Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Τάκης Κατσιμάρδος : Μονομαχίες στην Ελλάδα



Μια ιστορική - πολιτική μονομαχία το 1879 στο Παρίσι. Μονομαχούν ο γνωστός φιλέλληνας Λέων Γαμβέττας και κατοπινός πρωθυπουργός της Γαλλίας με τον πολιτικό και πρώην υπουργό Μεταφορών Οσκαρ Βαρντί ντε Φουρτού.
ΜΟΝΟΜΑΧΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Όταν οι πολιτικοί μιλούσαν... με τα όπλα
Aν ακραίοι διαξιφισμοί, κατηγορίες και φραστικά επεισόδια μεταξύ πολιτικών, εκτός και εντός Βουλής σήμερα, διαδραματίζονταν πριν από έναν αιώνα, συχνά θα... μιλούσαν τα όπλα.
Οι μονομαχίες μεταξύ βουλευτών, υπουργών ακόμη και πρωθυπουργών θα βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Κι αυτό επειδή την περίοδο ακμής του φαινομένου στο «πεδίο της τιμής» προσέρχονταν και έπεφταν πολιτικοί για πταίσματα, σε σύγκριση με τρέχουσες «δολοφονίες χαρακτήρων», ψευδείς ή όχι κατηγορίες κι όλα τα συναφή. Ευτυχώς, όμως, σήμερα όλα εξαντλούνται σ' άσφαιρα πυρά στη Βουλή, στα τηλεοπτικά κανάλια, στα κοινωνικά δίκτυα κ.τ.λ.
Η αυθαίρετη αυτή μεταφορά δεν γίνεται για να υποδειχθεί ότι το κοινοβουλευτικό επίπεδο έχει πέσει στα τάρταρα. Το ίδιο θα μπορούσε να επαναληφθεί για άλλες μεταδικτατορικές και προδικτατορικές περιόδους για να μείνουμε μόνο σ' αυτές. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν τόση αξία, όσο κάποιες άλλες τον καιρό των μονομαχιών, που απέδιδαν το φαινόμενο στον κοινοβουλευτισμό! Οι πολιτικοί, μαζί με τους στρατιωτικούς, ήταν οι πρωταγωνιστές στις μονομαχίες από την εποχή του «παρείσακτου και ξένου εθίμου» κατά τη βαυαροκρατία έως τα χρόνια που η λύση των διαφορών με όπλα ήταν συχνό φαινόμενοι (δεκαετία 1870 μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο). Γίνονται «μόδα» λίγο πριν και λίγο μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έως και τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος των πολιτευτών βεβαιώνεται από τα στατιστικά, ας πούμε, στοιχεία αλλά και από τις επισημάνσεις δικαστικών και πολιτικών. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δ. Τσιβανόπουλος, λόγου χάρη, σημειώνει το 1908: «Αν εξαιρέση τις την τάξιν των πολιτικών ανδρών εν Ελλάδι και την των στρατιωτικών, θέλει εύρει ότι ουδεμία άλλη τάξις είνε προσβεβλημένη εκ της ασθενείας ταύτης...». Από μακριά ακολουθεί εκείνη των δικηγόρων.
Την περίοδο της έξαρσης, σύμφωνα με όσους έχουν ασχοληθεί και μελετήσει τον «θεσμό», δημοσιοποιούνταν κατά μέσο όρο δέκα μονομαχίες τον χρόνο. Αν υπολογιστούν οι «αφανείς», που δεν γίνονταν γνωστές, παρά μόνο σε κλειστούς κύκλους και προστεθούν όσες κατέληγαν σε συμβιβασμό, ο αριθμός εκτοξεύεται. Αν και χωρίς να φθάνει το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο. Ήταν σχετικά λιγότερες από την εντύπωση ότι γίνονταν για... ψύλλου πήδημα. Κάθε φορά που κάποια μονομαχία είχε τραγικό αποτέλεσμα ξεκινούσαν μεγάλες συζητήσεις. Αν και λίγες φορές έβρισκαν δημόσιους υπερασπιστές, η ανοχή, η συγκατάβαση και η αποδοχή ήταν κοινός τόπος. Ακόμη μεταξύ νομικών και δικαστικών. Αλλά και της πολιτείας έως τη δρακόντεια απαγορευτική βενιζελική νομοθεσία του 1918.
Έτσι σε μια κλασική για την εποχή ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα το 1871 διαβάζουμε ότι «η μονομαχία δύναται να έχη ως συνέπειαν ανθρωποκτονίαν ή θανατηφόρα ή ελαφρά τραύματα, αλλά το αποτέλεσμα τούτο δεν δύναται να καταλογισθή εις τον μονομαχήσαντα...». Επειδή «δεν υπάρχει έτι πλήρης και εδραία πεποίθησις ότι και ως προς το δίκαιον και προς τας αρχάς της ηθικής αντιστρατεύεται, απηρχαιωμέναι δε προλήψεις διατηρούνται έτι ακμαίαι και υπό το κράτος αυτών οφείλει πολλάκις να υποκύψη τις, αποβλέπων ουχί εις την βλάβην του αντιπάλου, αλλά κυρίως εις την διάσωσιν της ιδίας τιμής και υπολήψεως».

Η μονομαχία του πρωθυπουργού της Γαλλίας, Κλεμανσό, το 1893 στο εξώφυλλο του περιοδικού «Le Petit Journal». Αντίπαλός του ο πολιτικός και συγγραφέας Ντερουλέντ.
Ποινές
Ενας μεταγενέστερος νομομαθής, επισκοπώντας το φαινόμενο στις πανευρωπαϊκές διαστάσεις του, καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η μονομαχία αριθμεί μεταξύ των συνηγόρων της ουχί ολίγους συγγραφείς και πολιτειολόγους, οίτινες απολύτως μεν καταδικάζουν το έθιμον τούτο, αλλά συγχρόνως κηρύσσοντες αυτό ως αναγκαίον συμπλήρωμα, ως το έσχατον καταφύγιον εις υπεράσπισιν της προσβαλλομένης τιμής...».
Η ελληνική νομοθεσία του 19ου αιώνα μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμφίσημη. Αν και οι μονομαχίες ήταν απαγορευμένες, οι ποινές στους παραβάτες επιβάλλονταν με μεγάλη επιείκεια. Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι τα σχετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα παραμένανε ανενεργά.
Τιμωρούσαν μεν όποιον «εξ οιανδήποτε αιτίας προκαλεί μονομαχίαν δι' όπλων και εκείνον ο οποίος προσκαλούμενος ούτω παρουσιάζεται εις αγώνα». Εξαιρούσαν, όμως, όσους παραβρίσκονταν «ως μάρτυρες». Εφόσον είχε φονικό αποτέλεσμα «ο κατηγορούμενος παρεπέμπετο δι' ανθρωποκτονίαν εκ προμελέτης εξ αμελείας... Εν ουδεμιά δε περιπτώσει δεν εκατηγορείτο διά φόνον, δηλαδή δ' ανθρωποκτονίαν εκ προμελέτης...».
Παρά τις προβλέψεις, ακόμη και την ύπαρξη προληπτικών ποινών, ο νόμος ουσιαστικά τις ανεχόταν, κατά κάποιον τρόπο. Διότι, αν γινόταν σύμφωνα με το «τελετουργικό» που είχαν συμφωνήσει οι μονομαχούντες, οι ποινές ήταν μικρότερες.

 Πρωτοσέλιδη εικόνα της εφημερίδας «ΑΣΤΥ» το 1888 για μία από τις μονομαχίες που απασχόλησαν τον ευρωπαϊκό Τύπο.
Επιπλέον, δεν φαίνεται να έχει επιβληθεί τιμωρία σε κάποιους οι οποίοι είχαν γνωστοποιήσει δημοσίως την πρόθεσή τους να μονομαχήσουν. Αλλά δεν σημειώνεται ούτε ένα περιστατικό που ν' αποτράπηκε κάποια μονομαχία με αστυνομική παρέμβαση βάσει του νόμου.
ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
«Δέξασθε μεθ' υπολήψεως» για να... σκοτωθούμε
Οι ελληνικές μονομαχίες ήταν «εισαγόμενες» και ισχνοί ή ανύπαρκτοι οι δεσμοί τους με εγχώριες πρακτικές και αντιλήψεις. Αν και οι συνήγοροί τους προσπαθούσαν να τις συνδέσουν με παραδόσεις του παρελθόντος. Φθάνοντας ακόμη μέχρι τον Αχιλλέα και τον Έκτορα!
Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση ήταν λίγες αυτές που καταγράφονται στο Ναύπλιο και στην οθωνική Αθήνα. Οι περισσότερο γνωστές κατέληγαν σε συμβιβασμό και θάνατοι ή σοβαροί τραυματισμοί, τουλάχιστον, δεν αναφέρονται.
Όταν έγιναν «μόδα», συμμορφώθηκαν και με τα «ευρωπαϊκά πρότυπα». Έπρεπε να διεξάγονται με βάση ένα αυστηρό τελετουργικό. Η επίδειξη γενναιότητας απαιτούσε και το ανάλογο σκηνικό, το οποίο με τη σειρά του έδινε... λάμψη και ρομαντισμό.

 «Πρωθυπουργοί όπως οι Ιωάννης Ράλλης, Στέφανος Δραγούμης και Γεώργιος Θεοτόκης βρέθηκαν οπλισμένοι στο πεδίο τιμής για να υπερασπιστούν το θάρρος της γνώμης τους, να ανασκευάσουν ψευδείς κατηγορίες, να αποκαταστήσουν το γόητρό τους, να αντισταθμίσουν προσβολές και να πιστοποιήσουν την ακεραιότητά τους», αναφέρει σχετική μελέτη.
Ο «πάπας» της ιερουργίας ήταν ο Γάλος Α. Ταβερνιέ, με το παγκόσμιο μπεστ σέλερ «Η τέχνη του μονομαχείν». Μεταφράστηκε γρήγορα και στα ελληνικά (1887), αλλά δεν ήταν το μοναδικό για το θέμα. Άλλοι πέντε ακόμη «κώδικες» έχουν γραφεί από Έλληνες στρατιωτικούς και δασκάλους οπλομαχίας.
Από τους πιο διαδεδομένους, τη δεκαετία του 1890 κι ύστερα, ήταν το πόνημα του απόστρατου αξιωματικού Σ. Χαλκιόπουλου «Κώδιξ Μονομαχίας». Με αυτόν:
• Προσδιορίζονται διαβαθμίσεις των προσβολών που προκαλούν την πρόσκληση σε μονομαχία (συμπεριλαμβάνονται κι εκείνες από του βήματος της Βουλής και τον Τύπο).
• Η δυσφήμηση της «οικογενειακής τιμής» απαιτεί αναμέτρηση «μέχρις εσχάτων» και να καταλήγει «αν όχι εις θάνατον, τουλάχιστον μέχρι τελείας εξαντλήσεως του αντιπάλου».
• Ο εγκαλών οφείλει να απευθύνει στον εγκαλούμενο «διά των μαρτύρων του πάντοτε έγγραφον πρόσκλησιν συντασσομένην υπό τύπον επιστολής καταληγούσης εις την εν χρήσει παρά τη καλή κοινωνία καθιερωμένην φράσιν: Δέξασθε παρακαλώ, την διαβεβαίωσιν της προς Υμάς άκρας υπολήψεώς μου...».
• Οι τέσσερις μάρτυρες (δύο από κάθε πλευρά) κατέχουν κεντρική θέση. Έπρεπε να είναι άτομα «ανεγνωρισμένης εντιμότητος». Μεσολαβούσαν γα συμβιβασμό. Όταν δεν επιτυγχάνεται, συντάσσουν πρωτόκολλα με τους ακριβείς όρους της μονομαχίας και επιβλέπουν την πιστή τήρηση στο «πεδίο της τιμής». Σε περίπτωση άρνησης ενός από τους δύο να μονομαχήσει, υπογράφουν πράξη με την οποία παραδίδουν τον αρνούμενο... στην περιφρόνηση της κοινωνίας.
• Τα όπλα (ξίφη και πιστόλια) έπρεπε να έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές και να είναι ισοδύναμα, ενώ χρειαζόταν και η παρουσία γιατρού με όλα τα απαραίτητα.
Ο κώδικας τελείωνε με συμβουλές για προθέρμανση πριν από την αναμέτρηση, να κάνουν τη «φυσική ανάγκη» τους, να φορούν «ευρέα ρούχα» και παπούτσια «μεταχειρισμένα μετά πελμάτων ευρέων και χαμηλών υποπτερνίων (τακούνια) διά την ευστάθειαν του σώματος...».
ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ Δ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ
Γιατί πρωταγωνιστούσαν οι πολιτευτές
Γιατί οι πολιτικοί, μαζί με τους στρατιωτικούς, μονομαχούσαν πιο συχνά απ' όλους; Μια ολοκληρωμένη απάντηση δίνει η Δήμητρα Βασιλειάδου σε μία από τις πιο ολοκληρωμένες μελέτες για το φαινόμενο:
«...Βουλευτές (για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος), υπουργοί (όπως ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος), πρόεδροι της βουλής (λόγου χάρη, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης) και κατοπινοί πρωθυπουργοί (όπως οι Ιωάννης Ράλλης, Στέφανος Δραγούμης και Γεώργιος Θεοτόκης) βρέθηκαν οπλισμένοι στο πεδίο τιμής για να υπερασπιστούν το θάρρος της γνώμης τους, να ανασκευάσουν ψευδείς κατηγορίες, να αποκαταστήσουν το γόητρό τους, να αντισταθμίσουν προσβολές και να πιστοποιήσουν την ακεραιότητά τους• πάνω απ’ όλα, για να αποδείξουν ότι ήταν αντάξιοι των εξουσιών που τους είχαν παραχωρήσει οι ψηφοφόροι τους.
Τεκμήριο αφοσίωσης
Ο Γεώργιος Πωπ είναι παραπάνω από σαφής: "οι βουλευταί που μονομαχούν, πράττουν τούτο κυρίως φοβούμενοι μήπως εις τας επαρχίας των οι ψηφοφόροι τους τούς θεωρήσουν δειλούς και χάσουν από το γόητρόν των". Η μονομαχία ήταν ένα, ακραίο ενδεχομένως, τεκμήριο της αφοσίωσης που έδειχναν οι βουλευτές στις ιδιωτικές και τις δημόσιες υποθέσεις τους, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα εκπροσώπησης που στηριζόταν στα τοπικά πελατειακά δίκτυα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι μονομαχίες στόχευαν συνειδητά σε άμεσα πολιτικά οφέλη, αλλά ότι αυτή η θεωρούμενη ιδιωτική πρακτική δεν ήταν απλά και μόνο ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σε δύο άνδρες· συνιστούσε μια δημόσια επίδειξη εξαιρετικών ικανοτήτων.
Για τους πολιτευόμενους μονομάχους, το προσωπικό ήταν πολιτικό, ιδιαίτερα όταν αφορούσαν πρόσωπα που είχαν μεγάλη δεξιότητα στον χειρισμό των όπλων ή τη φήμη ότι κατέφευγαν, χωρίς ιδιαίτερους δισταγμούς, στη μονομαχητική λύση.
Ακραίο, ίσως, παράδειγμα, αποτελούσε ο στρατιωτικός και πολιτικός Λυκούργος Τσουκαλάς, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του ενεργού βίου του, πήρε μέρος σε έντεκα, νικηφόρες για τον ίδιο, μονομαχίες, εκ των οποίων η μία υπήρξε θανάσιμη για τον αντίπαλό του.
Αίγλη
Η μονομαχία συνιστούσε μία ιδιαίτερα αποτελεσματική πρακτική για τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και το πεδίο της τιμής ήταν ένας χώρος που εξέπεμπε μια ξεχωριστή αίγλη: την αίγλη που φέρει ένας δημόσιος άνδρας που είναι πρόθυμος να πεθάνει για τις ιδέες του, το κόμμα του, τα κείμενα που προσυπογράφει, για το "όνομά" του... (από τη μελέτη με τίτλο "Ανδρες, ανδράρια ή ρεκλαματζήδες;" στον συλλογικό τόμο "(Αντι)μιλώντας στις βεβαιότητες: φύλα, αναπαραστάσεις, υποκειμενικότητες" του Ομίλου Κοινωνικής Ιστορίας)».
Τ. Κατσιμάρδος

Δεν υπάρχουν σχόλια: