Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΥΣΣΗΣ : Ο Θεόφιλος της ελληνικής φωτογραφίας




ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΥΣΣΗΣ
Ο Θεόφιλος της ελληνικής φωτογραφίας
Ο βοσκός που φωτογράφισε μια ξεχασμένη Ελλάδα

Της Νατάσας Σινιώρη
Πορτραίτο: Βαγγέλης Ζαβός

«Στολίδια τους η υπομονή και η σεμνότητα...»
Πριν από μισόν αιώνα ο Κώστας Ρούσσης, αυτοδίδακτος φωτογράφος της Ζαγοράς Πηλίου, απαθανάτιζε με μοναδική αμεσότητα και ευαισθησία πορτρέτα και στιγμές ζωής σε μια Ελλάδα που σήμερα φαντάζει μακρινή. Το λεύκωμα του έτυχε να κυκλοφορήσει σε ώρες δραματικές, που η σημερινή Ελλάδα βυθίζεται στη μαυρίλα της οργής, της απογοήτευσης, της μιζέριας και της αβεβαιότητας για το τι της ξημερώνει. «Στις φωτογραφίες του έχει διασωθεί η ζωή μιας κοινωνίας όπου η δικαίωση των ανθρώπων έρχεται από τη σκληρή χειρωνακτική δουλειά και ο ανδρισμός εκφράζεται με τη μετατόπιση βράχων και το ξεχέρσωμα της γης», γράφει στο εισαγωγικό της σημείωμα, η ζωγράφος Ευφροσύνη Δοξιάδη.
«Ο άνθρωπος παλεύει με τα στοιχεία της Φύσης για να κερδίσει το ψωμί του και να περπατά στο χωριό με το κεφάλι ψηλά. Στις γυναίκες, η δικαίωση επιτυγχάνεται με τη μητρότητα, την ανατροφή των παιδιών, τη φροντίδα του συζύγου και των ηλικιωμένων, αλλά και με τη συμμετοχή τους στις αγροτικές εργασίες. Η προκοπή τους φαίνεται στο νοικοκυριό τους και στολίδια τους είναι η υπομονή και η σεμνότητα». Αυτά, τότε. Ευτυχώς η χώρα έκανε μεγάλα βήματα μπροστά. Και σε επίπεδο διαβίωσης και σε υποδομές και σε αντιλήψεις. Προόδευσε. Εκσυγχρονίστηκε. Την ίδια στιγμή, όμως, έκανε και βήματα προς τα πίσω. Απαξίωσε το μόχθο, έμαθε να ζει με βολέματα, έπαψε να εκτιμά τις μικρές χαρές της ζωής και, το σοβαρότερο απ' όλα, άρχισε να στερεί την ελπίδα απ' τα παιδιά της.
Από αυτή την άποψη, ο φωτογραφικός θησαυρός που ο Κώστας Ρούσσης διέσωσε ως κόρην οφθαλμού, μεταφέροντας τον σ' ένα μπαουλάκι σ' όλα τα ερειπωμένα σπίτια ή και τις σπηλιές ακόμη (!) όπου τον ανάγκασε να μένει η ζωή, έχει αξία και πέραν της ιστορικής ή της συναισθηματικής. Σ' αυτές τις, με πρωτόγονα μέσα τραβηγμένες, ελαφρώς αλλοιωμένες ασπρόμαυρες εικόνες, βρίσκεται κρυμμένη μια πολύχρωμη Ελλάδα που βαλθήκαμε να ξεριζώσουμε από μέσα μας - και που εξακολουθούσε να ελπίζει σε καλύτερες ημέρες... Γ. Τσ.



Ο Κώστας Ρούσσης μας αφηγείται την απίστευτη ιστορία του.

Για 20 χρόνια τριγυρνούσε στη Ζαγορά κι έβγαζε φωτογραφίες για ένα κομμάτι ψωμί. Μισόν αιώνα μετά, το πολύτιμο αρχείο του έρχεται στο φως, ενώ εκείνος ζει ακόμη στο σκοτάδι. Ο 83χρονος κυρ Κώστας μας αφηγείται την απίστευτη ιστορία του.

Στο σπιτάκι του, μέσα στο δάσος της Ζαγοράς, στο Πήλιο, δεν έχει ηλεκτρικό. Η πόρτα μένει ανοιχτή για να μπαίνει το φως της ημέρας. Εμείς με τα μπουφάν και εκείνος με ένα πουλόβερ. Ζεσταίνεται με μια σόμπα και χρησιμοποιεί τη λάμπα και το φακό. Στα 83 του, ο Κώστας Ρούσσης ζει με τη φτώχεια και τη μοναξιά του - τρία σκυλιά και πέντε γάτες είναι όλη του η συντροφιά. Εκτάκτως, σήμερα, κι εμείς, «οι Αθηναίοι που κάναμε τόσα χιλιόμετρα για να τον γνωρίσουμε». Μ' ένα ζεστό χαμόγελο, ανοίγει την πόρτα του και την καρδιά του. «Καθίστε, να βάλω λίγο κονιάκ»;
Για είκοσι χρόνια, στις δεκαετίες του '50 και του '60, υπήρξε ο τοπικός φωτογράφος της Ζαγοράς. Τριγυρνούσε με μια παλιά φωτογραφική μηχανή με φυσούνα και απαθανάτιζε τους συγχωριανούς του σε κάθε λογής δραστηριότητες. Τη συγκομιδή των μήλων, τους γάμους και τα πανηγύρια, τις γυμναστικές επιδείξεις, την πλημμυρισμένη από κόσμο πλατεία τις Κυριακές, τα κορίτσια στη θάλασσα, τους αγρότες και τα ζώα τους, τα παιδιά με τους βόλους τους, τα μπακάλικα όπου οι πελάτες παράλληλα με τα ψώνια τους κάθονταν και έπιναν ένα τσιπουράκι. Αλλά και αναρίθμητα πορτρέτα, μπροστά από ένα άσπρο σεντόνι: η υποχρεωτική έκδοση ταυτοτήτων στα μέσα της δεκαετίας του '50 αποτέλεσε το επαγγελματικό ξεκίνημα του κυρίου Κώστα. Εικόνες μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια, αποκτούν σήμερα τη σπουδαιότητα ενός μοναδικού ιστορικού ντοκουμέντου.
 Φωτογραφίες ταυτότητας με φόντο ένα λευκό σεντόνι

Ένα μέρος αυτού του φωτογραφικού θησαυρού που για μισόν αιώνα έμεινε κρυμμένος, έρχεται στο φως μέσα από το λεύκωμα «Ανωνύμων Ταυτότητες» που μόλις κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο και περιλαμβάνει 600 από τις 4.400 φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο κυρ Κώστας.
Βολευόμαστε στις δύο καμαρούλες. Μόνος το 'στήσε το νοικοκυριό του ο κυρ Κώστας, σε κουβάδες πλένεται και κάνει την μπουγάδα του ελλείψει λουτρού. Τα πόδια του τον κρατάνε μια χαρά - η ακοή και η όραση έχουν αρχίσει να τον προδίδουν. Αλλά δεν το βάζει κάτω. «Ευχαριστημένος είμαι. Και νά μην έχω να πάρω ψωμί, ας πούμε, αμέσως ο Θεός θα με σκεφτεί και θα μου το φέρει. Οι παράδες δεν έχουν σημασία. Γνώρισα ανθρώπους που είχαν πολλούς παράδες και πέθαναν δυστυχισμένοι».
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ζαγορά από την οποία δεν έχει φύγει ποτέ. «Είχα έξι αδέλφια, γονείς και παππού. Και περίμεναν όλοι από εμένα, το μεγαλύτερο, για να ζήσουν. Εγώ δούλευα και τους τάιζα, αλλά δεν ευχαριστιούνταν. Ήταν ιδιότροπος ο πατέρας μου. Σχολείο πήγα μέχρι την τρίτη τάξη. Από μικρό παιδί δούλευα στα κτήματα. Για να πάρω ένα κιλό καλαμπόκι να φάει η οικογένεια τσάπιζα όλη μέρα. Με είχαν μονάχα για να τους κονομάω τον άρτο. Νομίζω ότι ο πατέρας μου δεν με αγάπησε καθόλου. Μια φορά με έστειλε με το γάιδαρο στον Βόλο, για να γλιτώσω τη σύλληψη από τους Γερμανούς και για να φέρω σιτάρι. Επέστρεψα αργά το βράδυ χωρίς σιτάρι. Άνοιξε την πόρτα και μου είπε: «Καλά, ήρθες και δεν έφερες σιτάρι;» Δεν είχε καμιά συμπόνια».


Το δύσκολο ξεκίνημα
Όταν έγινε τριάντα χρόνων ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι. «Φύγε», μου είπε, «δεν βγάζεις το ψωμί που τρως». Και έτσι βρέθηκε χωρίς σπίτι και οικογένεια. Για χρόνια έκανε μεροκάματα για εννιά δραχμές τη μέρα. Το βράδυ έβοσκε προβατίνες στη Βίγλα. «Είχε πανσέληνο και κοιτούσα πέρα, στον Όλυμπο και τον Κίσσαβο. Κοιτούσα τα φώτα εδώ και απολάμβανα της νύχτας τα ωραία πράγματα. Αυτά δεν μπορούν να τα χαρούν όλοι. Εγώ τα απόλαυσα».
Τότε ήταν που ο ξάδελφος του, που ήταν φωτογράφος, τού ζήτησε βοήθεια. «Δεν ήθελε να χάσει την πελατεία του καθώς υπήρχαν και άλλοι ανταγωνιστές στην περιοχή. Ήταν η εποχή που όλοι μας έπρεπε να βγάλουμε ταυτότητες, γι' αυτό και μου έδωσε μια παλιά μηχανή. Έτσι έμαθα». Τα μάτια του λάμπουν τη στιγμή που μας λέει ότι ήταν ο καλύτερος φωτογράφος της περιοχής, «αν και ήμουν πλανόδιος και δεν είχα τα ακριβά μηχανήματα που είχε φέρει ο ξάδελφος από τη Γερμανία. Έπρεπε να υπολογίσω την απόσταση και μετρούσα δρασκελιές. Ούτε φωτόμετρα ούτε τίποτε. Με προτιμούσαν όμως. ίσως επειδή ο κόσμος ήξερε ότι ήμουν ταλαίπωρος και ήθελε να με βοηθήσει».

 Γυμναστικές επιδείξεις. Αν ο κυρ-Κώστας ήταν τυχεός θα πούλαγε κάνα δυό φωτογραφίες στους γονείς
Από την τσέπη του πλήρωνε για το φιλμ και την εμφάνιση. «Αν δεν αγόραζαν τις φωτογραφίες και μου έμεναν, η ζημιά ήταν δική μου. Ο ξάδελφος μου έπαιρνε το μισό μεροκάματο. Ήμουν πάντα χρεωμένος και ζούσα με την αγωνία... Αν και ξεκίνησα για να βγάλω την κουραμάνα, αυτή τη δουλειά την αγάπησα πολύ ».
Τον ρωτώ αν θυμάται τις ιστορίες πίσω από τις φωτογραφίες. «Τότε δεν καλούσαν φωτογράφους στους γάμους. Μόνος μου πήγαινα. Τους έστηνα στο καμπαναριό. Στα πανηγύρια ήθελαν φωτογραφίες για ενθύμιο ή να τις στείλουν σε συγγενείς στην ξενιτιά. Πήγαινα και στο Χορευτό, όταν έκαναν μπάνιο. Θυμάμαι που έβγαλα φωτογραφία κάποιες κοπέλες με μαγιό. Ήταν γιατρίνες και νοσοκόμες. Ήταν τόσο ωραίες που τις έβαλε και το Ντόμινο. Μια άλλη κυρία την έστησα μέσα στα λουλούδια για να την βγάλω. Ήθελε να τη στείλει στον μνηστήρα της που ακόμα δεν τον είχε γνωρίσει από κοντά. Ήταν πολύ όμορφη στη φωτογραφία. Και μ' αυτήν ξεγέλασε τον άνδρα της»!

 Στο μπακάλικο για ψώνια. Το τερπνό μετά του ωφελίμου
Ύστερα ήρθε η τεχνολογία και ο κόσμος έβγαζε μόνος του τις φωτογραφίες. «Μέχρι τηλεόραση βλέπουν σήμερα στα κινητά. Πώς να σας φτάσω;». Για χρόνια τριγυρνούσε στην ύπαιθρο έχοντας πάντα μαζί του το αρχείο του. Το φύλαξε σαν θησαυρό. Ακόμα και όταν η φτώχεια τον ανάγκασε να ζει σε σπηλιά, βρήκε τρόπο να το προστατέψει: το σκέπασε με νάιλον. «Όχι ότι ήξερα ότι θα πιάσουν τόπο αυτά τα φιλμ. Από άγνοια τα κράτησα». Άραγε πώς νιώθει που θα παρουσιαστεί μέρος του φωτογραφικού του υλικού; «Είμαι χαρούμενος και ό,τι και να γίνει θα σας ευγνωμονώ. Σας ευχαριστώ, αλλά δεν έχω τίποτα να σας δώσω ».
Το μόνο του παράπονο είναι που δεν βρήκε μια γυναίκα, μια συντροφιά. Το λέει και το ξαναλέει. «Όλες οι κοπέλες κοιτούσαν το συμφέρον τους, τους παράδες. Με εννιά δραχμές μεροκάματο, ποια θα με έπαιρνε;». Τελευταία, άρχισε να σκέπτεται το γηροκομείο. «Θέλω να πάω αλλά όχι να με βάλουν στο μπουντρούμι με άλλα δέκα άτομα. Ένα καμαράκι χρειάζομαι για να κάνω το νοικοκυριό μου. Την θέλω τη μοναξιά μου. Τόσα χρόνια την έχω συνηθίσει».
Πίνουμε λίγο κονιάκ στην υγειά του. «83 ετών είμαι. Ένα πέρασμα είναι η ζωή. Το μόνο που θέλω είναι να πάω ένα βράδυ για ύπνο και να μην ξημερωθώ. Να φύγω ήσυχα». Πριν φύγουμε, θέλει να μας φωτογραφίσει, με μια μοντέρνα μηχανή που του χάρισε ένας φίλος του. Ακούγεται ένα κλικ και αμέσως μετά η φωνή του: «Άστραψε;»
 Στο χτίσιμο ενός σπιτιου βοηθούσαν όλοι - οικογενεια και φίλοι
Απαθανατίζοντας μια εποχή ανασυγκρότησης
«Το φωτογραφικό αρχείο του Κώστα Ρούσση αποτελεί ένα ιστορικό τεκμήριο και ρίχνει φως στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, για τις οποίες δεν έχουμε καταγεγραμμένο σημαντικό μέρος της τοπικής ιστορίας της Ζαγοράς. Οι φωτογραφίες αυτές σε συνδυασμό με προφορικές μαρτυρίες των εικονιζόμενων, αποτελούν ψηφίδες που συνθέτουν την ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα που βίωναν οι Ζαγοριανοί εκείνη την περίοδο. Είναι η περίοδος που η Ζαγορά ανοικοδομείται μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1955, που εισάγεται η ποικιλία μήλων στάρκιν ντελίσιους -γεγονός που σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την αγροτική οικονομία της Ζαγοράς-, που ηλεκτροδοτείται το ανατολικό Πήλιο, που συστήνεται ο σύλλογος φορτοεκφορτωτών -των εργατών δηλαδή που αναλάμβαναν τη φόρτωση των εμπορευμάτων στα καΐκια του Χορευτού, το οποίο εξακολουθούσε να αποτελεί τον εμπορικό δίαυλο επικοινωνίας- που δραστηριοποιούνται τα Τάγματα Εθελοντών Ασφαλείας, που σημειώνεται το μεταναστευτικό κύμα προς τη Γερμανία, που τα αρχοντικά των πλούσιων οικογενειών της Ζαγοράς διατηρούν ακόμα την αίγλη τους. Δύο δεκαετίες σχεδόν μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την εθνική αντίσταση και τον εμφύλιο, που στιγμάτισαν τις ζωές και στοίχειωσαν τις μνήμες των Ζαγοριανών, η Ζαγορά ανασυγκροτείται χάρη στην εργατικότητα και στη διάθεση για ζωή των ανθρώπων της».
* Απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο της κοινωνιολόγου Αλεξάνδρας Σιώτου


Η περιπέτεια ενός λευκώματος
Η διαδικασία έκδοσης του λευκώματος με τις φωτογραφίες του Κώστα Ρούσση ξεκίνησε από τον σκηνοθέτη Φίλιππο Κουτσαφτή, στον οποίο είχε περιέλθει το αρχείο του φωτογράφου. Ο κ. Κουτσαφτής μπήκε σε αυτή την «περιπέτεια» και στην πορεία βρήκε και άλλους συνοδοιπόρους: τη ζωγράφο Ευφροσύνη Δοξιάδη, τον διευθυντή της Νέας Εστίας Σταύρο Ζουμπουλάκη, την κοινωνιολόγο Αλεξάνδρα Σιώτου και την εκδότρια του Καλειδοσκοπίου Αλέξα Αποστολάκη. Στην πορεία, έγιναν φίλοι.
«Δεν χρειάστηκε να με πείσουν. Τη στιγμή που είδα τις φωτογραφίες υπέκυψα στη γοητεία τους. Ήταν μια πρόκληση για μένα. Όπως ένα καλειδοσκόπιο φανερώνει την ομορφιά των πραγμάτων, έτσι και ο φακός του Κώστα Ρούσση αποκαλύπτει το ύφος και το ήθος μιας ολόκληρης εποχής, κληροδοτώντας μας ένα μοναδικό θησαυρό μνήμης», λέει η κ. Αποστολάκη. 
 Χορευτικό διάλειμμα από την συγκομιδή μήλων
«Καταγόμαστε από την ίδια περιοχή και τον θυμάμαι με τη μηχανή», αναφέρει ο κ. Κουτσαφτής. «Το λεύκωμα αυτό έχει μεγάλη αξία όχι μόνο γιατί σχετίζεται με την παιδική μου ηλικία, αλλά γιατί αποτυπώνει το μεταίχμιο της αλλαγής των δύο κόσμων: του παλιού κόσμου που σιγά σιγά χανόταν, το τέλος δηλαδή της γεωργικής περιόδου και την αρχή του καινούργιου με τη μηχανική καλλιέργεια. Η Ζαγορά βρίσκεται πίσω από το βουνό -αυτό σημαίνει στα σλαβικά και το όνομα της- και όλα ήρθαν σε εμάς με καθυστέρηση. Ο κ. Κώστας ήταν ο τελευταίος άνθρωπος του χωριού, οικονομικά και κοινωνικά, αλλά είχε μια τεράστια αγάπη για τον άνθρωπο. Πήρα την πρωτοβουλία να τον βοηθήσω γιατί είναι λίγο πολύ σαν το κληρονομικό δίκαιο: κάνω και εγώ αυτή τη δουλειά, άρα έχω υποχρέωση να τον βοηθήσω να βγει η δουλειά του. Επιπλέον, κάθε φορά που βλέπω αυτές τις φωτογραφίες αισθάνομαι δέος για τα πολλά επίπεδα ανάγνωσης, για τη δική του αισθητική πληρότητα και την ευγένεια του βλέμματος των ανθρώπων. ...
 Κάναμε μόνο τις απαραίτητες τεχνικές παρεμβάσεις στις φωτογραφίες του. Δεν έγινε ρετούς. Η υγρασία επέφερε σε κάποιες μια αλλοίωση, που ήρθε σαν θεά Τύχη να βάλει πάνω στις εικόνες ένα σύννεφο, αλλού ένα φωτοστέφανο, αλλού σκιές. Ένα στοιχείο που γίνεται έντονο στις φωτογραφίες αυτές είναι και η έννοια της κοινότητας. Παίρνουμε πολλές πληροφορίες για τις συλλογικές δραστηριότητες της κοινότητας, πρακτικές που σήμερα έχουν χαθεί. Με ένα κλικ το παρελθόν έγινε παρόν. Πρόκειται για ιστορικό ντοκουμέντο».
«Είμαι υπερήφανη που συμμετέχω σε αυτή την προσπάθεια», λέει η κ. Δοξιάδη. «Με τη μικρή του μηχανή διέσωσε την αλήθεια μιας εποχής. Οι φωτογραφίες του θυμίζουν έντονα εικόνες αρχαίας εικονογραφίας αλλά και σκηνές από τη ζωγραφική του Μόραλη, ιδιαίτερα την ενότητα έργων Έπιθαλάμια". Πρόκειται για έναν καθαρό άνθρωπο, μοναδικό, μια αγνή ψυχή. Και αυτό αποτυπώθηκε στον τρόπο που είδε τους ανθρώπους. Ένας άνθρωπος ανώνυμος που αιχμαλώτισε με το φακό του μια Ελλάδα που χάθηκε για πάντα. θα τον σκέφτομαι πάντα σαν μια μοναχική μορφή να περιπλανιέται στις κορυφές της Ζαγοράς, σαν άλλος Θεόφιλος, κρατώντας στην αγκαλιά του αυτή τη μικρή κιβωτό, με όλα τα πρόσωπα των συγχωριανών του μεσάτης». Μ

Περιοδικό "Κ" (Δεκ.2008)

Σήμερα στα «Παλιά» του Βόλου, ο νεαρός σαγματοποιός (τεχνίτης σαμαριών) Κώστας από τη Ζαγορά, μας πληροφόρησε πως ο Ρούσσης βρίσκεται στο γηροκομείο στα Κανάλια κοντά στη Κερασιά, έξω από το Βόλο. (2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια: