Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Νάνος Βαλαωρίτης : Ο τελευταίος της γενιάς των μπίτνικ





Νάνος Βαλαωρίτης
Ο τελευταίος της γενιάς των μπίτνικ
Ποιητής και συγγραφέας που εκπροσώπησε τα Ελληνικά Γράμματα σε Ευρώπη και Αμερική, έχοντας συναντήσει προσωπικότητες από τον Τ. Σ. Ελιοτ ως τον Ουίλιαμ Μπάροουζ. Ο Νάνος Βαλαωρίτης κοιτάζει πια τον κόσμο μέσα από τα σοφά ενενήντα του χρόνια.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΙΟ ΡΟΥΣΟΧΑΤΖΑΚΗ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΤΑΡΔΗΣ

Όλη η ζωή του είναι εδώ, στοιβαγμένη σε χαρτιά, βιβλία, περιοδικά, DVD, σουβενίρ και διακοσμητικά απ' όλο τον κόσμο, πίνακες, φωτογραφίες, ζωγραφιές της κόρης του και της γυναίκας του και σημειώματα post-it με ραντεβού και λίστες για τις επόμενες μέρες. Κι όμως: παρ' όλο που το σπίτι της Πατριάρχου Ιωακείμ υπήρξε πάντα η βάση του, ο Νάνος Βαλαωρίτης ταξίδεψε πολύ και έζησε κομμάτια της ζωής του σε όλη τη Γη, σημαδεύοντας με πεζά, ποιήματα, κολάζ και αυτοβιογραφικά κείμενα πολλές χώρες - μέσα από διαλέξεις, βιβλία, περιοδικά και μαθήματα Δημιουργικής Γραφής.

 Σε οικογενειακή φωτογραφία ανάμεσα στους γονείς του, στη Γερμανία, όταν ήταν δυο ετών. 
 Ξεκινώντας από τη Λωζάννη και τη Γερμανία του 1920, πέρασε από το μεταπολεμικό Λονδίνο, το Παρίσι των υπερρεαλιστών, τις Σπέτσες του 1960, το Σαν Φρανσίσκο των μπίτνικ και την Αθήνα, τη δική του Αθήνα όπου έζησε μαζεύοντας κοντά του όλη τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική αφρόκρεμα της εποχής. Και η Μαδουρή; Το δικό του προσωπικό καταφύγιο; Το δικό του νησί; Ήξερα ότι η οικογένεια του είχε δύο νησιά. Τη Σπετσοπούλα και τη Μαδουρή.

«Η Σπετσοπούλα ανήκε στον πατέρα της μητέρας μου, του Γιάννη Λεωνίδα. Πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια εκεί Ο παππούς είχε αγοράσει από πολλούς Σπετσιώτες όλα τα κτήματα του μικρού νησιού και έτσι το νησάκι έγινε δικό του. Έφτιαξε μια βίλα και το καλλιεργούσε μόνος του. Ο ξάδερφος μου το κληρονόμησε από τον παππού, αλλά στην Κατοχή λεηλατήθηκε από τους Ιταλούς και έμεινε ερείπιο. Ήταν θλιβερό να το βλέπεις. Τελικά το αγόρασε ο Νιάρχος. Έκανε ανακαινίσεις, ξαναέφτιαξε το σπίτι όπως ήταν και τώρα είναι παράδεισος. Από το αεροπλάνο που το βλέπω είναι κατάφυτο και όμορφο. Η ειρωνεία είναι πως όλες οι Σπέτσες είναι καμένες από πυρκαγιές, ενώ δίπλα, η Σπετσοπούλα, είναι όλη καταπράσινη. Στη Σπετσοπούλα κάναμε διακοπές Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο. Σεπτέμβριο πηγαίναμε στο άλλο νησάκι, τη Μαδουρή, που είναι απέναντι από το Νυδρί. Αυτό ανήκε στην οικογένεια από το 1812- ήταν αγορασμένο από τους Ιταλούς. Ο γιος μου που είναι αρχιτέκτονας το ανακαίνισε εκ βάθρων. Έρχεται από τη Νέα Υόρκη κάθε καλοκαίρι, έρχεται και η κόρη μου από την Ελβετία και κάνουν διακοπές εκεί».

                               Παρέα με τους Αλαν Ρος (του London Magazine) και Ανδρέα Εμπειρίκο, το 1965.
 
Οι απαρχές του πάθους
«Η καλύτερη μέρα του καλοκαιριού» και οι διακοπές στη Σπετσοπούλα ήταν το θέμα της έκθεσης που διάλεξε ο μικρός Νάνος Βαλαωρίτης το 1932 για να γράψει με μαεστρία, και ο δάσκαλος του εκείνη την εποχή - ο μεγάλος Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος- τον ξεχώρισε και τον παρότρυνε να δοθεί με πάθος στη γραφή. «Ήταν ο μέντοράς μου. Αυτός μου μετέδωσε την αγάπη για τη λογοτεχνία. Στα 14 όμως ανακάλυψα τον Καβάφη και αυτό μού άνοιξε καινούργιους ορίζοντες. Ήταν μια αποκάλυψη!»
Αποκάλυψη ήταν και τα γραπτά του Αντρέ Μπρετόν που ο Βαλαωρίτης ανακάλυψε στο βιβλιοπωλείο του Κάουφμαν το 1939. «Όλο το κίνημα των Υπερρεαλιστών με είχε μαγέψει. Ο Μπρετόν ήταν μύθος για μένα. Ένας ημίθεος με τεράστια επιρροή στην Ελλάδα του 1930. Γνωρίζαμε για τον Νταλί, τον Ελυάρ, τον Μιρό από τις συλλογές που είχε στην κατοχή του ο Ανδρέας Εμπειρίκος - που είχε άλλωστε επαφές με τους σουρεαλιστές από το 1920».
Ο Μπρετόν ήταν ένας μύθος που η Μοίρα έφερε πρόσωπο με πρόσωπο μπροστά στον νεαρό Νάνο Βαλαωρίτη, στο Παρίσι της δεκαετίας του' 50, μαζί με τον έρωτα της ζωής του, τη Μαρί Ουίλσον. Η Μαρί, εκκεντρική Αμερικάνα ζωγράφος, ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους Γάλλους υπερρεαλιστές και στον Έλληνα ποιητή. «Έφτασα στο Παρίσι το 1954. Μέσα σε μια παρέα ήταν και η όμορφη Μαρί, που είχε φτάσει εκεί δύο χρόνια πριν. Την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα».

 Με τη σύζυγο του Μαρί Ουίλσον γνωρίστηκαν στο Παρίσι το 1954 
και έχουν περάσει το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί. 


Σήμερα, 54 χρόνια μετά είναι ακόμη μαζί. «Είναι περίπλοκο να μοιράζεσαι τη ζωή σου με έναν άνθρωπο. Ευτυχώς η Μαρί είναι καλλιτέχνης κι έτσι έχουμε κοινές αναφορές, έχουμε συνδεθεί μέσα από την Τέχνη. Από το Παρίσι, στην Ελλάδα και μετά στην Αμερική, και πίσω ξανά στην Ελλάδα. Έχουμε ζήσει αρκετές δυσκολίες. Τα πρώτα χρονιά στην Αμερική δεν είχα μεγάλο μισθό, δούλευα στο Πανεπιστήμιο και έτρεχα όλη μέρα. Γεννήθηκαν τα παιδιά, οι ευθύνες μεγάλωσαν και μέχρι τη Μεταπολίτευση και την επιστροφή εδώ ο αγώνας ήταν μεγάλος. Μας ένωσε και μας ενώνει ο δεσμός του Υπερρεαλισμού. Της είχα και της έχω τεράστια αδυναμία και θαυμασμό και αγάπη και αυτό μας κρατούσε πάντα ενωμένους. Ακόμη και σήμερα που έχουμε μεγαλώσει και οι δυο και έχουμε ο καθένας τα δικά του προβλήματα, προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα μαζί. Εκείνη δεν μπορεί να περπατήσει καλά, θα ήθελε να επιστρέψει στη χώρα της, αλλά και οι δυο ξέρουμε πως αυτό είναι αδύνατο. Έπειτα από μια ηλικία τα ταξίδια τα ξεχνάς! Άλλωστε, αν το καλοσκεφτείς είναι απίστευτο το πώς, ακόμη και στατιστικά, επιβίωσα ύστερα από τόσο πολλά ταξίδια... θα μπορούσα να έχω σκοτωθεί από το πρώτο ταξίδι με αεροπλάνο στη διαδρομή Μαρόκο - Λονδίνο, μέσα στον Πόλεμο, που οι Γερμανοί θα το κατέρριπταν με ευκολία, όπως έκαναν με πολλά αεροπλάνα εκείνη την εποχή!
Η αλήθεια είναι πως τα ταξίδια τα έχει στο αίμα του. Γεννημένος στη Λωζάννη, έφυγε με την οικογένεια του για τη Γερμανία μόλις τεσσάρων μηνών, παρ' όλο που οι προγονοί του έζησαν σ' αυτή τη γειτονιά που ζει και ο ίδιος τώρα, στο Κολωνάκι.

 Ο ποιητής στα χρόνια της Αμερικής (δεκαετία του 70)



Ανακαλύπτοντας την ποίηση
«Όταν ήμουν παιδί ζούσαμε σε ένα τρίπατο σπίτι που έβλεπε στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας. Το ισόγειο ήταν μεγάλο, οι άντρες υπηρέτες είχαν τα δωμάτια τους και οι υπηρέτριες ζούσαν στον τρίτο όροφο που είχα κι εγώ το δωμάτιο μου. Στο δεύτερο όροφο ζούσαν η μητέρα μου, η θεία μου και η γιαγιά μου. Ο παππούς μου, ο Ιωάννης Βαλαωρίτης, ήταν διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας και μαζί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο δούλεψαν για την ανάκτηση των ελληνικών νησιών από τους Τούρκους, μετά τον Πόλεμο του 1912-1913. Ο πατέρας του ήταν ο γιος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, του Εθνικού Ρομαντικού ποιητή του 19ου αι., που ήταν και ο πρώτος ποιητής που εκφράστηκε ολοκληρωμένα στη Δημοτική. Η γιαγιά μου καταγόταν από μια οικογένεια Φαναριωτών που κατάφερε να αποδράσει από τους Τούρκους, το 1821, και ο θείος μου, ο Αριστείδης Δαμαλάς, ήταν πρώην σύζυγος της Ισιδώρας Ντάνκαν...»
Θα χρειαζόταν ένας πραγματικά παθιασμένος βιογράφος για να φτιάξει το απίστευτο γενεαλογικό δέντρο του Νάνου Βαλαωρίτη, ένας βιογράφος με αμέτρητους βοηθούς που θα τολμούσαν να βάλουν σε τάξη το τεράστιο αρχείο που απλώνεται και σκεπάζει όλους τους τοίχους και τα πατώματα του σπιτιού. Ανάμεσα στις στοίβες με τα βιβλία ξεπροβάλλει το βλέμμα του Εντγκαρ Αλαν Πόε και λίγο πιο πέρα η ρομαντική όψη του Διονυσίου Σολωμού. Τα πορτρέτα αυτά μοιάζει να έχουν φυτρώσει και ριζώσει σ' αυτή τη θέση -πόσα χρόνια όμως να βρίσκονται εκεί, αφού η ζωή του ποιητή μοιράστηκε on the road  σε ποιητική και καλλιτεχνική αναζήτηση της έμπνευσης και όσων συγγραφέων αγάπησε από μικρή ηλικία μέχρι σήμερα;
«Τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Κατσίμπαλη και τον Αντωνίου τους γνώρισα στο καφενείο του Λουμίδη που με πήγε ο Καραντώνης, από τα Νέα Γράμματα. Ήταν όλοι τους πολύ ζεστοί μαζί μου και με αγκάλιασαν από την αρχή.  Ο Σεφέρης ήταν αυτός που με συμβούλευε στην ποίηση. Τον καιρό της Κατοχής βγήκαν αριστουργήματα. Έτσι γράφτηκαν η "Αμοργός" του Γκάτσου και το "Μπολιβάρ "του Εγγονόπουλου. Έξω ήταν πόλεμος και κόλαση και εμείς χανόμασταν με τον υπαρξισμό, τον Λόρκα και τους σουρεαλιστές. Οι συναντήσεις στο σπίτι του Εμπειρίκου κρατούσαν ώρες ατελείωτες. Ο Ελύτης έγραφε τα ποιήματα για τη συλλογή Ήλιος ο Πρώτος κι εγώ έγραφα ποιήματα σκοτεινά, μέσα στον τρόμο. Αργότερα, όταν γνώρισα τον Περέ, στη Γαλλία, η ποίησή μου άλλαξε. Ο Περέ με βοήθησε να μην πέφτω στον κυνισμό της αρνητικότητας και να κρατώ το κεφάλι ψηλά, ακόμη κι αν πιστεύω σε αξίες που ξέρω ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν ποτέ, ακόμα κι αν αυτό που υπηρετώ είναι κατά λάθος ουτοπικό...»

 Σε ηλικία 16 ετών στη Φτέρη, ανάμεσα στους Νίκο Καρβουνη και Νίκο Κυριαζίδη
 Το 1944 φεύγει για την Αίγυπτο και από κει στο Λονδίνο. Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Σεφέρη και του Ελύτη του φέρνουν αναγνώριση και επίσης τον φέρνουν σε επαφή με τον Στήλεν Σπέντερ, την Ηντιθ Σίτγουελ και τον Τ. Σ. Ελιοτ. Ο Βαλαωρίτης εξήγαγε τη μοντέρνα ελληνική ποίηση στο εξωτερικό, στρέφοντας το ενδιαφέρον στον Σεφέρη και τον Ελύτη μέχρι να έρθει το Νομπέλ, που απονεμήθηκε και στους δύο ποιητές. Μετά την παραμονή του στο Παρίσι και τη γνωριμία του με την παρέα των Υπερρεαλιστών αλλά και με τη Μαρί Ουίλσον επιστρέφει στην Ελλάδα όπου ξεκινάει την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «ΠΑΛΙ», από το 1963 ως το 1967. Το «ΠΑΛΙ» υπήρξε η βίβλος των μοντερνιστών και κατάφερε να συγκεντρώσει τους πιο ανατρεπτικούς και ριζοσπαστικούς ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες της εποχής: ο Κώστας Ταχτσής, η Μαντώ Αραβαντινού, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Τάσος Δενέγρης, ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Νικόλαος Κάλας, ο Εγγονόπουλος και ο Ανδρέας Εμπειρίκος - που είχε την ποιητική αιγίδα (όπως αναφέρει ο Κώστας Ταχτσής στο αυτοβιογραφικό του κείμενο «Το "ΠΑΛΙ" κι εγώ»).
Η ομάδα διαλύεται με τη χούντα και ένα χρόνο μετά ο Νάνος Βαλαωρίτης φεύγει για την Αμερική. Έπειτα από πρόταση-πρόσκληση του ποιητή Τζέημς Σέβιλ, ο οποίος διηύθυνε το κέντρο ποίησης του Πανεπιστημίου, ο Νάνος Βαλαωρίτης ξεκινάει να διδάσκει μαθήματα Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, μεταδίδοντας στους μαθητές του όλη του τη γνώση και τον ενθουσιασμό για τους Υπερρεαλιστές και τον γαλλικό Μάη του '68. Γνωρίζεται με τον Γκίνσμπεργκ, τον Φερλιγκέτι και ολόκληρη την μπιτ γενιά της Αμερικής. Τα δύο πρώτα βιβλία του στα Αγγλικά κυκλοφορούν το 1970: «Τον καιρό που ξεκίνησα να διδάσκω Δημιουργική Γραφή ανακάλυψα πως δεν είχα πολλά ελληνικά ποιήματα μεταφρασμένα στα Αγγλικά. Έτσι ξεκίνησα να γράφω ποίηση κατευθείαν στα Αγγλικά. Στην Αμερική, με το μπιτ κίνημα μπορούσες να εκφραστείς πιο εύκολα από ότι στην Αγγλία. Ήταν ένας νέος τρόπος έκφρασης για μένα. Άλλωστε η καλιφορνέζικη ποίηση διαφέρει ακόμη και από την ποίηση της Νέας Υόρκης- είναι πιο προφορική. Συνδέεται και με τις live αναγνώσεις ή performance, που ειδικά στα τέλη του'60 ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής».
Του λείπει η Αμερική. Κι από ολόκληρο το παρελθόν του εκεί, νοσταλγεί τους φοιτητές του. «Ήταν μια μαγευτική εμπειρία γιατί οι Αμερικανοί φοιτητές είναι εξαιρετικοί. Έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά και ρουφούν τη γνώση σαν το σφουγγάρι. Δεν είναι όπως οι Ευρωπαίοι που είναι πεισματάρηδες και νομίζουν ότι τα κατέχουν όλα και σίγουρα ούτε όπως οι Έλληνες που έχουν διαμορφώσει άποψη από τα 18 τους χρόνια και μοιάζουν καχύποπτοι απέναντι στη Γνώση και στο Καινούργιο. Δεν υπήρχε αντίσταση στη γνώση και υπήρχε σεβασμός απέναντι στην παράδοση αλλά ταυτόχρονα και έκπληξη μπροστά στο καινούργιο και στο φρέσκο.

Στον καθρέφτη
Μπροστά στο γραφείο του, ανάμεσα σε παλιά χειρόγραφα και στοιβαγμένους τόμους, υπάρχει ένας φορητός υπολογιστής τελευταίας τεχνολογίας. Τον χειρίζεται με μεγάλη ευκολία και καθημερινά γράφει και λαμβάνει e-mails από όλο τον κόσμο. Το τηλέφωνο του, τόσο το κινητό όσο και το σταθερό, χτυπάει ασταμάτητα και συχνά το fax ξερνάει σημειώματα και μηνύματα μπροστά στην είσοδο του χολ. Η οικιακή βοηθός μαγειρεύει και περιποιείται το «δύσκολο-στο-συμμάζεμα» σπίτι, αλλά ο Νάνος αυτοεξυπηρετείται, κινείται και φροντίζει τις καθημερινές του δουλειές μόνος του. Είναι διευθυντής, μαζί με τον Ανδρέα Παγουλάτο, του Λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Συντέλεια» και στην Αμερική μόλις βγήκε το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Pan Daimonium. Στην Ελλάδα πρόσφατα εκδόθηκε η νέα ποιητική του συλλογή με τίτλο «Το ξανοιγμένο κουτί της Πανδώρας» και κάποια επόμενα βιβλία είναι στα σκαριά.

 Το σπίτι της οικογένειας στη Μαδουρή, απέναντι από το Νυδρί.

 Σήμερα (σημ. 2009), πλησιάζει τα 90. Ζει μαζί με τη γυναίκα του και τη μικρή του κόρη, επίσης ζωγράφο, Κατερίνα. Οι λέξεις αλτσχάιμερ και γεροντική άνοια δεν έχουν θέση ούτε στην ποίηση ούτε στη ζωή. Το σώμα του μπορεί να τον προδίδει κάποιες στιγμές, τα λευκά μαλλιά του αραιώνουν, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν κοιτάζει το είδωλο του στον καθρέφτη όταν χτενίζεται το πρωί. «Αποφεύγω την εικόνα μου γιατί δεν ξέρω κάθε πρωί εάν θα με αντικρίσει ένας ξένος. Την οντότητα μου την έχω αμφισβητήσει πολλές φορές. Το ίδιο και την όψη μου. ίσως να έχει να κάνει με την παιδική ηλικία. Όταν ήμουν πολύ μικρός πήγα να δω τον πατέρα μου στο νοσοκομείο. Έπασχε από κατάθλιψη και ήταν ξαπλωμένος σε ένα άσπρο κρεβάτι. Με κοίταξε και δεν με αναγνώρισε. Αυτό μου δημιούργησε ισχυρό σοκ και έκτοτε δεν έχω καμιά άλλη ανάμνηση του πατέρα μου. Ίσως και γι αυτό να μην έχω καμία ανάμνηση του δικού μου προσώπου μέσα στο χρόνο. Ίσως να φταίει και ο ναρκισσισμός μου. Σου μιλάω για τον καλλιτεχνικό ναρκισσισμό που έχουμε όλοι οι ποιητές, όχι για τον εγωισμό! Ήθελα και θέλω πάντα να βοηθάω τους άλλους όπως οι άλλοι βοήθησαν εμένα όταν ήμουν μικρός...»
Το έργο του Χένρι Μίλερ «Το Κορίτσι και το Πουλί», τυπωμένο σε καρτ ποστάλ, 
με ιδιόχειρο σημείωμα του συγγραφέα προς τον Νάνο Βαλαωρίτη.

«Φτιάξτε μου φινάλε με μία εξομολόγηση», του ζητώ. «Κάτι που δεν γνωρίζει κανένας για εσάς.»
«Θα ήθελα να ήμουν γυναίκα. Να αισθανθώ πώς αισθάνεται ένα γυναικείο σώμα. Δεν κατόρθωσα να παντρέψω τέλεια μέσα μου το αρσενικό και το θηλυκό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι απέκλεισα τη γυναίκα μέσα μου. θα πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρον!» «Ίσως σε κάποια επόμενη ζωή», του λέω. «Εάν υπάρχει θα το ήθελα πολύ. Λένε πως ο Τειρεσίας το κατάφερε. Γιατί όχι και κάποιος άλλος;»_
GK/Ιανουάριος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: