Translate -TRANSLATE -

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Λουδοβίκος των Ανωγείων : Η ομορφιά σε χρεώνει την ανακάλυψη της




ΜΕ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ

Η ομορφιά σε χρεώνει την ανακάλυψη της

Γράφει ο Λουδοβίκος των Ανωγείων

Ο Κώστας Βιτωρός είχε έντεκα παιδιά και ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, τραχύ πρόσωπο με σπηλαιώδη φωνή. Για μένα υπήρξε δάσκαλος. Αυτός με δίδαξε πως η ομορφιά μάς χρεώνει την ανακάλυψη της. Τα καλοκαίρια καθόταν στο μικρό του μπαλκονάκι, έπινε σκέτο καφέ και κάπνιζε σκέτο «Ασο». «Αυτά» έλεγε «είναι ξηρά τροφή».
Φτωχός, όπως όλοι, στη δεκαετία του '70. Όλα σχεδόν τα παιδιά του έφυγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε ξένες χώρες. Ο μεγάλος του γιος, ο Μανώλης, για πολύ καιρό δεν έστελνε γράμμα. Και ένα βράδυ με πανσέληνο κάθεται και του γράφει:

«Από το μπαλκόνι μια βραδιά
κοίταζα το φεγγάρι
και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατείτε ομάδι.
Καθόρισε μου μια στιγμή,
πες, πες μου ακριβώς
ποιο βράδυ να το κοιτάζομε
κι οι δυο ομάδι το φεγγάρι,
που ίσως αντανάκλαση κείνη την ώρα γίνει,
να ιδούμε ο γεις τον άλλο μας
απάνω στη σελήνη».

Ο αδελφός του έκανε μια πολύ δύσκολη εγχείρηση καρδιάς. Όταν γύρισε στο χωριό, ο Κώστας πήγε να τον δει και του είπε:

«Πήγες στον Άδη, έκαμες
έστω και λίγη ώρα,
για πες μου τώρα πώς περνούν
σ' αυτή τη μαύρη χώρα;».

Η απάντηση του αδελφού:
«Πήγα στον Αδη, μα είχανε
τα μάτια μου δεμένα,
ήτανε πίσσα, σκοτεινά,
δεν γνώρισα κανένα».

Εγώ πήγαινα πολλές φορές τα καλοκαίρια και κουβεντιάζαμε μέχρι αργά το βράδυ. «Να παντρευτώ ή να μην παντρευτώ;» τον ρώτησα μια φορά.
«Όπως και να το κάνεις, θα το μεταγνοιώσεις» μου είπε γελώντας. Κάποια άλλη στιγμή μού λέει: «Γράφεις ωραία τραγούδια, αλλά για την εύκολη ωραιότητα! Γράψε ένα τραγούδι για αυτήν τη γυναίκα».
Και μου δείχνει τη γεροντοκόρη γυναίκα που έπλεκε μια δαντέλα στον ίσκιο της μουριάς: «Αυτή η γυναίκα δεν θέλει να ακούσει ερωτικό λόγο; Ετσι νομίζεις;». Και μια βροχερή του Μάη μού λέει: «Είδες τις πεταλούδες με τα άσπρα φουστανάκια πώς πετούν θλιμμένα ανάμεσα στις αγκινάρες; Μάης και να βρέχει απαγορεύεται. Ή το φεγγάρι πειράξανε ή κάποιο σοφολογικό κέντρο του ουρανού».
Κάποτε, εντελώς ξαφνικά και κόντρα στα έθιμα του χωριού, άφησε μακριά άσπρα μαλλιά. Παραξενεύτηκαν όλοι και το σχολίαζαν στο καφενείο όταν έλειπε. Κάποτε τους έλυσε την απορία:

«Για πένθος τα 'χω τα μαλλιά,
δεν το 'πα σε κανένα,
για τα παιδιά που λείπουνε
τόσο καιρό στα ξένα.
Δεν θα τα κόψω τα μαλλιά,
ούτε τα κουτσουρίζω,
θα πάρω χτένι φίλντισι
να τα συχνοχτενίζω.
Δεν θα τα κόψω τα μαλλιά,
εκτός να 'ρθει η Καλλιώ μου,
να τα χαϊδέψει, να της πω
και το παράπονο μου».

«Το κέντημα»

Σε πανί λευκό κέντημα χρυσό,
σκέψεις ακριβές, μελαγχολικές,
κάθε βελονιά τρύπα στην καρδιά.
Δώσ'μου, δειλινό, το χρώμα της φωθιάς,
να κάψω της καρδιάς τον πόνο τον κρυφό,
τι να θυμηθώ, τι να θυμηθώ...
Παράθυρο ανοιχτό σαν ζωγραφιστό,
κόρη που κεντά άστρα και πουλιά,
πόρτα ανοιχτή μα καρδιά κλειστή,
τι να θυμηθώ, τι να θυμηθώ...

Από το άλμπουμ «Ο Χαΐνης»
ΕΘΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια: