφραση των πολιτικών πεποιθήσεων, καθώς και τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών.
Το τρίτο άρθρο, που ήταν το πιο σημαντικό αλλά και το πιο αμφίσημο, αμνήστευε όλα τα πολιτικά αδικήματα που είχαν διαπραχθεί από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 ως την υπογραφή της Συμφωνίας, εκτός όμως από τα αδικήματα ποινικού δικαίου κατά της ζωής και της ιδιοκτησίας που δεν ήταν αναγκαία για τη «διάπραξη του πολιτικού αδικήματος». Το ΕΑΜ δεσμεύτηκε να απελευθερώσει τους ομήρους που είχε συλλάβει κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών (άρθρο 4), ενώ ο ΕΛΑΣ έπρεπε να καταθέσει τα όπλα του και να διαλυθεί (άρθρο 6).
Το πέμπτο άρθρο προέβλεπε τη συγκρότηση εθνικού στρατού από επαγγελματίες αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και κληρωτούς. Με αυτόν τον διακανονισμό επιτρεπόταν η συμμετοχή πρώην ανταρτών και αξιωματικών του ΕΛΑΣ στον εθνικό στρατό.
Με τα άρθρα 7 και 8 η κυβέρνηση αναλάμβανε την υποχρέωση να προβεί σε εκκαθάριση των δημόσιων υπηρεσιών και των σωμάτων ασφαλείας από στελέχη που είχαν υπηρετήσει το καθεστώς Μεταξά ή είχαν συνεργαστεί με τις αρχές Κατοχής.
Τέλος, το άρθρο 9 προέβλεπε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό το συντομότερο δυνατό, και πάντως εντός του 1945. Το δημοψήφισμα θα ακολουθούσαν εκλογές για Συντακτική Συνέλευση που θα συνέτασσε το νέο σύνταγμα, ενώ οι Σύμμαχοι καλούνταν να αποστείλουν παρατηρητές, για να πιστοποιήσουν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης.



ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
 
Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, αφ' ενός οι κ.κ. Ιωάννης Σοφιανόπουλος υπουργός επί των Εξωτερικών, Περικλής Θ. Ράλλης υπουργός επί των Εσωτερικών και Ιωάννης Μακρόπουλος υπουργός επί της Γεωργίας, αποτελούντες την υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως εξουσιοδοτημένη Αντιπροσωπεία, και αφ' ετέρου οι κ.κ. Γεώργιος Σιάντος Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος, Δημήτριος Παρτσαλίδης Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ. και Ηλίας Τσιριμώκος Γενικός Γραμματεύς της Ενώσεως Λαϊκής Δημοκρατίας (Ε.Λ.Δ.), αποτελούντες την υπό της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ. προσηκόντως εξουσιοδοτημένην Αντιπροσωπείαν, συνήλθαμεν εις διάσκεψιν εις Βάρκιζαν και από κοινού εξητάσαμεν τα μέσα και τον τρόπον της καταπαύσεως του εμφυλίου πολέμου και της συμφιλιώσεως του Ελληνικού Λαού και κατελήξαμεν εις την κατωτέρω συνομολογηθείσαν συμφωνίαν.
Η Κυβερνητική Αντιπροσωπεία εξεδήλωσε κατά την σύσκεψιν ταύτην την σταθεράν θέλησιν της Κυβερνήσεως όπως άνευ νέας αιματοχυσίας τερματίση την θλιβεράν εσωτερικήν κρίσιν, αποκαταστήση την ενότητα του Κράτους και επαναφέρη την εσωτερικήν ειρήνην και την πολιτικήν ομαλότητα. Ούτω μόνον θα δυνηθεί ο Ελληνικός Λαός να αναλάβη την δημιουργικήν προσπάθειαν δια την ανοικοδόμησιν της Χώρας εκ των ερειπίων, τα οποία σκληροί αγώνες προς τους εξωτερικούς εχθρούς και ο αδελφοκτόνος πόλεμος επεσώρευσαν.
Ίνα δε η επελθούσα συμφωνία προσλάβη τον χαρακτήρα ενός ακαταλύτου ηθικού συμφώνου, εκφράζοντος τας επιταγάς της πολιτικής συνειδήσεως του Ελληνικού Λαού, η Κυβερνητική Αντιπροσωπεία εζήτησεν όπως δι' αυτού διακηρυχθή η σταθερά θέλησις του Ελληνικού Λαού δια την ανάπτυξιν ελευθέρου και ομαλού πολιτικού βίου, του οποίου κύριον χαρακτηριστικόν θα είναι ο σεβασμός της πολιτικής συνειδήσεως των πολιτών, η ειρηνική διαφώτισις και διάδοσις πολιτικών ιδεών και ο σεβασμός προς τας ελευθερίας, τας οποίας ο Καταστατικός Χάρτης του Ατλαντικού και αι αποφάσεις της Τεχεράνης διεκήρυξαν και η συνείδησις των δι' αυτάς αγωνιζομένων ελευθέρων λαών απεδέχθη.
Κατά την διάσκεψιν διεπιστώθη πλήρης συμφωνία αντιλήψεων της Αντιπροσωπείας του Ε.Α.Μ. επί των αρχών τούτων.

Άρθρον 1ον: Ελευθερίαι

Η Κυβέρνησις θα εξασφάλιση σύμφωνα προς το Σύνταγμα και τας απανταχού καθιερομένας Δημοκρατικάς Αρχάς, την ελευθέραν εκδήλωσιν των πολιτικών φρονημάτων των πολιτών, καταργούσα πάντα τυχόν προηγούμενον ανελεύθερον Νόμον. Θα εξασφαλίση επίσης την απρόσκοπτον λειτουργίαν των ατομικών ελευθεριών, ως του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της δια του Τύπου εκφράσεως των στοχασμών. Ειδικώτερον η Κυβέρνησις θα αποκαταστήση πλήρως τας συνδικαλιστικάς ελευθερίας.

Άρθρον 2ον: Άρσις Στρατιωτικού νόμου

Ο Στρατιωτικός Νόμος θα αρθή ευθύς μετά την υπογραφήν της παρούσης συμφωνίας. Άμα τη άρσει ταύτη, θα τεθή εις εφαρμογήν συντακτική πράξις πανομοιότυπος προς την ΚΔ', δια της οποίας θα επιτρέπεται η αναστολή των εν τη ΚΔ' πράξει αναφερομένων άρθρων του Συντάγματος.
Δια Διατάγματος θα ανασταλή αμέσως καθ' όλην την χώραν η ισχύς των άρθρων 5, 10, 20 και 95 του Συντάγματος. Η αναστολή αυτή θα εξακολουθήση μέχρι συμπληρώσεως του αφοπλισμού και της εγκαταστάσεως Διοικητικών, Δικαστικών και Στρατιωτικών Αρχών καθ' άπασαν την Χώραν. Όσον αφορά ειδικώτερον το άρθρον 5, τούτο δεν θα ανασταλή εις τας πόλεις Αθηνών και Πειραιώς μετά των προαστίων και συνοικισμών. Ειδικώς όμως δια τους μέχρι σήμερον συλληφθέντας, συνομολογείται ότι δεν ισχύει το άρθρον 5 του Συντάγματος και ότι ούτοι θα απολυθούν εντός του συντομωτέρου δυνατού χρόνου, διδομένων των προς τούτω αναγκαίων διαταγών προς τας αρμοδίους αρχάς.
Οπαδοί του Ε.Α.Μ., ενδεχομένως συλληφθέντες και κρατούμενοι υπό άλλων οργανώσεων, θα αφεθούν ως τάχιστα ελεύθεροι.

Άρθρον 3ον: Αμνηστία

Αμνηστεύονται τα πολιτικά αδικήματα τα τελεσθέντα από της 3ης Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος. Εξαιρούνται της αμνηστίας τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία δια την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος. Ο σχετικός Νόμος θα δημοσιευθή άμα τη υπογραφή της παρούσης συμφωνίας. Εξαιρούνται της αμνηστίας όσοι, υπόχρεοι εις παράδοσιν όπλων άτε ανήκοντες εις τας Οργανώσεις του Ε.Λ.Α.Σ., της Εθνικής Πολιτοφυλακής και Ε.Λ.Α.Ν., δεν παραδώσουν ταύτα μέχρι της 15 Μαρτίου 1945. Η τελευταία αυτή διάταξις περί εξαιρέσεως εκ της αμνηστίας μετά την διαπίστωσιν ότι ο αφοπλισμός του Ε.Λ.Α.Σ. επραγματοποιήθη, μη έχουσα πλέον δικαιολογητικον λόγον θα καταργηθή.
Εγγυήσεις και λεπτομέρειαι της παρεχομένης αμνηστίας αναγράφονται εις το προσηρτημένον τω παρόντι σχέδιον Νόμου.

Άρθρον 4ον: Όμηροι

Άπαντες οι πολίται οι συλληφθέντες παρά του Ε.Λ.Α.Σ. ή της Εθνικής Πολιτοφυλακής ή του Ε.Λ.Α.Ν. ανεξαρτήτως ημερομηνίας συλλήψεως, θα αφεθούν αμέσως ελεύθεροι. Όσοι τυχόν κρατούνται με την κατηγορίαν ότι είναι δοσίλογοι ή ένοχοι αδικημάτων, θα παραδοθούν εις την Δικαιοσύνην του Κράτους ίνα δικασθούν υπό των αρμοδίων κατά Νόμον Δικαστηρίων.

Άρθρον 5ον: Εθνικός Στρατός

Ο Εθνικός Στρατός, πλην των κατ' επάγγελμα αξιωματικών και υπαξιωματικών, θα αποτελήται από οπλίτας των εκάστοτε στρατολογουμένων κλάσεων. Οι ειδικώς εκπαιδευθέντες εις τα νέα όπλα έφεδροι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίται υπαρχόντων σχηματισμών θα παραμείνουν εν υπηρεσία. Ο Ιερός Λόχος θα παραμείνη ως έχει, εφ' όσον ευρίσκεται υπό τας αμέσους διαταγάς του Συμμαχικού Στρατηγείου, συγχωνευόμενος ευθύς κατόπιν εις τον Ενιαίον Εθνικόν Στρατόν, συμφώνως προς την ανωτέρω τεθείσαν βάσιν. Θα καταβληθή προσπάθεια ίνα επεκταθή η τακτική στρατολογία καθ' άπασαν την Ελλάδα, συμφώνως και προς την τεχνικήν ευχέρειαν και τας παρουσιασθησομένας ανάγκας. Εις τας ήδη υπάρχουσας μονάδας θα προσέλθουν προς κατάταξιν μετά την αποστράτευσιν του Ε.Λ.Α.Σ., οι ανήκοντες εις κληθείσας κλάσεις συμφώνως με το προσηρτημένον πρωτόκολλον. Θα απολυθώσι δε των τάξεων πάντες όσοι κατετάγησαν εις τας υπάρχουσας μονάδας, χωρίς να ανήκωσιν εις τας κληθείσας κλάσεις. Άπαντα τα μόνιμα στελέχη του Εθνικού Στρατού θα κριθώσιν υπό των Συμβουλίων, περί ων υπ' αριθ. 7 Συντακτική Πράξις. Τα πολιτικά και κοινωνικά φρονήματα των στρατευομένων πολιτών θα είναι σεβαστά.

Άρθρον 6ον: Αποστράτευσις

Άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος, αποστρατεύονται αι ένοπλοι δυνάμεις Αντιστάσεως και συγκεκριμένως ο Ε.Λ.Α.Σ, τακτικός και εφεδρικός, το Ε.Λ.Α.Ν. και η Εθνική Πολιτοφυλακή. Η αποστράτευσις και η παράδοσις των όπλων θέλουσι συντελεσθή κατά τα ειδικώτερον διαλαμβανόμενα εις το πρωτόκολλον το συνταχθέν υπό της Τεχνικής Επιτροπής, όπερ προσαρτάται εις το παρόν δεόντως μονογραφημένον. Το Κράτος θέλει ρυθμίσει τα των επιτάξεων των γενομένων υπό του Ε.Λ.Α.Σ. Τα παρά του Ε.Λ.Α.Σ. επιταχθέντα πράγματα, ζώα, αυτοκίνητα κλπ. άτινα θέλουσι παραδοθή εις το Κράτος, κατά λεπτομερέστερον εκτιθέμενα εις το συνταχθέν πρωτόκολλον, όπερ προσαρτάται τω παρόντι, θέλουσι θεωρηθή ως επιταχθέντα παρά του Ελληνικού Δημοσίου.

Άρθρον 7ον: Εκκαθάρισις Υπαλλήλων

Η Κυβέρνησις θα προβή δι' Επιτροπών ή Συμβουλίων τα οποία ειδικός Νόμος θέλει ορίση, εις την εκκαθάρισιν των Δημοσίων Υπαλλήλων, Υπαλλήλων Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Δημοτικών και Κοινοτικών τοιούτων και λοιπών υπηρεσιών εξηρτημένων εκ του Κράτους, ή επιχορηγουμένων υπ' αυτού. Κριτήρια της εκκαθαρίσεως θα είναι η επαγγελματική επάρκεια, ο χαρακτήρας και το ήθος, η συνεργασία μετά του εχθρού και η χρησιμοποίησις του υπαλλήλου ως οργάνου της δικτατορίας. Υπάλληλοι εκ των ανωτέρω προσχωρήσαντες κατά τον χρόνον της κατοχής εις τας δυνάμεις αντιστάσεως επανέρχονται εις τας θέσεις των και θα κριθούν καθ' ον τρόπον και οι άλλοι υπάλληλοι. Τα αυτά ως άνω Συμβούλια θα κρίνωσι τους υπαλλήλους, οι οποίοι συμμετέσχον ή συνείργησαν εις την εκδήλωσιν των γεγονότων από της 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος. Τους εκ των τελευταίων τούτων ενεχομένους δύνανται να θέσουν εις διαθεσιμότητα επί τη βάσει των Νόμων, της οριστικής αυτών θέσεως καθορισθησομένης υπό της κυβερνήσεως ήτις θα προέλθη από τας εκλογάς της Συντακτικής Συνελεύσεως. Οι μέχρι τούδε τεθέντες εις διαθεσιμότητα δυνάμει αποφάσεως των Υπουργών θα υποβληθούν υπό την κρίσιν των εν αρχή του παρόντος αναφερομένων Συμβουλίων. Ουδείς υπάλληλος θα διωχθή μόνον δια τα πολιτικά του φρονήματα.

Άρθρον 8ον: Εκκαθάρισις Σωμάτων Ασφαλείας

Η εκκαθάρισις των Σωμάτων Ασφαλείας, Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων, θα συντελεσθή το ταχύτερον παρ' Ειδικών εκκαθαριστικών Συμβουλίων με τα αυτά ως και οι Δημόσιοι υπάλληλοι κριτήρια. Άπαντες οι αξιωματικοί και οπλίται των εν λόγω Σωμάτων οι εμπίπτοντες εις τας διατάξεις του Νόμου περί αμνηστίας, οίτινες κατά την διάρκειαν της κατοχής προσεχώρησαν εις τας τάξεις του Ε.Λ.Α.Σ., του Ε.Λ.Α.Ν. ή της Εθνικής Πολιτοφυλακής, θα επανέλθουν εις τας θέσεις των και θα υποβληθούν εις την κρίσιν των εκκαθαριστικών Συμβουλίων, καθ' ον τρόπον και οι λοιποί συνάδελφοι των. Άπαντες οι αξιωματικοί και οι οπλίται των εν λόγω Σωμάτων, οι εγκαταλείψαντες τας θέσεις των από της 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος, τίθενται εις διαθεσιμότητα, της οριστικής αυτών θέσεως καθορισθησομένης παρά Συμβουλίων περί ων θα αποφασίση η μέλλουσα να προέλθη εκ των εκλογών κυβέρνησις.

Άρθρον 9ον: Δημοψήφισμα και Εκλογαί

Το ταχύτερον δυνατόν, πάντως δε εντός του τρέχοντος έτους θα διεξαχθή εν πάση ελευθερία και γνησιότητι δημοψήφισμα, το οποίον θα τερματίση οριστικώς το πολιτειακόν ζήτημα, υποτασσομένων πάντων εις την απόφασιν του Λαού. Θα επακολουθήσουν δε ως τάχιστα και εκλογαί Συντακτικής Συνελεύσεως δια την κατάρτισιν του νέου Συντάγματος της Χώρας. Και αι δύο αντιπροσωπείας συμφωνούν, όπως προς έλεγχον της γνησιότητος της εκφράσεως της Λαϊκής θελήσεως παρακληθούν αι Μεγάλαι Σύμμαχοι δυνάμεις και αποστείλουν παρατηρητάς.
Του παρόντος εγένοντο δύο όμοια, ων το εν έλαβεν η Κυβερνητική αντιπροσωπεία και το έτερον η Αντιπροσωπεία του Ε.Α.Μ.
Εν Αθήναις, εν τω Υπουργείω των Εξωτερικών τη 12 Φεβρουαρίου 1945.

Η αντιπροσωπεία της Ελληνικής Κυβερνήσεως:
Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Π. ΡΑΛΛΗΣ, Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ.

Η αντιπροσωπεία της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ.:
Γ. ΣΙΑΝΤΟΣ, Δ. ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ, ΗΛ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ.

Ο Γραμματεύς της Διασκέψεως:
Γ. ΒΑΡΣΑΜΗΣ


Αντιδράσεις
Οι αντιδράσεις έναντι της Συμφωνίας ήταν γενικά ευνοϊκές, εκτός βεβαίως από τις ταυτόσημες και απορριπτικές εξάρσεις της ελληνικής Δεξιάς και του Τσόρτσιλ. Μάλιστα, ο Βρετανός πρωθυπουργός τη θεώρησε σφάλμα, υποστηρίζοντας ότι οι Βρετανοί «θα έπρεπε να δώσουν ένα καλό μάθημα στους κομμουνιστές». Παράλληλα, όμως, υπήρξαν και πολλά στελέχη, μέλη και οπαδοί του ΚΚΕ, αλλά και πολλοί αντάρτες του ΕΛΑΣ, που θεώρησαν τη Συμφωνία απαράδεκτη συνθηκολόγηση. 


Παράδοση των όπλων
Από τα εννέα άρθρα της Συμφωνίας, τα δύο περιείχαν υποχρεώσεις που αναλάμβανε το ΕΑΜ, ενώ τα υπόλοιπα επτά δέσμευαν την ελληνική κυβέρνηση να ακολουθήσει συγκεκριμένη πολιτική. Το ΕΑΜ ανέλαβε την υποχρέωση να απελευθερώσει τους ομήρους, να διαλύσει τον ΕΛΑΣ και να παραδώσει τον οπλισμό του. Οι δύο πρώτες υποχρεώσεις εκπληρώθηκαν στο ακέραιο, ενώ η τρίτη μερικώς.
Στις 15 Φεβρουαρίου 1945 ο Γιάννης Ιωαννίδης, οργανωτικός γραμματέας του ΚΚΕ, ειδοποίησε τηλεγραφικά όλες τις κομματικές οργανώσεις ότι η πολιτική του κόμματος θα εστιαζόταν πλέον στην πλήρη αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών, στην ομαλοποίηση των εξελίξεων, στη δημιουργία ενός ευρέος δημοκρατικού μετώπου και στην οικονομική ανάπτυξη. Στο ίδιο τηλεγράφημα, όμως, ο Ιωαννίδης έδινε εντολή στις κομματικές οργανώσεις να συνεργαστούν με τους κατά τόπους καπετάνιους του ΕΛΑΣ, για να αποκρύψουν ση-μαντικό αριθμό όπλων. Αγνοώντας το γεγονός ότι ο ΕΛΑΣ κατείχε 70.000 όπλα, οι Βρετανοί και η ελληνική κυβέρνηση είχαν ζητήσει την παράδοση 40.000. Ο ΕΛΑΣ πρόθυμα τους... υποχρέωσε, παραδίδοντας 48.973!
Έτσι στις 28 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο οποίος παρέδωσε 100 πυροβόλα διαφόρων τύπων, 81 ομαδικούς και 138 ατομικούς όλμους, 419 πυροβόλα, 1412 οπλοπολυβόλα, 713 αυτόματα τουφέκια, 48.973 τουφέκια και πιστόλια, 57 αντιαρματικά τουφέκια και 17 συσκευές ασυρμάτου.


Στην φωτογραφία το κύριο άρθρο της Εφημερίδας «Η βραδυνή» της 12ης Φεβρουαρίου 1945
Ερμηνείες
Οι αντίπαλοι του ΚΚΕ ερμήνευσαν την απόκρυψη όπλων ως απόδειξη για το ότι τρεις μόλις ημέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας οι κομμουνιστές προετοίμαζαν νέα ένοπλη σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η υποβάθμιση του γεγονότος από τον ίδιο τον Ιωαννίδη, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι το κόμμα απλώς φρόντιζε για μια «ώρα ανάγκης που μπορούσε να μας παρουσιαστεί».
Όμως με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού του ΕΛΑΣ αποκρύφτηκε, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα (και αφού η Εθνοφυλακή είχε ανακαλύψει πολλές από τις κρυψώνες).
Παρά την συμφωνία μερικές μονάδες του ΕΛΑΣ, όπως και ο ηγέτης του Άρης Βελουχιώτης αρνήθηκαν να δεχτούν τη Συμφωνία και κατέφυγαν και πάλι στα βουνά, παρότι ο τελευταίος είχε υπογράψει την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. Το Κ.Κ.Ε. τους αποκήρυξε αμέσως, αν και πλέον έχει παραδεχθεί ότι η απόφαση του Βελουχιώτη ήταν σωστή και τον έχει αποκαταστήσει πολιτικά.
Ασφαλώς, το ΚΚΕ είχε πολλούς λόγους να είναι καχύποπτο. Χωρίς να έχει εγκαταλείψει οριστικά την προοπτική μιας μορφής ένοπλης αντίστασης σε κάποιο χρονικά απροσδιόριστο διάστημα, η μετέπειτα πολιτική του έδειξε ότι τουλάχιστον ως τα μέσα του 1946 είχε επιλέξει την πολιτική πάλη και όχι την ένοπλη σύγκρουση. Πολλά, συνεπώς, επρόκειτο να εξαρτηθούν από τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στο γράμμα και στο πνεύμα της Συμφωνίας της Βάρκιζας.


Οι παραβιάσεις όμως των όρων οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα του εμφυλίου 1946-1949. Με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού του ΕΛΑΣ αποκρύφτηκε, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα (και αφού η Εθνοφυλακή είχε ανακαλύψει πολλές από τις κρυψώνες).
Γενικώς  η Συμφωνία της Βάρκιζας περιείχε ουσιαστικές αδυναμίες και νομικά κενά, τα οποία σε συνδυασμό με την έλλειψη συνεννόησης ανάμεσα στις δύο πλευρές, τελικά οδήγησαν στην ουσιαστική ακύρωσή της. Υπήρχε, χαρακτηριστικά, η πιο κάτω σημαντική παράλειψη: Ενώ με τη συμφωνία της Βάρκιζας παραχωρούνταν αμνηστία στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δε λαμβανόταν πρόνοια για τα ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν στην περίοδο των Δεκεμβριανών. Αυτή η παράλειψη θα έχει μοιραίες επιπτώσεις στις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα.
Μετά την υπογραφή της Συνθήκης ξέσπασε η λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία και κύμα αντεκδικήσεων όχι μόνο εναντίον των κομμουνιστών, αλλά και πολιτών που είχαν ενταχθεί ή συμπαθούσαν το ΕΑΜ.
Λόγω της συνθήκης το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας παρέμεινε τυπικά νόμιμο κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου έως τις 27/12/1947, όταν με τον Α.Ν. 509/1947 (Ιδιώνυμο) τέθηκε εκτός νόμου. Νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1946, με το Γ' Ψήφισμα, είχε αρχίσει η δίωξη, από το επίσημο κράτος, των αριστερών και φιλοαριστερών πολιτών με έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέσεις.


ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΤΥΠΟΣ
sioualtec.blogspot.gr
Βικιπαίδεια
www.sansimera.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: