Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ένας ξεχασμένος θεσμός : Η προίκα



Ένας ξεχασμένος θεσμός : Η προίκα

Η προίκα στην Ελλάδα υπήρξε ένας θεσμός κατά τον οποίο η οικογένεια παραχωρούσε στη νύφη την περιουσία της όταν παντρευόταν. Ο θεσμός της προίκας υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και αποτελούσε τη συμβολή της γυναίκας στον κοινό βίο του ζευγαριού.
Οι συνήθεις λόγοι που επιβαλλόταν ήταν αρχικά οικονομικοί και στη συνέχεια κοινωνικοί. Πέρα από τα φυσικά προσόντα της νύφης, αιτία γάμου αποτελούσε και η προίκα. Η προίκα ήταν ένα συμβόλαιο γάμου, έγγραφο και ενυπόγραφο, το οποίο επιβεβαιωνόταν από το προικοσύμφωνο. Ήταν μια ενέργεια στην οποία το συναίσθημα είχε ανύπαρκτο ρόλο στην διαδικασία λήψεως της απόφασης.
Οι γονείς κάθε κοπέλας προσπαθούσαν από τα μικρά χρόνια της μέχρι τη στιγμή που θα την ζητούσε κάποιος να συλλέξουν όση περισσότερη προίκα μπορούσαν για να παντρευτεί. Συνήθως η προίκα αποτελούνταν από ρούχα, αλλά οι πιο εύποροι έδιναν κοσμήματα, κτήματα γης, ζώα, καθώς και κατοικίες. Στην ουσία η προίκα ήταν μια αποζημίωση στον άντρα, καθώς εξασφάλιζε την ελάφρυνση της οικογένειας σε πολλούς τομείς και του συζύγου από τα βάρη της. Τέλος, η προίκα υπήρξε  ένα σύμβολο μέσα από το οποίο μπορούσε κανείς να διακρίνει την οικονομική κατάσταση κάθε οικογένειας.
Ας δούμε όμως τι γράφει ο Κώστας Καραπατάκης στα « Έθιμα γάμου του παλιού καιρού».
«Ξαφνικά βλέπουμε το θεσμό της προίκας να εισβάλλει σαν κοινωνικό φαινόμενο, όταν οι γυναίκες αποσύρονται από τα χωράφια και τη βοσκή και μένουν στις πόλεις (άστεα), παύουν να είναι το παραγωγικό στοιχείο κι ο άντρας δυσκολεύεται να τις συντηρήσει. Έτσι η γυναίκα πρέπει να συνεισφέρει, «να δώσει προίκα» κι όπως λέει η κορυφαία του χορού η Μήδεια του τραγικού Ευρυπίδη με όλη την πίκρα της ψυχής της: Εμείς οι γυναίκες είμαστε τα αθλιέστερα πλάσματα γιατί πρώτα απ' όλα είμαστε υποχρεωμένες με υπερβολική ποσότητα χρημάτων να αγοράζουμε τον κύριο μας...
Στα δύσκολα χρόνια της φτώχειας που έδερνε τους ραγιάδες, τα διάφορα είδη οικοτεχνίας ήταν δυσεύρετα και πανάκριβα. Πολλές μανάδες άρχιζαν να ετοιμάζουν «την αρμάτα» των κοριτσιών τους αμέσως μετά τη γέννηση τους. Και ήταν αριστουργήματα λαϊκής τέχνης όλα αυτά τα είδη οικοτεχνίας, μα δυστυχώς ελάχιστα φυλάχτηκαν και έχουν διασωθεί ως σήμερα. Κάθε μάνα που ήθελε το κορίτσι της να γίνει καλή νοικοκυρά έπρεπε να το μάθει να γνέθει, να υφαίνει, να πλέκει, να λευκαίνει ή να βάφει με ανεξίτηλα χρώματα τα πανιά, να κεντά τις ποδιές και τα πουκάμισα με γούστο και φαντασία. Κι έτσι την ήθελε τη νύφη ο γαμπρός: να ξέρει ρόκα κι αργαλειό να ξέρει να υφαίνει.
Την ίδια ώρα που τα προικιά φορτώνονταν στα ζώα, οι μπράτιμοι του γαμπρού έμπαιναν στο δωμάτιο της νύφης για να της φορέσουν τα παπούτσια και τη σκέπη που της έφερνε ο γαμπρός.
Καθώς η νύφη καμάρωνε με σταυρωμένα χέρια και τα κορίτσια τραγουδούσαν γύρω της τραγούδια χωρισμού, ένας μπράτιμος πλησίαζε τη νύφη και κρατώντας τα παπούτσια στο χέρι πήγαινε να τα περάσει από τα σταυρωμένα χέρια της. Τα κορίτσια σαν έβλεπαν τον κίνδυνο, προσπαθούσαν να ματαιώσουν τάχα την αναχώρηση της και όχι μόνο δεν άφηναν τον μπράτιμο να της περάσει τα παπούτσια αλλά προσπαθούσαν και να του τ' αρπάξουν. Το «παιχνίδι της άμυνας της νύφης» ήταν σημαντικό μέρος της όλης διαδικασίας.
Τα κορίτσια στο τέλος, τον έβαζαν να καθίσει σε ένα σκαμνί, την ώρα όμως που εκείνος πήγαινε να κάτσει το τραβούσαν κι εκείνος έπεφτε κάτω κι όλοι ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Η νύφη πάλι δεν τον άφηνε να της φορέσει τα παπούτσια ώσπου ο μπράτιμος βλέποντας πως δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί της, της έβαζε μέσα στα παπούτσια της ζαχαρωτά. Αν με λίγα στραγάλια και ζαχαρωτά κατάφερνε να «ποδέσει» τη νύφη, το ίδιο δε γινόταν με τη «σκέπη».
Γι' αυτό την ώρα που ο μπράτιμος πήγαινε να δέσει τη σκέπη στο κεφάλι της νύφης εκείνη προσκυνούσε συνέχεια, η σκέπη έπεφτε και ξανάπεφτε, ώσπου ο μπράτιμος αναγκαζόταν να πληρώσει ρίχνοντας χρήματα μέσα στη σκέπη. Η σκέπη ήταν η «καλύπτρα» των αρχαίων που τη χρησιμοποιούσαν κι εκείνοι στους γάμους για να κρύβουν το πρόσωπο της νύφης κι ήταν το σύμβολο της λησμονιάς και της αλλαγής του ψυχικού κόσμου της νύφης που σε λίγο όχι μόνο τους δικούς της θα λησμονούσε μα και τον ίδιο τον εαυτό της θα ξεχνούσε μεταπηδώντας από την κοριτσίστικη ζωή σε αυτή της παντρεμένης γυναίκας.
Γ αυτό και τα κορίτσια γύρω της τραγουδούσαν λυπητερά και μακρόσυρτα:
Βάζοντας τη σκεπίτσα
αλησμονάει τη μάνα,
τη μάνα, τον πατέρα.»

Η σκέπη των χωρικών εκείνης της εποχής δεν ήταν το σημερινό διάφανο πέπλο μα ένα μεγάλο μεταξωτό πολύχρωμο μαντίλι που άφηνε τη νύφη να βλέπει κάπως θαμπά τους ανθρώπους γύρω της, χωρίς εκείνοι να μπορούν να διακρίνουν το πρόσωπο της. Πάνω από τη σκέπη και γύρω από το κεφάλι της έδεναν τα «χρυσά τέλια» που τα 'φερνε ο γαμπρός κι ήταν έτοιμη να αποχαιρετήσει τους δικούς της. Τα προικιά ήταν φορτωμένα στα ζώα. Το άλογο που 'χε φέρει το γαμπρό περίμενε τώρα να δεχτεί την καινούργια του κυρά στην πλάτη του. Η σκηνή του αποχωρισμού ήταν η συγκινητικότερη από όλες. Τα τραγούδια ήταν λυπητερά:
Έβγα μάνα μ' δες τον ήλιο
ήρθε η ώρα για να φύγω
έβγα ιδές και το φεγγάρι
ήρθε νιος για να με πάρει.

Αν η νύφη ήταν από μακρινό χωριό, ο πόνος ήταν μεγαλύτερος. Τα κορίτσια, οι φίλες της νύφης, βλέποντας τη θλίψη και την ταραχή της και θέλοντας να την παρηγορήσουν τραγουδούσαν:
Τριαντάφυλλο της Βενετίας τι στέκεις μαραμένο
μήνα μακριά παντρεύεσαι μην απ’ τη χώρα βγαίνεις
-δε κλαίω πως παντρεύομαι
κι ουδ' απ' τη χώρα βγαίνω
μον΄ κλαίω που χωρίζομαι απ’ τη γλυκιά μου μάνα
απ’ τον καλό πατέρα μου και από τις αδερφές μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: