Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Κων Γραικιώτης : Ημέρα των ερωτευμένων σήμερα




Ημέρα των ερωτευμένων σήμερα

Γράφει ο Κων. Γραικιώτης

Δεν μπορώ να σταματήσω  να Σ’αγαπώ
Ray Charles

 Δεν μπορώ να σταματήσω να σε αγαπώ
Το ‘βαλα καλά σ το μυαλό μου
να ζεις  στη μνήμη των μοναχικών στιγμών·
Δεν μπορώ να σταματήσω   να ΣΕ θέλω
Είναι χωρίς σημασία να το λέω
Γι 'αυτό θα βιώνω τη ζωή μου με τα όνειρα του χθες·
όνειρα του χθες

Αυτές οι ευτυχισμένες ώρες που κάποτε γνωρίσαμε
Παρόλο που είναι τόσο μακρινές, εξακολουθούν με θλίβουν.
Λένε ότι ο χρόνος γιατρεύει μια πληγωμένη καρδιά
μα, ο χρόνος έχει σταματήσει από τότε που χωρίσαμε

Ημέρα των ερωτευμένων σήμερα και θάθελα να μείνω και εγώ μέσα σε αυτό το κλίμα μεταφέροντας μια ιστορία που κάποιος παλιός καλός φίλος μου εμπιστεύτηκε σήμερα λέγοντας:
Ημέρα των ερωτευμένων σήμερα παλιόφιλε. Ευκαιρία για αναμνήσεις των παλιών καλών ημερών τότε που ήμασταν ακόμη νέοι και ο έρωτας κυριαρχούσε στην ψυχή μας. Όμορφος είναι ο έρωτας, πηγή χαράς όμως και επικίνδυνος και τιμωρός αν δεν του συμπεριφερθείς καλά. Και εγώ δεν του συμπεριφέρθηκα όπως του έπρεπε. Γλυκιά η ανάμνησή του·  πληγή όμως αγιάτρευτη μου άφησε καθώς και ένα ασήκωτο βάρος. Ένα βάρος ψυχής που θέλω, σχεδόν 40 χρόνια μετά, να στο εξομολογηθώ  μήπως τώρα ξαλαφρώσει η ψυχή μου.
Ήταν όμορφη κοπέλα, γλυκός  Άνθρωπος και με αγαπούσε. Ήμουν και εγώ τρελά ερωτευμένος μαζί της. Ήταν αυτό που λέμε «έρωτας ζωής». Ζήσαμε πολλά μαζί σχεδόν  επτά χρόνια. Και όταν σου λέω ζήσαμε το εννοώ. Μαζί  στα φοιτητικά μας  χρόνια, να με συντροφεύει , όποτε τα καταφέρναμε στη στρατιωτική μου θητεία, μαζί και έπειτα όταν πιάσαμε δουλειά και αποκτήσαμε καλούς κοινούς φίλους. Μαζί στις διακοπές μας, μαζί μέχρι την στιγμή που αποφασίσαμε ότι ήταν καιρός να δούμε την σχέση μας σοβαρότερα.
Ήταν μια δύσκολη  στιγμή. Οι γονείς μου ενάντια στον γάμο. Ιδιαίτερα η μητέρα μου που είχε μεγαλώσει με εκείνη την παλιά νοοτροπία του ’30 και που την κουβαλούσε μαζί της 40 χρόνια μετά. Δύσκολη η προσπάθεια να μην βρεθώ στην εκκλησία χωρίς την παρουσία της οικογένειας. Και από την άλλη ο ΕΡΩΤΑΣ, ο έρωτας ζωής, το κορίτσι μου, η μεγάλη μου αγάπη. Περνούσε και αυτή δύσκολες στιγμές καθώς ο πατέρας της έσβηνε στο νοσοκομείο και ήθελε να του πάει το χαρμόσυνο και παρηγορητικό μήνυμα. «Παντρεύομαι πατέρα. Δεν μ’αφήνεις μόνη.
Είναι στιγμές που η ζωή σου παίζει παιγνίδια και όλα σου έρχονται κορόνα-γράμματα. Σε τέτοια στιγμή βρέθηκα και εγώ  και έκανα το μοιραίο λάθος. Με πίεζε η κοπελιά, εξ αιτίας της σοβαρής κατάστασης του πατέρα της , να πάρω μια απόφαση. Προσπαθούσα και εγώ να πείσωτους δικούς μου να φανούν συγκαταβατικοί. Τίποτα.. Ανένδοτη η μάνα μου δεν έκανε πίσω στα λογικά επιχειρήματά μου και στα παρακάλια μου. Και τότε ήλθε η μοιραία στιγμή να πω στην αγαπημένη μου τι αποφάσισα.  Με δάκρυα στα μάτια της είπα : «Δεν μπορώ  να σε παντρευτώ τώρα. Είσαι ελεύθερη να αποφασίσεις». Χωρίσαμε. Χωρίσαμε κλαίγοντας και οι δυό μας.
Ήμουν πελαγωμένος. Δεν πέρασε όμως ούτε μια μέρα και είχα αλλάξει γνώμη. Κατηγορούσα τον εαυτό μου για την απερισκεψία και την αδυναμία μου. Προσπάθησα με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο να της πω. «Ξέχνα τι σου είπα. Είμαι μαζί σου. Σε θέλω είσαι η μοναδική και παντοτινή μου αγάπη». Ανένδοτη όμως εκείνη, αφάνταστα πληγωμένη, αρνιόταν να μου δώσει την ευκαιρία να την συναντήσω και να της εξηγήσω. Είχε εξαφανιστεί. Από την άλλη εγώ συνέχιζα τον αγώνα να πείσω τους γονείς μου να αλλάξουν γνώμη. Τίποτα. Η μητέρα μου βράχος αμετακίνητος.
Εκείνη την στιγμή της απελπισίας ένας καλός φίλος που είδε πόσο πιεσμένος ήμουν μου πρότεινε να πάμε στο Λονδίνο. Ήταν Χριστούγεννα. Το αποφάσισα. Ήταν ο μόνος τρόπος να βρεθώ σε ένα διαφορετικό περιβάλλον και να πάρω τις αποφάσεις μου με καθαρότερο μυαλό. Πήγα. Το μυαλό μου όμως ήταν στην κοπέλα μου.  
Προσπάθησα και από εκεί να επικοινωνήσω μαζί της. Ήταν αδύνατο. Από κοινό μας φίλο μάθαινα τα καθέκαστα για την υγεία του πατέρα της. Χειροτέρευε.
Παραμονή   της αναχώρησής μου από το Λονδίνο προσπάθησα πάλι να επικοινωνήσω μαζί της. Ήταν αδύνατο. Τηλεφώνησα στον κοινό μας φίλο. Του είπα.  «Γυρίζω στην Αθήνα αύριο.  Θα πάω κατ’ ευθείαν στον πατέρα της. Θα του πω πόσο την αγαπώ, oτι θέλω να την παντρευτώ και θα ζητήσω την ευχή του και το χέρι της».
Το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Σκεφτόμουνα την αυριανή μέρα. «Το αεροπλάνο της British θα φθάσει το μεσημέρι οπότε προλαβαίνω να αφήσω  την βαλίτσα μου και να φύγω κατ’ ευθείαν για το νοσοκομείο. Έχω ξαναπάει εκεί. Σίγουρα θα ευχαριστηθεί που θα με δει και με τα όσα θα ακούσει  και όλα θα πάνε καλά. Ελπίζω ότι όλα θα πάρουν τον δρόμο τους».
Πρωϊ πρωί στο Heathrow περιμένω με τον φίλο μου την ανακοίνωση της επιβίβασης. Η τύχη όμως  μου παίζει το πιο βρώμικο παιγνίδι της. Ανακοινώνεται απεργία του προσωπικού της British. Η πτήση αναβάλλεται και μας ανακοινώνεται ότι γίνονται προσπάθειες προώθησης των επιβατών με άλλες εταιρείες. Κάνουμε προσπάθεια και εμείς να αλλάξουμε πτήση. Αδύνατο. Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα μας παραλαμβάνει  ναυλωμένο  αεροπλάνο της Ολυμπιακής και φτάνουμε στο Ελληνικό περασμένα μεσάνυχτα.
Επιστρέφω σπίτι μου. Αδύνατο να κοιμηθώ από τον εκνευρισμό. Έχασα μια ολόκληρη μέρα. Τώρα πλέον δεν μένει παρά να περιμένω να ξημερώσει και να πάω στο νοσοκομείο να συναντήσω τον πατέρα της  φίλης μου. Η ώρα είναι περίπου 7 το πρωί και κτυπά το τηλέφωνο. Το σηκώνω. Είναι ο κολλητός μου. «Πέθανε μου λέει. Ο πατέρας της πέθανε στις 2 το πρωί».  Ήταν η ώρα που προσγειωνόταν το αεροπλάνο στο Ελληνικό. Κόντευα να τρελαθώ..
Προσπάθησα να της συμπαρασταθώ όσο μπορούσα καλύτερα και όσο εκείνη μου το επέτρεψε. Όμως ποτέ δεν ξαναγίναμε ζευγάρι. Ούτε καν φίλοι δεν μπορέσαμε να παραμείνουμε.
Εκείνη πικραμένη από την «προδοσία» μου, έκοψε κάθε επαφή μαζί μου και απέφευγε τα τηλεφωνήματά  μου. Εξαφανίστηκε εντελώς από την ζωή μου και ζήτησε να κάνω και εγώ το ίδιο για την δικιά της.
Σεβάστηκα την απόφασή της. Πίστευα ότι ίσως κάποια στιγμή θα καταλάβαινε  την στιγμιαία αδυναμία μου και την άμεση μεταβολή της στάσης μου καθώς και όλες τις προσπάθειες που έκανα να ξαναγίνουμε ζευγάρι και ίσως· ίσως με συγχωρούσε και ξαναγύριζε κοντά μου. Τίποτε όμως από αυτά δεν συνέβηκε. Τρία χρόνια μετά παντρεύτηκα μια άλλη κοπέλα. Ο γάμος δε κράτησε.  
Μια μέρα την συνάντησα τυχαία στο δρόμο και η παλιά αγάπη ξαναφούντωσε μέσα μου. Την ρώτησα αν ήταν ελεύθερη· μου είπε ναι και της ζήτησα να ξαναγίνουμε ζευγάρι.  Μου το αρνήθηκε για μια ακόμη φορά.
Αργότερα ξαναπαντρεύτηκα, έκανα οικογένεια, μα αυτή την μεγάλη αγάπη δεν την ξέχασα. Έμεινε ριζωμένη μέσα μου για να με βασανίζει και να με κάνει πολλές φορές και σε δύσκολες στιγμές να αναρωτιέμαι πως θα ήταν η ζωή μαζί της αν είχαμε παντρευτεί.
Έχουν περάσει 40 χρόνια φίλε μου και αν και γνωριζόμαστε πολλά χρόνια μόλις σήμερα κατάφερα να βρω το κουράγιο να σου μιλήσω σαν σε εξομολογητή. Πολλά ευχαρίστα και δυσάρεστα, σοβαρά και ευτράπελα συμβήκανε στην ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια. Ένα μόνο πράγμα δεν μου συνέβηκε. Να καταφέρω να την ξεχάσω και να ξεχάσω όσα ζήσαμε μαζί.
Γύρισα στον φίλο μου και του είπα. «Μα καλά φίλε μου τόσα χρόνια δεν σκέφθηκες να προσπαθήσεις να την ξανασυναντήσεις. Να της μιλήσεις, να της πεις αυτά που αισθάνεσαι;». Όχι μου απάντησε την αγαπούσα τόσο πολύ που δεν ήθελα τίποτα περισσότερο παρά την ευτυχία της. Και αν αυτή αισθανόταν ευτυχισμένη και ξαναέφτιαξε την ζωή της μακριά μου  αυτό δεν θάθελα ποτέ να της το χαλάσω. Σεβάστηκα απόλυτα την απόφασή της…
Τον κοίταξα για μια ακόμη φορά. Δεν αμφέβαλα καθόλου για την ειλικρίνειά του. Όμως μπήκα στον πειρασμό και τον ξαναρώτησα. «Και αν συνέβαινε σήμερα να την συναντήσεις τυχαία στο δρόμο τι θα της έλεγες;;;»
Δεν δίστασε στην απάντησή του. «Συγνώμη αγάπη μου. Συγχώρεσε με. Έχεις μια θέση στην καρδιά μου και θα την έχεις μέχρι και την τελευταία μου ανάσα. Λένε ότι ο χρόνος γιατρεύει μια πληγωμένη καρδιά μα, ο χρόνος έχει σταματήσει από τότε που χωρίσαμε»

Αυτά μου εξομολογήθηκε ο φίλος μου και γύρισε το πρόσωπο για να μην δω τα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: