Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ : 14 ΜΙΝΙ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ





14 ΜΙΝΙ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΑΝΟ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

«ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΝΩΡΙΣΑ, ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣΑ...»

ΑΛΕΚ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ:  Ήταν συμπαθητικός, γενναιόδωρος και πανέξυπνος. Είχε αληθινή ποιητική συνείδηση και μεγάλη συγκρότηση και συμπύκνωση στο στυλ της γραφής του. Γίναμε γρήγορα φίλοι και η φιλία μας κράτησε μέχρι το τέλος, αν και τόσο η διασημότητα όσο και η απόσταση δυσκολεύουν την επικοινωνία των φίλων. Έδινε μεγάλη σημασία στην προβολή και υπήρξαν στιγμές που ήταν πραγματικός clown ή επιδειξίας. Μου ζήτησε να γνωρίσει τον Μπρετόν, αλλά το απέφευγα συνέχεια γιατί φοβόμουν - μπορούσε να τον τρομάξει με τη συμπεριφορά του.
ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ:  Είχε πολλές αντιφάσεις. Ήταν πολύ ψυχρός αλλά με μεγάλη ψυχή και το έργο του ήταν τερατώδες αλλά με μεγάλη ευαισθησία. Έμοιαζε με φάντασμα. Ή με γκάνγκστερ. Γνωριστήκαμε σε ένα μπαρ στο Παρίσι. Είχαμε γράψει και οι δυο ένα κείμενο για ένα κοινό φίλο ζωγράφο, τον Γκίαρ Λοφ. Του μίλησα για την αγάπη μου για τους μπίτνικ ποιητές και τον ενθουσιασμό που δείχνουν για τα πράγματα και τη ζωή. «Για ποιον ενθουσιασμό μου μιλάς;» με αποστόμωσε!
ΛΩΡΕΝΣ ΝΤΑΡΡΕΛ: Με μύησε στην αγγλική ποίηση του '30 και σε όλους τους σημαντικούς συγγραφείς όπως τον Ντυλαν Τόμας και τον Στήβεν Σπέντερ. Ήταν πολύ συμπαθητικός και είχε πολύ χιούμορ. Μικρόσωμος, γεροδεμένος και με απίστευτη ενέργεια και όρεξη για ζωή. Εγώ ήμουν 18 και αυτός 26. Ήταν πάντα παρών και έτοιμος να με βοηθήσει και να με μυήσει στη λογοτεχνία. Έτσι ήταν όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς της δεκαετίας του '40. Αυτό άλλαξε στη δεκαετία του '50 και του '60 που οι περισσότεροι κλείστηκαν στο καβούκι τους και άρχισαν οι αλαζονείες και οι μεγάλοι ανταγωνισμοί.
ΧΕΝΡΥ ΜΙΛΛΕΡ: Η φυσιογνωμία του δεν σου έκανε καμία ιδιαίτερη εντύπωση. Έμοιαζε με μεσήλικα Αμερικανό τουρίστα. Γνωριστήκαμε μετά μια παράσταση ενός θεατρικού έργου δικού μου, στο Παρίσι, το 1940. Είχα δανειστεί το τέλος του έργου από το βιβλίο του Μίλλερ «Sexus» και παρ' όλο που δεν μπόρεσε ο ίδιος να παρευρεθεί στην πρεμιέρα μου έκανε πολύ καλή κριτική.
Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ: Ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η πιο διαφορετική φυσιογνωμία από όλους τους ποιητές που έχω γνωρίσει. Γνωριστήκαμε στο Λονδίνο, σε δείπνο στο σπίτι του -που είχε οργανώσει ο Στήβεν Σπέντερ, το 1945. Ήμουν μόλις 23 ετών και κρατούσα στα χέρια μου τη μετάφραση που είχα κάνει στον Σεφέρη. Ο Ελιοτ φορούσε μπλε κοστούμι, μπλε πουκάμισο, μπλε γραβάτα που ταίριαζε με το βαθύ μπλε των ματιών του. Ήταν στιβαρός και αυστηρός. Επιβλητική φυσιογνωμία, πανύψηλος και πάντα δανδής. «Είστε ο δεύτερος Έλληνας που γνωρίζω από κοντά» μου είπε με στεντόρεια φωνή. «Ποιος είναι ο πρώτος;» τον ρώτησα. «Ο Βασιλεύς των Ελλήνων!». Ο Γεώργιος ζούσε τότε εξόριστος στην Ελβετία. Κατάλαβα ότι μου έκανε πλάκα. «O Γεώργιος δεν έχει ούτε μία σταγόνα αίμα ελληνικό. Άρα εγώ είμαι ο πρώτος» του απάντησα και λυθήκαμε στα γέλια. Έσπασε ο πάγος και το βράδυ κύλησε ομαλά.
ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ: Πολύ πριν γνωριστούμε από κοντά είχαμε αλληλογραφία γιατί ήμουν ο μεταφραστής του στην Ελλάδα. Τον συνάντησα τυχαία, το 1965, στο Σύνταγμα! Έπινα καφέ με μία φίλη, την Τζίνα Ραξέφσκι, και ξαφνικά περνάει από μπροστά μου ο Πάουντ με τη γυναίκα του. Τον αναγνώρισα αμέσως και μόλις τον πλησιάσαμε μάς κοίταξε σαν υποψήφιους δολοφόνους! Φοβόταν ότι θα τον δολοφονούσαν οι Ισραηλινοί, επειδή ήταν διάσημος αντισημίτης και κρυβόταν από τους πάντες και τα πάντα.
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ: Ακροβατούσε πάντα μεταξύ σοβαρού και αστείου. Ήταν πολύ μυστηριώδης, αλλά και πλακατζής και έκανε συχνά φάρσες στον Ελύτη που τον πείραζε για το επίθετο του που το είχε αλλάξει -έχοντας επηρεαστεί από τον Ελυάρ. Βρισκόμασταν πάντα στο καφενείο του Λουμίδη με πολλούς παράφρονες και τρελούς που μαζεύονταν γύρω του δίνοντας υλικό για σχόλια και πειράγματα. Ήταν δανδής και ταυτόχρονα έφτιαχνε τα ποιήματα και τους στίχους με τη μεγαλύτερη απλότητα και ευκολία και απλά τα «πετούσε» ανάμεσα μας σαν πυροτεχνήματα. Μπορούσε να απαγγείλει απέξω ποιήματα και ποιήματα χωρίς σταμάτημα και κάπως έτσι πρωτοακούσαμε όλοι την «Αμοργό» αλλά και αποσπάσματα από τον «Ιππότη και το θάνατο». Μοιάζει σαν να μην έπαιρνε τον εαυτό του στα σοβαρά και με τα χρόνια να άφησε το  ταλέντο του να κυλήσει και να χαθεί γράφοντας μόνο στίχους για τραγούδια.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: Σε αντίθεση με τον Γκάτσο ο Ελύτης έμοιαζε να παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά και είχε πάντα γερά θεμελιωμένες απόψεις σε ό,τι πίστευε. Ήταν ευσυνείδητος, οργανωμένος και ταγμένος στη δουλειά του. Ήταν νάρκισσος και εγωκεντρικός, είχε όμως μεγάλη «ποιητική γενναιοδωρία» και βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: Πέρα από τρανός ποιητής είχε ίσως και τη μεγαλύτερη κριτική ικανότητα για τα πάντα. Είχε εκφραστικότητα και στυλ σε ό,τι έλεγε και ό,τι έγραφε. Έκανε την πρώτη και την καλύτερη εισαγωγή στον Μοντερνισμό. Ήταν φιλικός και υποστηρικτικός. Δυστυχώς η φιλία μου με τον Εμπειρίκο μας απομάκρυνε. Στράφηκε προς τον Σαββίδη και τον  Αργυρίου που ήταν αντίπαλοι μας και επικριτές μας και έτσι χαθήκαμε προς το τέλος...
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν ήξερα ποιος ήταν. Με σύστησε ο Γκάτσος και ο Ελύτης στο «Μπραζίλιαν», τον καιρό της Κατοχής. Η πραγματική φιλία μας όμως άρχισε στα μέσα του '50 με την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Ήταν ενθουσιώδης και υποστηρικτικός απέναντι στο περιοδικό «Πάλι» - σε αντίθεση με τον Ελύτη που το σνόμπαρε και το θεωρούσε underground. Ο Εγγονόπουλος μπορούσε να παραδοξολογεί και να «ξεφεύγει» σε ατελείωτους μονολόγους χωρίς να αφήνει ποτέ την προσοχή σου να αποσπάται από τίποτε. Κάποτε με κάλεσε στο ατελιέ του. Στη βιβλιοθήκη του είχε ένα παχύ στρώμα σκόνης. «Τι είναι αυτή η σκόνη» τον ρώτησα. «Α! Η σκόνη είναι Ιερή!» μου απάντησε με χαμόγελο.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: Ίσως είναι ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ! Από το στόμα του δεν βγήκε ουδέποτε μία αρνητική κουβέντα για κάποιον. Ήξερε όμως να ξεχωρίζει το πραγματικό ταλέντο και την αληθινή ποίηση. Μαζευόμασταν σπίτι του και διαβάζαμε ποιήματα και κείμενα. Εκεί πρωτοάκουσα την «Αμοργό» του Γκάτσου και το «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου. Μας έλεγε τη γνώμη του και μας καθοδηγούσε. Ήταν μία «Νερομάνα»: Μία ατελείωτη πηγή ενέργειας που έφτιαχνε και έδινε πράγματα χωρίς σταματημό.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: Πολύ γενναιόδωρος και πολύ συμπαθητικός, όπως ο Εμπειρίκος και λάτρης της Προφορικής Παράδοσης, όπως ο Εγγονόπουλος. Αν σε συναντούσε στο δρόμο δεν σε άφηνε να φύγεις. Σου μιλούσε για χίλια δυο και είχε θεωρίες και γνώσεις για τα πάντα. Τον γνώρισα στο εστιατόριο «Ο Βασίλης», στη Βουκουρεστίου, το 1940. Μείναμε φίλοι μέχρι το τέλος. Μού είχε διαβάσει αποσπάσματα από το «Νέο Μινιόν» που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Το στυλ αυτό «αντέγραψε» ο Ταχτσής στα βιβλία του: τον μονόλογο της μικροαστικής Αθηναίας που έχει καχυποψίες και εξομολογείται τη ζωή της. Έμαθε πολλά πράγματα στον Ταχτσή, παρ' όλο που ο Ταχτσής δεν θα παραδεχόταν ποτέ μια που δεν του άρεσε να έχει μέντορες και δασκάλους.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ: Σε πρώτη γνωριμία ήταν εριστικός, αλλά απέναντι στους φίλους του ήταν γλυκός και τρυφερός. Ήξερε ότι δεν μας ενδιέφερε να κάνουμε καριέρα στα Γράμματα, αλλά να προσπαθήσουμε να αφήσουμε κάτι σημαντικό και άξιο πίσω μας και αυτό το εκτιμούσε πολύ, παρ' όλο που δεν είχε σχέση με τον Υπερρεαλισμό. Μας βοήθησε πολύ στην έκδοση του περιοδικού «ΠΑΛΙ». Είχε μεγάλο ταλέντο και ευκολία στο να εκφράζεται και ήταν περιπετειώδης και ριψοκίνδυνος τολμώντας να κάνει πράγματα που δεν έκανε κανείς. Τα ταξίδια του στην Αυστραλία, στην Αμερική και στη Σιγκαπούρη τον πλούτισαν με υλικό. Ήταν επιδειξίας και πίστευε ότι κατείχε το μυστικό της ζωής. Μπορεί και να 'ταν έτσι, ποιος ξέρει;
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: Τον ανακάλυψα στην Κατοχή. Ήταν άγνωστος. Με έστειλαν από την Αντιστασιακή Οργάνωση του Πανεπιστημίου να συναντήσω έναν νέο που δούλευε στο Ναυτικό Νοσοκομείο και ήθελε να μπει στην ομάδα μας. Εκείνος ήταν 18 χρόνων κι εγώ 20. Περπατήσαμε ώρα πολλή, μου είπε πως αγαπάει την ποίηση και παίζει μουσική. Του πρότεινα να έρθει μέχρι το σπίτι και να παίξει σε ένα ξεκούρδιστο πιάνο που είχα στο ισόγειο. Άρχισε να αυτοσχεδιάζει και μαγεύτηκα. Κάλεσα την επόμενη μέρα τον Ελύτη και τον Γκάτσο. Ο Χατζιδάκις μπήκε αμέσως στην παρέα μας. Δεν παραδέχτηκε ποτέ, ούτε στην αυτοβιογραφία του, ότι εγώ τον ανακάλυψα, το αναφέρει όμως ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά».
GK/Ιανουάριος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: