Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Τ. Κατσιμάρδος : Η «προσφυγομάνα» Λέσβος



Tο τέλος του μαρτυρικού ξεριζωμού από τη γη τους στο λιμάνι της Μυτιλήνης, όπου φθάνουν με κάθε πλωτό μέσο. Αλλά και η αρχή μιας άλλης τραγωδίας στο νησί, όπου προσπαθούν να επιβιώσουν. Στοιβαγμένοι σε σχολεία, σκηνές και άλλους δημόσιους χώρους

ΠΑΝΩ ΑΠΟ 50.000 ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΠΛΗΜΜΥΡΙΔΑ ΤΟΥ 1922
Η «προσφυγομάνα» Λέσβος
Πριν από μερικές μέρες στη Μυτιλήνη, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς, διοργανώθηκε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σειρά εκδηλώσεων.
Ο τίτλος της χαρακτηριστικός: «Η Λέσβος στο πέρασμα του Αιγαίου...». Μέσα από αποσπασματικά κείμενα των πιο διαφορετικών εποχών καταδείχτηκαν οι πληθυσμιακές κινήσεις στην περιοχή. Η φιλοξενία, η ανοχή, η ανεκτικότητα, αλλά και βίαια γεγονότα από τα οποία και σημαδεύτηκαν.
Το εκπληκτικό, από μια μακροϊστορική οπτική, είναι ότι οι μετακινήσεις και τα προσφυγικά ρεύματα, όπως θα λέγαμε σήμερα, δεν περιορίζονται στον 20ό αιώνα. Φθάνουν έως τους προϊστορικούς χρόνους, όπως τεκμηριώνεται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές στο νησί.
Στη Μυτιλήνη αποτυπώνεται όλη σχεδόν η διαδρομή του προσφυγικού ζητήματος από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως σήμερα.
Στην κυρίαρχη τρέχουσα αντίληψη το Προσφυγικό για την περιοχή και ευρύτερα ταυτίζεται με τον μικρασιατικό πόλεμο και την καταστροφή του 1922. Έτσι, παραλείπονται, όμως, ανάλογα διαδραματιζόμενα τόσο κατά τον 19ο αιώνα όσο και κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Το Προσφυγικό εκεί είναι υπαρκτό και παίρνει τραγικές διαστάσεις. Αμέσως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και με κορύφωση το 1914.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του 1920, μέχρι τότε είχαν καταφύγει στην Ελλάδα περίπου 800.000 πρόσφυγες. Ο αριθμός πρέπει να είναι μεγαλύτερος, επειδή δεν ήταν υποχρεωτική η καταγραφή τους. Αρκετοί, ιδιαίτερα όσοι είχαν τη δυνατότητα να εγκατασταθούν χωρίς κρατική βοήθεια, απέφευγαν να καταχωρηθούν ως πρόσφυγες. Άλλοι επειδή θεωρούσαν ότι θα επιστρέψουν στις πατρίδες τους, μετά τους πολέμους, όπως κι έγινε έως έναν βαθμό. Άλλοι για διάφορους άλλους λόγους.

 Μετά την άφιξη αρχίζει η μεγάλη αναμονή για να ακουμπήσουν τα λιγοστά που περιέσωσαν και να βρουν τόπο εγκατάστασης

Τα νησιά που σήκωσαν το βάρος
Μεγάλο βάρος του Προσφυγικού αυτή την περίοδο σήκωσαν η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος κι άλλα νησιά απέναντι από τις μικρασιατικές ακτές. Ήταν τα δευτερογενή θύματα, κατά κάποιο τρόπο, που προκάλεσε «ο πρώτος διωγμός» (1914-1918). Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, ήδη, τον Σεπτέμβριο του 1914 μόνο στη Λέσβο και τη Χίο βρίσκονται 60.000-70.000 πρόσφυγες. Οι μισοί σχεδόν απ΄ όσους έχουν καταφύγει στη χώρα μετά την έναρξη των διωγμών από την Αν. Θράκη και τη Μ. Ασία.
Η Μυτιλήνη είχε ξεπεράσει τότε τις αντοχές της. Τον Οκτώβριο του 1914 πάνω από 50.000 στο νησί έπαιρναν το μικρό επίδομα που δινόταν ως κρατική ενίσχυση στους πρόσφυγες. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και όσοι εύποροι δεν το είχαν ανάγκη.
Η κατάσταση ήταν τόσο εκρηκτική και ακούγονταν φωνές διαμαρτυρίας και ανησυχίας. Εκφράζονταν δικαιολογημένοι ή αδικαιολόγητοι φόβοι για επιδημίες κ.ά. Η κυβέρνηση, παίρνοντας ορισμένα μέτρα, απαγόρευσε, τελικά, την άφιξη άλλων προσφύγων.
Πάντως αντιπροσφυγικό ρεύμα και ακρότητες δεν έδωσαν τον τόνο. Στις μαρτυρίες και τις περιγραφές εκείνων των ημερών περισσεύουν η αλληλεγγύη και η φιλοξενία. Πράγμα που τεκμηριώνεται με την εθελοντική εργασία και προσφορά των κατοίκων και των Αρχών για την περίθαλψη των κατατρεγμένων, τα συσσίτια και κάθε είδους προσφορές (σε χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης από ιδιώτες).

 Διανομή συσσιτίου που προέρχεται από τα μικρά κρατικά κονδύλια και τις προσφορές κατοίκων και άλλων ιδιωτών εκτός νησιού.

Αρχικώς οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε σχολεία της πρωτεύουσας και ορισμένα άλλα οικήματα. Ο μεγάλος όγκος, όμως, στην ύπαιθρο και σε σκηνές, όσο οι συνθήκες ήταν υποφερτές έως τον χειμώνα του 1914.
Πρόβλημα ανέκυψε με την έναρξη της λειτουργίας των σχολείων. Τότε εμφανίστηκε και ο όρος «αραίωσις». Δηλαδή μεταφορά τους στο εσωτερικό του νησιού ή σε άλλα μέρη της Ελλάδας.
Το ζήτημα, βεβαίως, ήταν γενικότερο και έπρεπε να αντιμετωπιστεί και σ΄ άλλους τόπους υπερσυγκέντρωσης προσφύγων.
Στα χαρτιά, όμως, έμεινε το σχέδιο του προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής Εγκαταστάσεως Προσφύγων, Νεγρεπόντη. Σύμφωνα μ' αυτό, περίπου 70.000 πρόσφυγες θα μεταφέρονταν «σε λουτροπόλεις της Παλαιάς Ελλάδος». Εν όψει του χειμώνα και για να γίνουν ανθρωπινότερες οι συνθήκες διαβίωσης στη Θεσσαλονίκη, στα νησιά κ.α.

  Παρά τις τεράστιες ελλείψεις αρκετοί άρρωστοι πρόσφυγες βρήκαν περίθαλψη στο «Νοσοκομείο Περιθάλψεως». Δεν έλειπαν και τότε από ντόπιους οι φόβοι για επιδημίες.

Υπόμνημα στην κυβέρνηση Βενιζέλου
Ένα υπόμνημα αντιπροσωπείας προσφύγων, που στοιβάζονται αυτή την περίοδο στη Λέσβο και απευθύνεται προς τη Βουλή και την κυβέρνηση Βενιζέλου, είναι χαρακτηριστικό για την κατάσταση που επικρατεί:
«Οι εύποροι της προτεραίας τείνουσι σήμερον χέρι επαίτου, εξαιτούμενοι το έλεος της φιλανθρωπίας. Διαδίδεται ότι το προς συντήρησιν των προσφύγων ευτελέστατον σιτηρέσιον θέλει διακοπή προσεχώς... Μη επιτρέψετε τον ακρωτηριασμόν, την ατίμωσιν, τον εξανδραποδισμόν του ελληνικού γένους. Κατ' ανάγκην εκ της τοιαύτης πολιτικής του ελληνικού κράτους θα επακολουθήσωσι διαιρέσεις και μίση μεταξύ των εθνικών ομάδων, της απεμπολησάσης και της απεμποληθείσης...».
Οι συνθήκες, φυσικά, ήταν παραπάνω από σκληρές και το κράτος ανίκανο να ανταποκριθεί στις ανάγκες. Καθώς πρόσφυγες έφθαναν, με κάθε είδους πλεούμενα από τα Μοσχονήσια, το Αϊβαλί, τη Φώκαια, από παντού μεταξύ του Αδραμυτικού κόλπου και της Σμύρνης. Το ρεύμα θα κοπάσει μετά τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 1914, αλλά δεν θα σταματήσει τελείως έως το 1918 με το τέλος του πολέμου.
Κάποιοι απ' αυτούς επέστρεψαν στην πατρογονική γη τους το 1919, για να ξεριζωθούν ξανά μετά από τρία χρόνια. Όταν άρχισε ο μεγάλος «δεύτερος διωγμός» και η Λέσβος ξανάγινε προσφυγομάνα...

Δύο συγκλονιστικά κείμενα του 1914-1916
Εικόνες του χθες που μοιάζουν στο σήμερα
Οι περιγραφές της κατάστασης από τον «πρώτο διωγμό» στη Μυτιλήνη παραπέμπουν σε σημερινές εικόνες. Παρά τη διαφορετικότητα των εποχών και των προσφυγικών συνθέσεων. Μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές ανήκει στον Μυτιληνιό λογοτέχνη Ασημάκη Πανσέληνο, από τους κορυφαίους της γενιάς του '30. Στο αυτοβιογραφικό αφήγημά του «Τότε που ζούσαμε» περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο την άφιξη των προσφύγων στο νησί του:
«Θόλωσαν τα νερά του λιμανιού. Πήξανε μέσα κι όξω κάθε είδους πλεούμενα γεμάτα θρήνο και πανικό. Γέμισαν τα μουράγια και οι δρόμοι, οι εκκλησίες, τα σχολειά, οι αποθήκες, πλάσματα ανθρώπινα, παραλογισμένα - γυναίκες κρατούσαν εικονίσματα και δεν ξέραν αν έπρεπε να τα σηκώσουν ψηλά ή να τα τσακίσουν στο λιθόστρωτο, άνδρες που δεν τολμούσαν ν΄ απευθυνθούν μηδέ στο θεό μηδέ στο διάβολο... Κι είταν όμορφες μέρες του καλοκαιριού και τόσο πυκνή δυστυχία. Ο ήλιος καίει και στραβώνει. Μύγες, κουρέλια παιδιά να μαγαρίζουν τους δρόμους, μια δυσωδία ανέβαινε από τη γη στον ουρανό, και πιο πέρα μύριζε γιασεμί. Τέτοιες ώρες ο νους των ανθρώπων φρακάρει...».
Ένας άλλος εκπρόσωπος της Λεσβιακής Άνοιξης (προπολεμική άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών στο νησί), ο δημοσιογράφος και δάσκαλος Ντόρος Ντορής, θα γράψει ένα άλλο συγκλονιστικό κείμενο για την κατάσταση που επικρατεί το 1916 στη Μυτιλήνη: «Μέσα στον Κήπο, κοντά στη θύρα που ανοίγει στη θάλασσα, ένα κουβάριασμα από ανθρώπινα κορμάκια, πεσμένα στο χώμα, μπρούμυτα, ανάσκελα, πλαγιαστά, απανωτά, σ’ ένα λίθινον ύπνο, μέσα στο θαμπό του μεσονυχτιού σκοτάδι, και στη μέση η μάνα ανακαθιστή, καμπουριασμένη, ακουμπιστά στον τοίχο, κουκουλωμένη σα φάντασμα, κουρνιάζοντας ακίνητη και φυλάγοντας τα παιδιά της...
Απόκληροι
Κι όταν τ’ ανθρώπινα αυτά κορμιά τα συντριμμένα από τους κόπους και δαρμένα απ’ όλες τις δυστυχίες ξυπνήσουν, θα ’χουν πρωί πρωί τη ψυχή κουρασμένη, σφιγμένη από ένα βουβό πόνο και μια βαριομάρα απέραντη. Η χρυσή ελπιδοδότρα αυγούλα, δε θα ξυπνήσει τα πλάσματα αυτά για να τα χαρίσει στα χείλη τους το χαμόγελο στην καρδιά τους. Θα σηκωθούν όπως κοιμήθηκαν, απόκληροι της κοινωνίας, νόθοι της ζωής, οι παραριχμένοι, οι απελπισμένοι.
Και τα όνειρά τους θαμπά, σκοτεινά, χωρίς παλάτια χρυσά κι ουρανούς γαλάζιους. Και τα όνειρά τους όλα το ψωμάκι, το ξερό ψωμάκι μόνο, που θα το ’βρουν όπως μπορέσουν, με του κορμιού τους το τσάκισμα στη δουλειά, με του εγώ των την ταπείνωση στο ζητιάνεμα, κι ίσως -ποιος ξέρει;- με της ψυχής των το θανάτωμα στην αγκαλιά της ατιμίας...».
ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ
Η αρχή του ξεριζωμού και των διωγμών το 1914
«...Παραλλήλως προς την εγκατάστασιν των Μωαμεθανών προσφύγων εις τα ελληνικά χωρία της Θράκης και των παραλίων της Μικράς Ασίας ετέθησαν εις ενέργειαν και πάντες οι δυνατοί τρόποι καταπιέσεως του ημετέρου στοιχείου: εμπορικός αποκλεισμός, συλλήψεις, φυλακίσεις, κακώσεις, τραυματισμοί, δηώσεις, τρομοκρατία της υπαίθρου χώρας. ...
Εις τους δυστυχείς χριστιανούς ουδέν υπελείπετο ή ν' αναχωρήσωσι πεινώντες και εστερημένοι των πάντων. Ούτω ήρχισεν η μετανάστευσις (πρόκειται για προσφυγιά και όχι οικειοθελή μετακίνηση = μετανάστευση) των κατοίκων των χωρίων των επαρχιών Αδριανουπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών, Διδυμοτείχου, Βιζύης, Ηρακλείας, Αίνου, Καλλιπόλεως, Γανοχώρων, Φωκαίας, Κυδωνιών, Περγάμου, Αδραμυττίου, Βρυούλλων, Κυζίκου, Τσερμέ κ.λπ.»
(Διπλωματικό έγγραφο στο αρχείο του ελληνικού υπουργείου για την έναρξη των διωγμών το 1914).
Περιμένοντας να φύγουν οι απελπισμένοι
«...Η κατάστασις των δυστυχών προσφύγων είναι απεριγράπτως απελπιστική. Μη έχοντες τι να πωλώσωσι (πουλήσουν) περιφέρονται εις τους αγρούς διά να συλλέξωσιν χόρτα προς τροφήν.
Ετεροι από πρωίας μέχρις εσπέρας, περιφρονούντες το ψύχος και την υγρασίαν, εξερευνώσι όλην την παραλίαν, μηδ' αυτών των στομίων των υπονόμων εξαιρουμένων ίνα ανεύρωσι διάφορα όστρακα, μύδια, αχιβάδες, πεταλιδας...
Ο περιφερόμενος δε μετά την δύσιν του ηλίου ακούει την παραπονετικήν και κλαυθμηράν φωνήν ορφανών και λοιπών ζητούντων ελεημοσύνης...»
(Έκθεση της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη για τους ξεριζωμένους στον δρόμο προς την προσφυγιά).
‘Παρατράγουδα’
Ανάμεσα στα πολλά διαβήματά τους για την παλιννόστηση και τη διαβίωση στο νησί οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Λέσβο καταγγέλλουν και αντιπροσφυγικές συμπεριφορές:
• ότι παρά τη φιλοξενία «πολλαχού τυγχάνομεν αδιαφορίας και αστοργίας»
• ότι οι ελληνικές Αρχές επιχειρούν να τους καταγράψουν ως «μετανάστες» και όχι ως «πρόσφυγες».
Τ. Κατσιμάρδος

Δεν υπάρχουν σχόλια: