Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο Φώτης Κόντογλου η ανθεκτική φωνή της ρωμιοσύνης




 Ο Φώτης Κόντογλου η ανθεκτική φωνή της ρωμιοσύνης
που ανέδειξε με τα γραπτά του ελληνικό ήθος

Της Κατερίνας Σχινά
Ζωγράφος, αγιογράφος, ιστορητής του θαύματος, ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε ένας καλλιτέχνης που, καθώς   έγραψε ο μελετητής του Π.Β. Πάσχος, «ζωγράφιζε γράφοντας και έγραφε ζωγραφίζοντας», πάνω στον καμβά της παράδοσης· ένας χριστιανός που, επεκτείνοντας το σχήμα του Πάσχου, θα μπορούσαμε να πούμε πώς έζησε και δημιούργησε πιστεύοντας, και πίστευε ζώντας και δημιουργώντας. Διακρίνοντας σε κάθε τι το ταπεινό και το απροσποίητο την αλήθεια και θεωρώντας πως στην ταπεινότητα συμπυκνώνεται το ελληνικό ήθος, θέλησε με την ζωγραφική και με τα γραπτά του, να προβάλει τον πλούτο μιας «ανανεούμενης ελληνικότητας» και να την  κάνει τρόπο ζωής.
Γεννημένο και μεγαλωμένο στη Μικρά Ασία, σπουδαγμένος στο Παρίσι, ταξιδεμένος, ο Φώτης Κόντογλου θα μείνει ξένος, «πάντα πρόσφυγας» στην κοινωνία της Αθήνας. Κι όμως, θα εικονογραφήσει δεκάδες εκκλησίες της πόλης, μαζί και το δημαρχείο της· θα αναγνωριστεί από τους συγχρόνους του  (τον Δούκα, τον Σκαρίμπα, τον Παντελή Πρεβελάκη), θα επηρεάσει μεταγενέστερους (όσο κι αν ο ίδιος το αμφισβητεί) και τέλος, θα βραβευτεί  από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Αλλά ποτέ δεν θα αισθανθεί ενταγμένος «στην πανούκλα κοινωνία» και σταδιακά θα πάψει να διακρίνει έστω και την ελάχιστη κοινότητα με τους συγκαιρινούς του.
Δεν θα άξιζε εδώ, μιλώντας για ένα τόσο ιδιότυπο ζωγράφο και συγγραφέα όπως ο Φώτης Κόντογλου, να σταθούμε στις ηθικίζουσες ή θεολογίζουσες ιδέες του, σε κάποιες μονομανίες του όπως η συλλήβδην απόρριψη κάθε νεωτερικής ιδέας, στην απέχθεια του για τον Διαφωτισμό, την τέχνη, τη φιλοσοφία, την επιστήμη της Δύσης, στην καλογερίστικη εμμονή του ότι μονάχα ο πόνος «κατεργάζεται τους λαούς και τους καθαρίζει, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι», όπως χαρακτηριστικά γράφει στην επανεκδοθείσα «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» του. Ο «βυζαντινός φανατισμός», που δίκαια του καταλογίζουν, δεν θα 'πρεπε να εμποδίζει τον αναγνώστη να προσεγγίσει νηφάλια τα γοητευτικά του κείμενα, ή να αναγνωρίσει τη συγκινητική συνέπεια της εργοβιογραφίας του.
Ήταν ένας παλιός άνθρωπος ο Φώτης Κόντογλου, ένας Ανατολίτης: η πατρίδα του, το Αϊβαλή, οι αιγαιοπελαγίτικες ακτές, οι θάλασσες, τα νησιά ήταν για κείνον τόποι μυθικοί, όπου ο άνθρωπος συνυπάρχει αρμονικά με τα στοιχεία του κόσμου. Σ' αυτούς τους τόπους ζουν άνθρωποι απλοί, «εν αφελότητι καρδίας», «έμορφες ψυχές», νήπιοι και αθώοι: ξωμάχοι, ψαράδες και τσοπάνηδες, ασκητές, ληστές, κουρσάροι. Ετούτος είναι και ο μικρόκοσμος της λογοτεχνίας του κι εκεί θάλλει μια αρχέγονη ελευθερία, την οποία οι ήρωες του υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια, είτε ως  αναχωρητές, ασκητές που αναδέχονται με τεράστια ψυχική δύναμη τη δοκιμασία είτε σαν ανδρείοι θαλασσοπόροι, κουρσάροι ή εξερευνητές. Σκεύη εκλογής του Θεού είναι όλοι τους, άγιοι ή ληστές, που πορεύονται ευθύγραμμα, χωρίς αγωνίες ή ψυχολογικούς ταλανισμούς.
Απλοϊκή λαλιά
Σε όλα του τα βιβλία, από τον Πέδρο Καζάς ως τη Βασόντα και τον Γιαβά τον Θαλασσινό, στα γλαφυρά θαλασσογραφήματά του που φανερώνουν έκδηλη την επίδραση του Χέρμαν Μέλβιλ, του Εντγκαρ Αλαν Πόε και του Ντένιελ Ντεφό, αλλά και στα μεταγενέστερα κείμενα του, που εγκαταλείπουν τον αρχικό πριμιτιβισμό του προς χάριν μιας λαϊκότητας με έντονα τα εθνικά χαρακτηριστικά, διακρίνει κανείς έναν εξιδανικευτικό έρωτα για οτιδήποτε γνήσιο, ανόθευτο και πηγαίο.
Κάθε παρέμβαση του βιομηχανικού πολιτισμού, λοιπόν, είναι αναπόφευκτο να θεωρείται από τον Κόντογλου στρέβλωση και καταστροφή της γνησιότητας του ουτοπικού κόσμου που πεισματικά αναδημιουργούσε, ενός κόσμου ο οποίος προσέβλεπε με δέος και εμπιστοσύνη σε μια υπέρτατη, θεϊκή δύναμη, εκδηλωμένη στην ατέρμονη, μεθυστική ποικιλία της Φύσης.
Ανόθευτος και απλοϊκός ο κόσμος του Κόντογλου, απλοϊκή και ή λαλιά του. Γλώσσα ιδιωματική, μα δουλεμένη εξαίσια για να κερδίσει την απλότητα· μια λυρική δημοτική, που κουβαλάει απόηχους της αιολικής του πατρίδας.
Τη λαϊκή φορεσιά του λογοτεχνικού του ιδιώματος, ωστόσο, δεν την επιβάλλουν μονάχα λόγοι αισθητικοί, αλλά και σκοποί λειτουργικοί: για να κοινωνήσει τη σκέψη του στο μεγάλο πλήθος, ο Κόντογλου χρειάζεται μια γλώσσα κατηχητικής αμεσότητας. Κι αυτήν τη αντλεί από τα συναξάρια, τους θρύλους και τα λαϊκά παραμύθια, συνδέοντας τη λατρευτική βυζαντινή παράδοση με έναν αισθησιασμό σχεδόν παγανιστικό και πλούσια ποιητική φαντασία.
Η οικογένεια Κόντογλου στην κατοχή όταν ζούσαν σε ένα γκαράζ. Σε πρώτο πλάνο η Δεσπούλα που έφυγε να συναντήσει τον πατέρα της τον μπάρμπα Φώτη το 2009
 
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, που αποτέλεσε μεγάλη δοκιμασία για τον ίδιο και την οικογένεια του, ο Κόντογλου θα απομακρυνθεί από τη λογοτεχνία για να στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή θρησκευτικών κειμένων. «Είδα κι εγώ όπως ο θεόγλωσσος Απόστολος Παύλος πως έκανα έργα ματαιότητας», γράφει στον Μυστικό κήπο του.
Το συγγραφικό του σύμπαν κλείνει, γίνεται κατ' εξοχήν θεολογικό, πεισματικά ελληνοκεντρικό, εχθρικό προς οτιδήποτε δυτικότροπο, ξένο «ξέρασμα και χαρτοφάναρο» μαζί. Κι όμως ήταν εκείνος που ομολογούσε, νέος ακόμα, στον πρόλογο του Πέδρο Καζάς, «τίποτα δεν μου πειράζει τα νεύρα όσο ο σοβινισμός σε έναν άνθρωπο της Τέχνης». Ο ίδιος που αποκάλυπτε ένα απεριόριστο ψυχικό διάνυσμα όταν έγραφε: «Για μένα, ο καλλιτέχνης έχει τη ζωηρή εντύπωση πως ζει μέσα σ' ένα άπειρο. Έτσι μονάχα βγαίνει από τα στενά σύνορα της εποχής και της πατρίδας, και υψώνεται στον μοναδικό τύπο, που ζει μες στον αιθέρα της απόλυτης ελευθερίας. Σφραγίζεται με μιαν αιώνια βούλα. Δεν μπορεί να 'ναι από κείνους που περνούν απάνου από τη γης, κρατώντας τα μάτια κλεισμένα στην πλούσια διακοσμητική ποικιλία του κόσμου, ολόκληρης της γης και τ' ουρανού». Σ' αυτόν τον Κόντογλου πάντα θα επιστρέφουμε.
Ήταν ένας παλιός άνθρωπος ο Φώτης Κόντογλου, ένας, Ανατολίτης: η πατρίδα του, το Αϊβαλί, οι αιγαιοπελαγίτικες ακτές, οι θάλασσες, τα νησιά ήταν για κείνον τόποι -μυθικοί, όπου ο άνθρωποί συνυπάρχει αρμονικά με τα στοιχεία του κόσμου
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ / .03/07/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: