Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Νίκου Αμμανίτη : Το Πάσχα κάποτε

Μεσολόγγι 1953



ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΠΟΤΕ

Ὧρες γλυκὲς τῆς σιωπῆς στὸ ἀπόμερό το σπίτι
ποῦ δὲν τὸ φθάνει ὁ ἀντίλαλος τῆς ἄσχημης ζωῆς…
Αριστ. Καμπάνης*

Tου Νίκου Αμμανίτη

Καθώς ήρθανε πάλιν οι χρονιάρες μέρες και καθώς, έρημος, βαρύς και μόνος, βρίσκεσαι πια στο περιθώριο της ζωής, δεν σου απομένει τίποτα άλλο από το να αφήνεις τη σκέψη σου να βρικολακιάζει στο παρελθόν, ξαναζωντανεύοντας μέρες ευτυχισμένες.
Μπερδεύεις βέβαια χρόνια και ηλικίες, θυμάσαι κάποιες ξεχωριστές γιορτινές ημέρες που πέρασες, τις νοσταλγείς και κάποιο δάκρυ νοτίζει τα μάτια σου, γιατί ξέρεις πως δεν θα έρθουν ποτέ ξανά. Και δακρύζουν τόσο συχνά τα μάτια σου, που όσοι αναίσθητοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα, κάνουν τη διάγνωση πως σίγουρα έχεις «καταρράκτη!»
Ήρθε πάλιν πασχαλιά και εσύ θλιβερό γεροντάκι κάθεσαι και θυμάσαι το «τότε», που ήσουνα ο κακομαθημένος «μπεμπούλης», ένας μπόμπιρας που όλοι λάτρευαν και όλοι χαϊδολογούσαν. Θυμάσαι τις αλάνες που σχημάτιζε η αραιή δόμηση της γειτονιάς, που με την πρώτη ζεστασιά της άνοιξης ντύνονταν με καταπράσινα ταπέτα χλόης.
Επάνω τους άνθιζαν αμέτρητα αγριολούλουδα, όπως πυκνά χαμομήλια που μοσχομύριζαν και κατακόκκινες παπαρούνες που λικνίζονταν σαν μπαλαρίνες απ’ το ανοιξιάτικο αεράκι. Παρέα τους οι κίτρινες αβρές «καμπανούλες», που δεν υπάρχουν πια, και τα μαβιά «μη με λησμόνει», ενώ πολύχρωμες παρδαλές πεταλούδες ερωτολογούσαν πεταρίζοντας.
Έβγαιναν οι γιαγιάδες και μάζευαν χαμομήλι, που το ξέραιναν για να το έχουνε σε ώρα ανάγκης, κι εμείς, τα παλιόπαιδα, παίζαμε κυνηγητό ή κλωτσοβολούσαμε μιαν αυτοσχέδια μπάλα φτιαγμένη με τα χεράκια μας από μια παλιά «καμιζόλα» της μαμάς, παίζοντας «μονότερμα» πάνω στο παραδεισένιο αυτό χαλί. Τα γυμνά από τα κοντά πανταλονάκια μας ποδάρια, πάντα γρατζουνισμένα και χτυπημένα, έρχονταν σε επαφή με τις αμέτρητες τσουκνίδες που φύονταν παντού και μας προκαλούσαν οδυνηρούς κνησμούς.
Και βλέποντας την ταλαιπωρία μας από το τσούξιμο, μερικές γριές μας συμβούλευαν «να κατουρήσουμε τα πόδια μας για να φύγει ο ερεθισμός», πράγμα ανέφικτο, γιατί υπήρχαν τα κορίτσια -η Μιμέλη, η Νίκη, η Μαρίνα, και η Κατερίνα-, που έπαιζαν κουτσό λιγάκι παραπέρα και είχανε κάτι ματάρες «να».
Θυμάμαι τις ετοιμασίες στο δημοτικό σχολείο καθώς πλησίαζε το Πάσχα και μας προετοίμαζαν για τη μεγάλη γιορτή μαθαίνοντάς μας δημοτικούς χορούς. Τραγουδούσαμε «Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι ο Μεχμέτ Αγάς / κει που τρώγαν, κει που πίναν, κει που χόρευαν…» και τραβολογιόμασταν και αλληλοτσαλαπατιόμασταν πιασμένοι χεράκι χεράκι.
Θυμάμαι τα χάρτινα κόκκινα αβγά, τα ντυμένα με μεταξωτό, ριγέ γκοφρέ χαρτί, που κρέμονταν στα ζαχαροπλαστεία τη Μεγάλη Εβδομάδα δημιουργώντας γιορτινή ατμόσφαιρα. Πάντα μου φέρνανε οι θείοι δώρο τέτοιο αβγό, όταν έρχονταν για το πασχαλινό τραπέζωμα. Ήσαν… κούφια, άνοιγαν στη μέση και ήτανε γεμάτα με σοκολατένιες ελιές και απομιμήσεις «χαλικιών» που τρώγονταν.
Μερικά τέτοια αβγά περιείχαν και ένα... κοτοπουλάκι φτιαγμένο από κίτρινο μπαμπάκι. Πολλά σπίτια στη γειτονιά, μονοκατοικίες όλα, αγόραζαν από τη Σαρακοστή ένα ζωντανό αρνάκι, που το πάχαιναν για να το σφάξουνε το Πάσχα. Δένονταν τα παιδιά με το ζωάκι. Γινόταν φίλοι, το κανάκευαν και παίζανε μαζί του. Κι εκείνο, που δεν ήξερε τη μοίρα του, χοροπηδούσε και χαιρόταν. Έτρωγε πρασινάδες από τα χέρια τους και τριβότανε πάνω τους σαν ανταπόδοση στα χάδια.
Μα, ύστερα, τη Μεγάλη Τρίτη, που ερχόταν ο χασάπης με τη μαχαίρα του και τη ματωμένη του ποδιά, γινόταν «θρήνος και οδυρμός». Σπανιότατα, μερικοί ευαίσθητοι νοικοκυραίοι έδιναν χάρη στο μελλοθάνατο, που έπαιρνε προς το παρόν «αναστολή» και τη γλίτωνε προς μεγάλη χαρά των παιδιών, του αρνιού και των λοιπών οικείων.
Σύμφωνα με ένα άγραφο πρόγραμμα, που τηρούσαν απαρεγκλίτως πλούσιες και φτωχές οικογένειες, σχετικό με τις πασχαλιάτικες προετοιμασίες, οι χοντρές δουλειές του σπιτιού, δηλαδή η μπουγάδα, το τρίψιμο στα πατώματα, το καθάρισμα του κήπου και το ασβέστωμα στα πεζούλια του έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου.
Οι πιο παλιές, τότε, ζύμωναν και «Λαζαράκια», νηστίσιμα κουλούρια σε σχήμα ανθρώπου. Τη Μεγάλη Εβδομάδα, όταν ξυπνούσαμε το πρωί, απαγγέλαμε με την τσίμπλα στα μάτια το στιχάκι της ημέρας, όπως «Μεγάλη Δευτέρα - μεγάλη μαχαίρα / Μεγάλη Τρίτη - ο Χριστός εκρίθη» και τα υπόλοιπα, έως το Πάσχα που θα «τρώγαμε το σουβλιστό αρνί…».
Τη Μεγάλη Τρίτη γινόταν το ζύμωμα των τσουρεκιών και των χριστόψωμων με ένα κόκκινο αβγό στο κέντρο. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφανε τα αβγά, το δε Μεγάλο Σάββατο ήταν αφιερωμένο στην κατασκευή και την… κατάποση της μαγειρίτσας τη νύχτα, ύστερα φυσικά από τα μπαμ και μπουμ του «Χριστός Ανέστη».
Μια ιδιαίτερη αλλά και απόλυτα χαρακτηριστική ημέρα ήταν τότε η Μεγάλη Παρασκευή. Ο ραδιοφωνικός σταθμός μετέδιδε αποκλειστικά κλασική μουσική, προς μεγάλη τέρψη των μουσικόφιλων οπαδών της. Οι σημαίες στα κτίρια, τα δημόσια και μη, αλλά και στα σπίτια κυμάτιζαν μεσίστιες μέχρι την «πρώτη Ανάσταση», το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου.
Οι σκοποί στρατιώτες κρατούσαν τα όπλα τους πένθιμα υπό μάλης και ο Δήμος Αθηναίων έντυνε με μαύρα κρέπια τους φανούς στο κέντρο της πρωτεύουσας. Αλλά το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ημέρας το δημιουργούσε η πιτσιρικαρία, που ανέβαινε στα καμπαναριά των εκκλησιών και έκρουε πένθιμα όλη μέρα τις καμπάνες.
ΝΑ

*ΑΡΙΣΤΟΣ ΚΑΜΠΑΝΗΣ

Καταγόταν από τη Σίφνο. Γεννήθηκε στον Α Γιάννη το Ρέντη το 1883. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στο Πειραιά. Διανοούμενος, κορυφαίος κριτικός, δημοσιογράφος, βιογράφος και ιστορικός, εκδότης, μεταφραστής, σχολιαστής, λογοτέχνης, «ιστορικός των ιδεών». Από το 1900 δημοσίευσε ποιήματα και κριτικς σε περιοδικά. Εξέδωσε το φιλολογικό περιοδικό «Πάν» ενώ πολλς μεταφράσεις του από τα Ιταλικά, Γαλλικά και Αρχαία Ελληνικά βγήκαν σε βιβλία. Τα ποιήματά του βγήκαν σε τόμο με τον τίτλο «Προσφορ στν φαιστο». Πολύ γρήγορα εισήλθε στο δημοσιογραφικό χώρο δουλεύοντας άλλοτε ως αρχισυντάκτης, άλλοτε ως απλός αρθρογράφος και άλλοτε ως εκδότης. Συνεργάστηκε με πλήθος εφημερίδων ("Έθνος", "Ελλάς", "Βαλκανικός Ταχυδρόμος") και περιοδικών ("Ακρίτας", "Ηγησώ", "Ηλύσια", "Παναθήναια", "Το Περιοδικόν μας", "Φιλολογικός Νέος Κόσμος"), δημοσιεύοντας χρονογραφήματα, επιφυλλίδες, κριτικές βιβλίου και θεάτρου, αλλά και πρωτότυπα λογοτεχνικά κείμενα. Το 1921 εξέδωσε την εφημερίδα «Πρωτεύουσα» και τα περιοδικά «Ελληνικά Χρονικά» και «Το Νέον Κράτος». Ωστόσο, δεν περιορίστηκε εκεί, καθώς από το 1914 κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως ποιητής, ενώ παράλληλα επιδίδεται σε μεταφράσεις, σε μελέτες κλασσικών φιλοσόφων, αλλά και κριτικές έργων. Τα περισσότερα λογοτεχνικά έργα του βρίσκονται διασκορπισμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Κλείστηκε στο Δημόσιο Ψυχιατρείο στο Δαφνί  (Δρομοκαΐτειο) στις 19 Αυγούστου 1955, όπου πέθανε, ένα χρόνο αργότερα, ύστερα από την περιπέτεια μιας πολιτικής δίκης,  πάμφτωχος και ξεχασμένος.

---
ΩΡΕΣ ΓΛΥΚΕΣ
---

Ὧρες γλυκὲς τῆς σιωπῆς στὸ ἀπόμερό το σπίτι
ποῦ δὲν τὸ φθάνει ὁ ἀντίλαλος τῆς ἄσχημης ζωῆς,
ἐρρέατε ὅπως τὸ νερὸ τῶν ποταμῶν καθάριες
καὶ τὴ σοφὴ γαλήνη σας δὲν τάραξε κανείς.

Τολίγο φῶς ὡς ἔπεφτε στὸ σπίτι μέσα ὡραῖο,
ἐφώτιζε τὴν ὄψι σου τὴν ἄρρωστη, ὢ ἐσύ,
ποῦ ἡ ἐμορφιά σου ἀμάραντη ν’ ἀνθίζῃ θέλω πάντα
καὶ νὰ προσφέρῃ πάντοτε μιὰ νέα ζωὴ κι ‘ αὐγή,

Ὧρες γλυκές, ἀτάραχες στὸ σιωπηλό το σπίτι,
στὸ ἡμίφως σας καὶ τὴν λεπτὴ ὀλίγη σας χαρά,
ξανανθισε ἡ ἀγάπη μου κι ἐσκόρπισε τὸ ἐγώ της
ὡσὰν τραγοῦδι κι ἄρωμα γύρω ἀπὸ μιὰ ὠμορφιὰ

Πηγές

Εφημερίδα ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: