Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Νίκου Αμμανίτη : «Μια τρελή Aποκριά...»









ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο
«Μια τρελή Aποκριά...»
Tου Νίκου Αμμανίτη
Κάθε μεσημέρι που γύρναγε σπίτι ο μπάρμπα Δημητρός έφερνε μαζί του μια φρατζόλα ψωμί και την εφημερίδα του, την οποία δεν επέτρεπε να αγγίξει κανείς. Μετά το φαγητό αποσυρόταν στο δωμάτιό του, ξάπλωνε και την «καταβρόχθιζε».
Για την ακρίβεια διάβαζε και αποστήθιζε το κύριο άρθρο και τα σχόλια της εφημερίδας, που αναμασούσε στις λογομαχίες του με τους συναδέλφους του στην τράπεζα. Ήταν δε τόσο φανατισμένος με το κόμμα του, όντας της θεωρίας «πας μη μεθ’ ημών, καθ’ ημών», που οι άλλοι υπάλληλοι έπαψαν να συζητούν σοβαρά μαζί του και τον έπαιρναν στο ψιλό.
Την ώρα της σιέστας και της ανάγνωσης, η γυναίκα του, η «κερία Καίτη», καταπώς τη λέει η παραδουλεύτρα τους, η Σαπφώ, πλένει τα πιάτα και ύστερα, μόλις παίρνει ο ύπνος τον Δημητρό, μαζεύει την εφημερίδα, που πετάει νυσταγμένος στο πάτωμα, να τη διαβάσει με τη σειρά της. Στην ανάγνωση υπάρχει μεταξύ τους μια τεράστια διαφορά. Εκείνος περιορίζεται στα πολιτικά θέματα, διαβάζοντας μόνον την πρώτη και τελευταία σελίδα, τις αφιερωμένες κατ’ έθιμο στα πολιτικά γεγονότα. Η ύλη των εσωτερικών σελίδων ουδόλως τον ενδιαφέρει. Η «κερία Καίτη», αντιθέτως, πετάει αυτές τις σελίδες και δεν αφήνει ούτε ένα «γιώτα» αδιάβαστο από τις υπόλοιπες. Διαβάζει τα πάντα. Φαρμακεία, κινηματογράφους, κηδείες, μνημόσυνα και δωρεές «εις μνήμην». Διαβάζει τους «μέλλοντες γάμους» και όλα τα κοινωνικά. Προσφιλή αναγνώσματά της είναι το αστυνομικό δελτίο, οι αυτοκτονίες, τα τσιλημπουρδήματα και τα διαζύγια των διασημοτήτων και κυρίως οι προβλέψεις του αστρολόγου. Μελετά τις λεπτομέρειες της δράσης του βιαστή που συνελήφθη στον Πύργο Ηλείας και είναι πλήρως ενημερωμένη για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο, για τα οποία ο πολιτικοποιημένος σύζυγός της έχει μαύρα μεσάνυχτα. Με δύο λόγια, παρότι η εφημερίδα έχει ακραίες πολιτικές θέσεις, κατά τα λοιπά είναι καθαρά κουτσομπολίστικη, που σερβίρει μεγαλοποιημένα όλα τα σκάνδαλα και τις ατασθαλίες που συμβαίνουν στη Γη…
Σήμερα, να πούμε, είναι πολυσέλιδη. Σχεδόν ολόκληρος τόμος, καθώς διατρέχουμε τις Απόκριες και υπάρχει μπόλικο ρεπορτάζ με τον καρνάβαλο, τα σατιρικά άρματα και τους δρόμους όπου παρελάσανε. Έχει πιπεράτους σχολιασμούς για τις ημίγυμνες μαζορέτες, που κορδακίζονταν σε τρελούς χορούς επιδεικνύοντας τα ωραία τους τα κάλλη, και τις σοκολάτες που πρόσφερε η πολυεθνική για τον απαραίτητο σοκολατοπόλεμο.
Μιλάει για τους πορτοφολάδες, που γδύσανε πολλούς που στέκονταν βλέποντας το καρναβάλι, και για τον εφαψία που πιάστηκε επ’ αυτοφώρω. Διασκέδασε επίσης με τις αναμνήσεις του χρονογραφήματος της εφημερίδας από τις Απόκριες μιας άλλης εποχής, το δε κείμενο συνόδευε μια μεγάλη διαφήμιση της σερπαντίνας «Η φτερωτή αράχνη». Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον βυθίστηκε στις περιγραφές και τις λεπτομέρειες από τους επίσημους χορούς στις αίθουσες των πολυτελών ξενοδοχείων, τα πικάντικα παραλειπόμενα με τα φλερτ κοσμικών επωνύμων και τις ινκόγκνιτο παρουσίες πολλών αστέρων της πολιτικής. Περιέγραφε τη δημοφιλή ξένη ορχήστρα που μετακάλεσαν από το Λονδίνο και την εκκωφαντική μουσική που έπαιζε όλη νύκτα μέσα σε ένα αποκριάτικο ντεκόρ με πολύχρωμες γιρλάντες.
Με λυρισμό περιέγραφε τις σερπαντίνες που τύλιγαν τα αγκαλιασμένα ζευγάρια στους αισθησιακούς χορούς και τα γεμάτα χιούμορ κοτιγιόν που κάλυπταν τις φαλάκρες διάσημων παραλήδων. Φωτογραφικές ήταν οι περιγραφές της εφημερίδας για τις λαμπερές έξωμες τουαλέτες, τα πανάκριβα μοντέλα φημισμένων οίκων μόδας, φορεμένα από κυρίες μιας κάποιας ηλικίας με τους χρυσούς κολιέδες και τα μπόλικα χρυσαφικά. Ασφυκτικά γεμάτη ήταν η αίθουσα από σμόκιν, ενώ απλά μαύρα ντόμινα κράταγαν επτασφράγιστες ανωνυμίες.
Μέσα στο πλήθος υπήρχαν και μερικοί θαρραλέοι που μεταμφιέστηκαν σε γιατρούς, αστρονόμους και σεΐχηδες. Χάνεται μέσα στις περιγραφές και τις λεπτομέρειες η «κερία Καίτη» και ονειροπολεί. Αισθάνεται τον εαυτό της «Σταχτοπούτα» και βλέπει τη μάλλινη παντόφλα της σαν το γυάλινο χαμένο γοβάκι. Ονειρεύεται τι ωραία που θα ήταν αν ήταν και αυτή εκεί. Αλλά αυτό το γαϊδούρι ο Δημητρός, ο άντρας της, δεν το κουνάει ρούπι απ’ το σπίτι. Δεν την πάει πουθενά. Φαντάζεται τον εαυτό της ντυμένο κολομπίνα να χορεύει πόλκα ή να στροβιλίζεται σ’ ένα βαλς του Στράους, τον «Γαλάζιο Δούναβη» να πούμε, στην αγκαλιά ενός Ντ’ Αρτανιάν, ενός Ρομπέν των δασών, ενός ιππότη τέλος πάντων. Να παίρνει πίσω κάτι ελάχιστο από τα αδικοχαμένα νιάτα της. Κι η σκέψη της φτερουγίζει ασυγκράτητη σε ό,τι δεν γνώρισε ποτέ, ούτε ποτέ της θα γνωρίσει…
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: