Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Κεντρικά Τζουμέρκα: Αρχέγονη μαγεία







Κεντρικά Τζουμέρκα: Αρχέγονη μαγεία
Κείμενο: Όλγα Χαραμή
Φωτογραφίες: Ηρακλής Μήλας
Βράχια και νερά. Και τα δύο σε υπερθετικό βαθμό. Και τα δύο άοσμα κι όμως εδώ πάνω, λες και μυρίζουν, ένα πράγμα. Τόσο έντονα είναι. Τα Τζουμέρκα φωνάζουν από μακριά περηφάνια και ανυποταξία και σφραγίζουν εντυπωσιακά το τέλος της Πίνδου προς Νότο.


Βρύση με ονοματεπώνυμο: Αρχόντω Βουργαρελίου
Τα Τζουμέρκα είναι βουνά από τα λίγα. Σαν μυώδη κορμιά, όλο νεύρο. Θεόρατοι πύργοι που σε κάνουν ν' ανταριάζεσαι. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Χειμώνα, καλοκαίρι. Να τα κοιτάς κάθε φορά λες και τα βλέπεις πρώτη φορά, σαν χάνος. Να σου κόβεται κι η ανάσα και τα γόνατα κι η λαλιά κι όλα.
Επίσημη ονομασία, Αθαμανικά Ορη. Το βασίλειο των αρχαίων Αθαμανών. Και γύρω τους τα Τζουμερκοχώρια, 47 στο σύνολο, χωρισμένα σε δυο νομούς, Άρτας και Ιωαννίνων. Άραχθος και Αχελώος αγκαλιάζουν τον Νομό Άρτας από δύση και ανατολή. Νότια, ο κάμπος της Άρτας. Βόρεια, τα Γιάννενα και η νότια Πίνδος.

Το μονότοξο γεφύρι της Πλάκας πριν καταστραφεί από την πλυμμύρα
Πηγές, ρυάκια, ποτάμια, χείμαρροι, καταρράκτες, βρύσες. Τρέχουν από παντού, λες κι ο θεός ξέχασε τις βρύσες ανοιχτές. Πρέπει να είναι η πλουσιότερη σε νερά περιοχή της Ελλάδας. Μουδιάζουν χέρια και χείλη ακόμη και Αύγουστο μήνα. Ποτίζουν τη γη τρομακτικά και η βλάστηση πνίγει χωριά, σκεπάζει με μυστικοπάθεια πέτρινα γεφύρια και ερειπωμένους μύλους.
Κι ύστερα οι γυμνές κορυφές ορθώνονται στα 2.000 μέτρα και βάλε. Τα χιόνια εκεί πάνω δεν λιώνουν αν δεν πιάσει κατακαλόκαιρο κι είναι και κάτι σημεία, βόηθα Παναγιά, όπου ο πάγος είναι αιώνιος. Κατολισθήσεις, λιθοπτώσεις, σάρες, χιονοστιβάδες και δεν συμμαζεύεται.


Και να μη διψάς πίνεις απ' τις βρύσες των Μελισσουργών
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα άνθρωποι και ζώα παίρνουν τον κατήφορο το φθινόπωρο. Χουχουλιάζουν στις πεδιάδες, στον κάμπο της Άρτας συνήθως ή στο Ξηρόμερο. Ως κι η αρκούδα αποφεύγει το μεγάλο υψόμετρο. Γύρω απ’ τα απομονωμένα χωριά τριγυρνά. Κι όταν ο χιονιάς τρυπώσει στα σοκάκια βρίσκει μερικές ψυχές μετρημένες στα δάχτυλα.
Τα διάσελα κλείνουν για μέρες καμιά φορά κι οι χειμωνιάτες αμπαρώνονται στα σπίτια τους, το πολύ πολύ μέχρι το καφενείο να φτάσουν με τις παλιοκαιρισμένες κλάπες, να ενώσουν λέξεις και μοναξιές. Καμιά δηλωτή, κάνα πινάκλ, κάνα τσίπουρο να ζεσταθεί το κοκαλάκι ώσπου η αγία άνοιξη να δώσει το σύνθημα, έλατα κι άνθρωποι να τινάξουν από τα πέτα τους το χιόνι, η φύση να αρχίσει να εκρήγνυται και τα νερά να αρχίσουν πάλι να τρέχουν δαιμονισμένα.
Τότε είναι που νερόμυλοι και νεροτριβές μπαίνουν σε λειτουργία λες από μόνοι τους, ανίκανοι να κάνουν αλλιώς, φλοκάτες και στρωσίδια απλώνονται σε κοινή θέα, αλεύρια ζυμώνονται και γίνονται ψωμί και πίτες. Οι νομάδες κτηνοτρόφοι, επιστρέφουν στα οροπέδια κι οι μάστορες ακολουθούν, να φτιάξουν τους σπασμένους σωλήνες και τις μπαταρισμένες σκεπές.
Ο κόσμος στα χωριά πολλαπλασιάζεται. Οι εκπατρισμένοι επιστρέφουν κι άλλη έννοια δεν έχουν από πανηγύρι. Τα τραγούδια μνημονεύουν την ξενιτιά, τον θάνατο, τα κατορθώματα κι οι τελετουργικοί χοροί γίνονται σε κύκλους και σε καγκέλια. Οι πεντατονικές κλίμακες θυμίζουν θρήνο και τα χείλη βεντουζάρουν πάνω στα κλαρίνα μέχρι να στάξουν αίμα.
Στα απομονωμένα χωριά όλα αυτά είναι πιο έντονα. Στα Θεοδώριανα και τους Μελισσουργούς ας πούμε, τα ωραιότερα για εμάς χωριουδάκια των Τζουμέρκων. Σε αρτινό έδαφος γιατί αν πιάσουμε τα Ιωάννινα, αλλάζει το πράγμα. Εκεί μιλά η πέτρα. Στα Τζουμερκοχώρια της Αρτας παλιά, πέτρινα σπίτια δεν υπάρχουν. Έγιναν παρανάλωμα στην κατοχή.


Εκεί που ο δρόμος τελειώνει ξεκινούν οι προειδοποιήσεις: Καλωσήρθατε στους Μελισσουργούς
Ήταν και στο μάτι του κυκλώνα εδώ που τα λέμε, έδρα του ΕΔΕΣ (και γενέτειρα του Ζέρβα) κι οι αντάρτες δυο βήματα πιο πέρα, στα βουνά των Τρικάλων. Η αγγλική αποστολή στα Θεοδώριανα και οι Γερμανοί... παντού.
Υπάρχει καλή διάθεση όμως κι ό,τι χτιστεί στολίζεται με πέτρα και κεραμίδι. Συνήθως. Από το Βουργαρέλι μέχρι την Αγναντα είναι το πιο ανεπτυγμένο κομμάτι. Κυνηγοί και περιπατητές έχουν ανοίξει τον δρόμο. Κάθε χωριό την πλατεία του, τις βρύσες του, τη ρεματιά του με πλατάνια, νερόμυλους, νεροτριβές, γεφύρια.

 Ο Αγ. Γεώργιος στο Βουργαρέλι
Μερικοί ξενώνες, ταβέρνες με πίτες και προβατίνα, δραστηριότητες στη φύση, από rafting και ορειβασία μέχρι μαθήματα παρασκευής ψωμιού και πλύσιμο στη νεροτριβή. Μουσική και τέχνη. Τα πανηγύρια, τα river party, το Tzoumerka Art Festival, διάσημο πια. Το μέλλον είναι όλο δικό τους.
Κόκκινο στο πράσινο 
Έδρα του δήμου, Κεντρικών Τζουμέρκων πλέον, και έδρα για τους επισκέπτες είναι το Βουργαρέλι, ο κεντρικός δρόμος από την Άρτα άλλωστε εκεί οδηγεί. Γύρω στα 60 χλμ. Υψόμετρο 800, από κάτω ο κάμπος κι από πάνω το υπερθέαμα των Τζουμέρκων. Κόκκινες σκεπές μέσα στο ατέλειωτο πράσινο.


Μπορεί οι καταρράκτες των Θεοδώριανων να μην είναι οι μεγαλύτεροι των Τζουμέρκων αλλά είναι οι μοναδικοί που έχουν νερό (πολύ νερό!) όλο το χρόνο
Είναι το πιο ανεπτυγμένο χωριό, με ξενώνες και ταβέρνες και καφενεία και φούρνο και σούπερ μάρκετ. Όλο τον χρόνο ανοιχτά. Όχι τίποτα πολυτέλειες, μα βολεύεσαι. Αντίθετα, δεν έχει βενζινάδικο, ούτε περίπτερο (ανοιχτό). Βενζίνη και τσιγάρα παίρνεις απ' το γειτονικό Αθαμάνιο, λεφτά βγάζεις από την Άρτα ή τα Πράμαντα.
Μόνο εκεί έχει ΑΤΜ. Πάνω από 500 άνθρωποι ζουν μόνιμα εδώ οι οποίοι το καλοκαίρι διπλασιάζονται. Τότε ζωντανεύει κι η τεράστια πλατεία, ένα απίθανο μπαλκόνι με πλατάνια και τον ναό του Αγίου Νικολάου. Τον χειμώνα όλοι κάθονται στα καφενεία του κεντρικού δρόμου ενώ το νερό τρέχει μόνιμα μέσα από τους κρουνούς των βρυσών - η Αρχόντω και η Κρυστάλλω είναι οι διασημότερες.
Προστάτης του Βουργαρελίου είναι ο Αϊ-Γιώργης. Τιμάται στο φροντισμένο μοναστήρι στο ψηλότερο σημείο του χωριού. Εδώ οι οπλαρχηγοί Ρούμελης και Ηπείρου κήρυξαν την επανάσταση στα Τζουμέρκα. Κατανυκτικός ναός με ωραίο τέμπλο και αγιογραφίες μα άλλο είναι το διάσημο αξιοθέατο της περιοχής, η βυζαντινή Κόκκινη Εκκλησία (ή Παναγιά Βελλάς) στον δρόμο προς Άρτα. 
Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της την κάνει να ξεχωρίζει και τα κόκκινα κεραμικά που τη στολίζουν εξωτερικά τη βαφτίζουν. Συνήθως τη βρίσκεις ανοιχτή αλλά οι περισσότερες τοιχογραφίες ίσα που διακρίνονται.
Δυτικά είναι η Κυψέλη, γενέτειρα του μεγάλου φωτογράφου της Αντίστασης Κώστα Μπαλάφα. Με την πρώτη ματιά σκορπιοχώρι δείχνει, οι γειτονιές της κατρακυλούν στην καταπράσινη πλαγιά. Καμιά εκατοστή άνθρωποι μένουν εδώ τον χειμώνα, ίσως και λίγοι παραπάνω.


Με κόκκινα κεραμικά η Κόκκινη Εκκλησιά έξω από το Βουργαρέλι
Μια χαρά αριθμός για να επιβιώσουν τα ταβερνάκια της κεντρικής πλατείας. Τα σπίτια κι εδώ μεικτά, λίγα παλιά, περισσότερα καινούργια. Κι οι άνθρωποι το ίδιο, λίγοι νέοι περισσότεροι γέροντες, με τα καλαμπούρια τους και τις μαγκούρες τους βέβαια, κομπλέ.
Κάπου εκεί είναι και το λαογραφικό μουσείο του Καραλή. Μανιώδης συλλέκτης, έχει μαζέψει της Παναγιάς τα μάτια. Από όπλα και μουσικά όργανα μέχρι υφαντά και κοσμήματα, όλα πολύτιμα τεκμήρια για τη ζωή των Τζουμερκιωτών, μα πού να φανούν. Το παλιό αναστηλωμένο καφενείο είναι υπέροχο, αλλά μια σταλιά, πού να χωρέσει 40 χρόνων μεράκι. Εδώ ο κ. Παντελής δεν χωρά καλά καλά να μπει για να τα δείξει.


Άνοιξη και φθινόπωρο οι ντριστέλες παίρνουν νερό. Το απορρυπαντικό περιττεύει με τέτοια πίεση
Στροφή προς Βορρά. Παράλληλα με την κοιλάδα του Αραχθου. Εκεί κάτω γίνονται διάφορα ενδιαφέροντα... Ιππασία, rafting, πεζοπορίες... Εδώ πάνω εμφανίζονται μικρά, αδιάφορα χωριά: Ράμια, Λεπιανά, Μικροσπηλιά. Δυτικά προς Ανω Γραικικό και Κουκούλια είναι η Παναγιά η Χρυσοσπηλιώτισσα, σε ωραία τοποθεσία. Λένε ότι ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα κι ανακαινίστηκε τον 17ο, λένε και για κρυφό σχολειό και για εμφάνιση της εικόνας σε σπηλιά. Και για ωραίες τοιχογραφίες, μα είναι κλειδωμένη.
Ανατολικά είναι ο Καταρράκτης. Επίσης βάση για τις εξορμήσεις στα Τζουμέρκα και ανερχόμενο θέρετρο. Για πολλούς λόγους. Κατ΄ αρχάς για τους δύο καταρράκτες του. Εκατό μέτρα ύψος έκαστος. Υπερθέαμα. Και... υπεράκουσμα και υπεραίσθημα. Οταν έχουν νερό, βέβαια, έπειτα από βροχή ή την άνοιξη πλέον. Το καλοκαίρι ίσα που στάζουν. Το φθινόπωρο ούτε σταγόνα.


Το παλιό και νέο γεφύρι των Θεοδώριανων στεφανώνουν την Γκούρα. Εκεί κολυμπούν σε αντίθετη πορεία άγριες πέστροφες. Πρώτης τάξεως ψάρεμα!
Εκεί κοντά είναι και το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης. Του 18ου αιώνα, ωραίο και υπό ανακαίνιση. Εκτός από αυτά έχει και εξαιρετική θέση το χωριό. Κάτω από την κορυφή Καταφίδι, κοντά στον χωματόδρομο που οδηγεί στο ορεινό καταφύγιο και κοντά στον Αραχθο. Εχει και την πλατεία του, και τα ταβερνάκια του, και ξενώνα και το φημισμένο δασικό χωριό «Κέδρος».
Καλή η διαμονή, καλό το φαγητό, οι εκδηλώσεις και η παρέα μα εδώ είναι πρώτα από όλα ο σωστός άνθρωπος για δραστηριότητες. Χρήστος Λάμπρης. Οι ορειβάτες ξέρουν... «Τζουμερκολόγος» απ' τους λίγους, φημισμένος ορειβάτης, με πολυτάραχο ορειβατικό βίο που αγγίζει το Εβερεστ... Ότι κι αν του ζητήσεις να κάνεις ή να μάθεις για τη φύση εδώ γύρω σε καλύπτει με το παραπάνω.
Ούτε 10 χιλιόμετρα μακρύτερα είναι τα Αγναντα ή η Αγναντα, όπως το προτιμούν οι ντόπιοι. Κεφαλοχώρι και κάποτε έδρα δήμου. Στη μεγάλη πλατεία που και βρύση με γάργαρο νερό έχει και σκιασμένη από πλατάνια είναι, ως οφείλει, συγκεντρώνονται όλοι μα και μια βόλτα στα δρομάκια της αξίζει.
Εδώ από κάτω, στην κοίτη του Αραχθου, στα 10 χλμ. το πολύ, είναι και το μονότοξο γεφύρι της Πλάκας. Από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων (καμάρα 40μ. άνοιγμα, ύψος 20μ.)! Το κτιριάκι δίπλα του ήταν το τελωνείο όταν το ποτάμι αποτελούσε το σύνορο μεταξύ ελληνικής και τουρκοκρατούμενης Ηπείρου (1881 - 1912) και εκεί το '44 συναντήθηκαν ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και υπέγραψαν το σύμφωνο κατάπαυσης των εχθροπραξιών. Λέμε τώρα...
Ακόμη βορειότερα είναι οι Κτιστάδες. Κτιστάδες και πελεκάνοι κάποτε όλοι του οι κάτοικοι, έφευγαν με τα μπουλούκια προς πάσα κατεύθυνση. Πάλι φεύγουν, για άλλες δουλειές.
Τέλος δρόμου Νο1
Κάπου εδώ ο δρόμος στρέφεται ανατολικά, έτοιμος να κυκλώσει τα Τζουμέρκα. Το δραματικό βουνό Κακαρδίτσα εμφανίζεται. Και μόνο η θέα του φέρνει έναν κόμπο στο λαιμό. Οι βουνολάτρεις ξέρουν τι λέω. Και είναι και οι πινακίδες προς Συρράκο...  20 χλμ. δρόμος. Αλλος «λαιμόκομπος» από 'κει…

 Οι Μελισσουργοί, τέρμα δρόμου, τέρμα Θεού!
Τελευταίο χωριό της διαδρομής, τελευταίο Τζουμερκοχώρι της Αρτας, δηλαδή, είναι οι Μελισσουργοί. Εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο: ο δρόμος κάνει ένα ζιγκ-ζαγκ μπαινοβγαίνοντας στον Νομό Ιωαννίνων, περνά από την Πράμαντα (των Ιωαννίνων) και τερματίζει στο χωριό, κοντά στα σύνορα με τα Τρίκαλα.
Οι Μελισσουργοί δεν συνδέονται οδικά με κανένα άλλο χωριό της Αρτας. Θα μπορούσαν με τα Θεοδώριανα, το άλλο απομακρυσμένο τζουμερκοχώρι στα νότια αλλά ο όγκος των Τζουμέρκων κι ο αυχένας των Μελισσουργών κοντά στα 2.000 μέτρα δεν τα αφήνει να επικοινωνήσουν.
Ένας χωματόδρομος 22 χλμ., όχι κακοτράχαλος, απροσπέλαστος λένε, έχει χαραχθεί, μα αυτό είναι όλο. Με τα πόδια ή με ποδήλατο είναι μαγεία. Πρόσφατα τον διέσχισε μάλιστα ο ποδηλατικός μαραθώνιος Τζουμέρκων. Προς τα εκεί είναι και τα βοσκοτόπια των Μελισσουργών και η πηγή Αγκάθι. Τρέχουν τα νερά στους Μελισσουργούς όλο τον χρόνο. Εμφιαλώνονται κιόλας, «Τζουμέρκα» με το όνομα. Κι έχουν και κάτι καταρράκτες έξω από το χωριό, που πέφτουν λένε από ύψος 100μ...


Περήφανες κορυφές, πυκνή βλάστηση, κόκκινες σκεπές. Αυτά είναι τα χωριά των νότιων Τζουμέρκων. Εδώ, ο Καταρράκτης
Μέσα στο χωριό τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Λίγα σπίτια, ένας καινούργιος ξενώνας, η κάτω πλατεία-γήπεδο στην κυριολεξία, ό,τι πρέπει για το καλοκαιρινό πανηγύρι των 2.000 ανθρώπων. Τέλος, η πάνω πλατεία, η Εθνικής Αντίστασης, με την ωραία εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που ως κι ο γερο-πλάτανος θα σου βάλει χέρι αν δεν καθίσεις. Περικυκλωμένος από βουνά κι από νερά, έχεις απόλυτη συνείδηση του τέλους του δρόμου, της απομόνωσης.
Απίθανη ατμόσφαιρα και καμιά 20αριά άνθρωποι τον χειμώνα που έχουν να λένε ιστορίες απ' τις λίγες. Αρκούδες και λύκοι είναι συχνά πρωταγωνιστές. Και τα ευτράπελα όμως που προκαλούνται από τη θέση του χωριού δεν έχουν όμοιο. Οπως τότε που το εκχιονιστικό (των Ιωαννίνων) άνοιξε τον δρόμο ως τα Πράμαντα αφήνοντας τους Μελισσουργούς αποκλεισμένους. Εκοψαν κι εκείνοι την παροχή νερού για αντίποινα!
Τέλος δρόμου Νο2
Στα Θεοδώριανα λοιπόν όλοι έρχονται από Βουργαρέλι - Αθαμάνιο. Μεγάλο χωριό και το Αθαμάνιο που δεν του λείπει τίποτα, σκορπισμένο στην οργιαστική βλάστηση. Μετά, ο δρόμος ανηφορίζει για τα Θεοδώριανα. 16 συγκλονιστικά χιλιόμετρα. Οι πύργοι των Τζουμέρκων από πάνω, ο κάμπος από κάτω. Το βλέμμα φτάνει ως τον Αμβρακικό.
Θρυλικό πέρασμα το διάσελο του Σταυρού στα 1.440 μ.. Πρώτον γιατί το χειμώνα κρατά με τους τόνους το χιόνι και αποκλείει το χωριό. Δεύτερον, γιατί εδώ θεωρείται ότι έστησε έναν ξύλινο σταυρό ο Πατροκοσμάς και τρίτον γιατί εδώ συγκρούστηκαν οι ντόπιοι με τους Τούρκους και το 1883 με τους μεγαλοτσιφλικάδες διεκδικώντας το περίφημο οροπέδιο της Κωστηλάτας. Εδώ κοντά είναι και το πάρκο χειμερινών δραστηριοτήτων. Ελκηθρο, snowmobile, λίγο σκι. Καλά είναι.


Ο κ. Παντελής Καραλής στο Λαογραφικό Μουσείο της Κυψέλης
Βουνά, βουνά, βουνά. Επιβλητικά κι αξέχαστα. Από εδώ το Καταφίδι, η ψηλότερη κορυφή στα 2.393 μ. (Πυραμίδα για τους ντόπιους), από την άλλη τα βουνά των Τρικάλων - ο Ασπροπόταμος είναι πίσω από τον Κριάκουρα. Κάτω από αυτό το ορεινό υπερθέαμα κουρνιάζουν τα Θεοδώριανα. Δύσκολο να μην τα λατρέψεις. Κτισμένα σφιχτά σαν να αγκαλιάζονται, στα 950 μ. περίπου, λες κι είναι μόνα στην άκρη του κόσμου.
Οι κάτοικοι τον χειμώνα δεν ξεπερνούν τους 20, το καλοκαίρι όμως αγγίζουν τους 2.000. Λατρεία όχι αστεία. Εχουν διπλή ζωή, λένε, κι αυτοί, σαν τους βλάχους στα βοσκοτόπια από πάνω. Βλάχους λένε τους νομάδες κτηνοτρόφους. 15.000 πρόβατα κρέμονται σαν κατσίκια από τα βράχια. Ενεργή κτηνοτροφία. Και μπόλικο γάλα με το οποίο φτιάχνουν τσαλαφούτι, κάτι σαν ξύγαλο, ας πούμε.
Τα 5.000 βόσκουν στο πολυτραγουδισμένο αλπικό οροπέδιο της Κωστηλάτας. Μεγάλη ιστορία για τους ντόπιους λόγω των τσιφλικάδων που το αγόρασαν από τους Τούρκους και τις μάχες που δόθηκαν μετά για να καταλήξει στα χέρια του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού– γι΄ αυτό και ο τοπικός ομώνυμος χορός, ο διπλοκάγκελος.
«Κωστηλάτα» λένε και το νερό που εμφιαλώνεται εδώ δίνοντας παράλληλα λόγο και σε δυο ανθρώπους παραπάνω να μείνουν στο χωριό. Είναι απ' την ομώνυμη πηγή. Τη μία από τις 50 και βάλε, δηλαδή, που αναβλύζουν γύρω τους και υδροδοτούν δεκάδες χωριά. Τα Θεοδώριανα, με λίγα λόγια, είναι η πρωτεύουσα του νερού.
Πίνεις άφοβα, απ' όπου θες. Τρέχει μέχρι κι απ’ τα ντουβάρια. Κι είναι κι απ' τα καλύτερα νερά της Ευρώπης, λένε. Οι ντόπιοι τα διαχωρίζουν σε ζεστά και κρύα και το καλοκαίρι βουτούν κιόλας- στην Γκούρα, στο γεφύρι στην έξοδο του χωριού, και στο ρέμα «του Μαρκς» που σχηματίζει βάθρες. Για τον ξένο όλα είναι μπούζι.

 Ο Δ. Παπατάτσης εκτελεί χρέη (και) μυλωνά στα Θεοδώριανα
Παντού σχηματίζονται καταρράκτες αλλά εκείνοι της Σούδας ξεχωρίζουν. Είναι πάνω από το χωριό και έχουν 25 μέτρα ύψος. 15 λεπτά διαρκεί το μονοπάτι ως εκεί αλλά με τόσα τρεχούμενα νερά θέλει προσοχή κι ας το φτιάχνουν κάθε χρόνο οι «Ορεινοί». Είναι αυτοί που χαλάνε τον κόσμο κάθε φορά που τα υδροηλεκτρικά βλέμματα στραφούν στο χωριό. Κι αυτοί που ξέρουν τα βουνά σαν την παλάμη τους κι έχουν κάνει τις συγκλονιστικές πεζοπορικές διαδρομές στην Πυραμίδα και τον Κριάκουρα, Παγκράτι – Κολιάτσου.
Στο χωριό υπάρχουν και νερόμυλοι – νεροτριβές βέβαια. Ο νέος στην είσοδο, ο παλιός, στην έξοδο. Αυτόν μαστορεύει ο παπα-Θωμάς, έχει βαλθεί να τον ξαναφτιάξει. Αλλη μεγάλη ιστορία των Θεοδώριανων και τούτος. Πολυπράγμων, ολοζώντανος, γλεντζές, στα 90 του... Νερό πίνουν όλοι στο όνομά του - τι άλλο;
Άμα κάτσεις σε κάνα καφενείο θα στα πουν. Όρεξη να 'χεις κι η παρέα είναι καλή απ' όσα άτομα κι αν αποτελείται. Ένα... χούι έχει μόνο. Σε παρακινεί συνέχεια να πιεις. Όχι τσίπουρο κι ας το 'χουν και τούτο μπόλικο. Νεράκι μόνο. Με τις χούφτες και κατευθείαν από το ποτάμι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: