Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΝΤΡΕΑ ΖΕΠΟ..



ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΝΤΡΕΑ ΖΕΠΟ..
Στο τέλος του 19ου αιώνος, η περιοχή του Νέου Φαλήρου είχε μετατραπεί σε κοσμική λουτρόπολη με εντυπωσιακά ξενοδοχεία. Ακριβώς την ίδια περίοδο, στην άλλη άκρη του Αιγαίου πελάγους, στο Αϊβαλί, οι εύποροι Έλληνες δημιούργησαν και αυτοί μια λουτρόπολη έξω από την πόλη τους που επίσης ονόμασαν Νέο Φάληρο, κατ’ απομίμηση του πειραϊκού· εκεί συναντούμε τον μικρό Αντρέα Ζέπο. Ο πατέρας του Στράτος, ήταν έμπορος, αλλά μια μέρα στον πρώτο διωγμό του 1914  ήρθαν οι Τούρκοι, του έσπασαν το μαγαζί και τον πήραν μαζί με άλλους Έλληνες· δεν τον ξαναείδαν πια.
Η μητέρα του, η κυρά-Παρασκευή, έγκυος κιόλας, μάζεψε ότι μπορούσε, πήρε από το χέρι και τον Αντρέα και κατέφυγαν σε ένα σπίτι με μποστάνι που είχαν έξω απ’ την πόλη για ασφάλεια. Η κυρά-Παρασκευή γέννησε λίγο αργότερα κορίτσι που βαφτίστηκε Στρατούλα, αλλά η ζωή κυλούσε δύσκολα. Έτσι ο Αντρέας που βρέθηκε από τα παιδικά του προστάτης οικογένειας, μπάρκαρε μούτσος στον «Ταξιάρχη», στο καΐκι του καπετάν-Στέλιου, συγγενή της μητέρας του. Ο «Ταξιάρχης» ήταν από τα μεγαλύτερα ψαράδικα της περιοχής και ο καπετάν-Στέλιος μεγάλος δάσκαλος και καλός άνθρωπος. Έλεγε αργότερα ο καπετάν-Αντρέας:
«Την πρώτη φορά που πήρα το μερτικό μου απ’ το ψάρεμα, λίγες μπαγκανότες στη χούφτα κι ένα διχτάκι ψάρια, σε λίγα λεπτά έκανα τη σχετικά μεγάλη απόσταση από το λιμάνι στο σπίτι μου. Κυριολεκτικά πετούσα… Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά μου που πήγαινα για πρώτη φορά στη μάνα λίγα λεφτά και ένα διχτάκι ψάρια. Νόμιζα ότι είχα γίνει άντρας. Εκείνο που πρέπει να σας πω ξεχωριστά… είναι η χαρά που πήρα μόλις τ’ αφεντικό μου [ο καπετάν-Στέλιος] με πλήρωσε. Η χαρά μου όμως δεν ήταν ότι θα ξόδευα αυτά τα χρήματα για τον εαυτό μου… αλλά γιατί θα τα πήγαινα προσφορά στη μάνα μου».
Η ζωή όμως στην Μ Ασία δυσκόλευε και ο καπετάν Στέλιος επιστρέφοντας στο Αϊβαλί μαζεύει τη γυναίκα του, την κυρά-Ζωή και την οικογένεια Ζέπου και φεύγουν το βράδυ. Βάζουν πλώρη για Πειραιά αλλά όταν έφτασαν στον Σαρωνικό, ο καιρός τους έριξε στην Αίγινα. Στην Αίγινα άφησαν τις γυναίκες σε ένα μοναστήρι που φιλοξενούσε πρόσφυγες, και ο καπετάν-Στρατής με τον Αντρέα ξεκίνησαν  με τον «Ταξιάρχη» να αναγνωρίσουν τα νερά. Με τα λεφτά που έβγαλαν από τις πρώτες καλάδες νοίκιασαν ένα παλιό μικρό σπιτάκι με δύο δωμάτια κοντά στην παραλία όπου έζησαν όλοι μαζί:
«Δεν πέρναγε μέρα χωρίς η κυρά-Παρασκευή να μην γονατίσει στην εικόνα της Παναγιάς που έφερε απ’ την πατρίδα. Προσευχόταν και ευχαριστούσε για το πόσο γρήγορα και καλά τακτοποιήθηκαν».


Η κυρά-Ζωή όμως, που ήταν πάντα ασθενική, πέθανε λίγο αργότερα, και ο καπετάν-Στέλιος σύντομα την ακολούθησε. Καθώς τώρα βρέθηκε η οικογένεια Ζέπου ολομόναχη η κυρά-Παρασκευή κατάφερε σαν πρόσφυγας να της παραχωρηθεί ένα μικρό διαμέρισμα στις προσφυγικές πολυκατοικίες του Τουρκολίμανου και έτσι ο καπετάν-Αντρέας βρέθηκε στον Πειραιά.
Στα 16 του ο Αντρέας  «καπετανεύει» ήδη και είναι δεινός ψαράς, όπως και ο πατέρας του. Στα 24 χρόνια του, γνωρίζει την γυναίκα του και παντρεύεται. Εγκαθίσταται στο Μοσχάτο, στο σπίτι της γυναίκας του, όπου εκεί γεννιόνται και τα παιδιά του.  Ο πεθερός του, ψαράς κι αυτός, του αναθέτει το καΐκι του. Πάει στρατιώτης κι όταν γυρίζει, μετά από λίγο διάστημα, «βγάζει» δικό του καΐκι, που το βαφτίζει «Άγιο Ευστράτιο»… Στα 24-26 του, δηλαδή,  είναι ήδη ιδιοκτήτης ψαροκάικου· ένα τρεχαντήρι που του επέτρεπε  να καλάρει βαθύτερα και συχνότερα μέχρι 1.200 μέτρα απ’ τ’ ακρογιάλι,και του το έχει κατασκευάσει ένας μικρασιάτης μάστορας καραβομαραγκός στο Πέραμα. Δυστυχώς, με τον θάνατο της κυρά-Παρασκευής λίγο αργότερα, χάνει και τον έλεγχο του ποτού. Άρχισε να πίνει και  όσα έβγαζε, κάθε βράδυ τα ακούμπαγε στην ταβέρνα του Καούδη στις Τζιτζιφιές, όπου τραγουδούσε ο πρόσφυγας Γιάννης Παπαϊωάννου (είχαν και κάποια μακρινή συγγένεια).
Γλετζές και πότης (κάποια στιγμή έγινε αλκοολικός), χουβαρντάς και φιλάνθρωπος. Πάντρεψε πολλές ορφανές κοπέλες που δεν είχαν κουμπάρο να τις στεφανώσει, βάφτισε πολλά αβάπτιστα που λόγω της φτώχειας δεν είχαν τα απαραίτητα για το μυστήριο, τάισε χήρες και ορφανά· ακόμη και στις γάτες έδινε τα πατημένα ψάρια για να φάνε.
Το 1941 οι Γερμανοί βομβαρδίζουν τον Πειραιά και οι κάτοικοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην Αθήνα. Περνώντας απ’ το Φάληρο, πολλοί ηλικιωμένοι έμειναν εκεί διότι δεν μπορούσαν άλλο να περπατήσουν. Ο καπετάν-Αντρέας δίνει αλεύρι στον φούρνο απ’ τ’ απόθεμά του, και μοιράζει ψωμί. Κυρίως όμως, στη μεγάλη πείνα της κατοχής, βοήθησε κόσμο και ντουνιά. …  

Πιάνει πολλά ψάρια που του αφήνουν λεφτά με τη σέσουλα. Κάνει μεγάλη περιουσία που όμως δεν μπόρεσε να την κρατήσει. Μπορεί στα παιδιά του να μην άφησε τίποτα, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για τους πάντες! Δεν άφησε άνθρωπο  αβοήθητο στην κατοχή. Ποτέ δεν καθόταν να φάει μόνος με την οικογένειά του. Πάντα καλούσε… τρεις – τέσσερις ακόμα οικογένειες που ήξερε ότι δεν είχαν να φάνε εκείνη την ημέρα. Όταν έβλεπε  κάποιον στη γειτονιά να υποφέρει, έφερνε στο σπίτι ψάρια και έλεγε στη γυναίκα του:
-  Αυτά βάλτα στην άκρη να τα πας απέναντι στο γείτονα…
Έβαζε η γυναίκα μερικά ψάρια σε μια σακούλα να τα πάει απέναντι κι αυτός έβλεπε τη σακούλα.
-  Βάλε κι άλλα! Δεν φτάνουν αυτά,  φώναζε…
Τάισε πολύ κόσμο στην κατοχή και έκανε … συσσίτιο  προπάντων για τα παιδιά… Αλλά έπινε. Και κάθε βράδυ στα μπουζούκια ξόδευε περιουσίες. Δεν λογάριασε ποτέ το χρήμα, γιατί νόμιζε ότι πάντα θα του έρχονταν όλα βολικά.
Η γνωστή τραγουδίστρια Καίτη Γκρέη τον θυμάται στα μαγαζιά των Τζιτζιφιών και του Μοσχάτου, να μπαίνει να γλεντάει κάθε βράδυ και να «σηκώνει» όλο το μαγαζί. «Πιωμένος ήταν καπετάν φασαρίας», θυμάται, «είχαμε γίνει καλοί φίλοι. Καλόκαρδος όμως άνθρωπος. Όταν έφευγε, σήκωνε σε… μπόγο το τραπεζομάντιλο με ότι είχε επάνω, αφού άφηνε ένα μάτσο χρήματα στο γυμνό τραπέζι!!»
 «Την παλάντζα και το καντάρι τα χρησιμοποιούσε μόνο όταν πουλούσε στους ψαρέμπορους της αγοράς και στους μανάβηδες-μεταπράτες. Όταν είχε εκεί στην αμμουδιά τις ατέλειωτες σειρές των πεινασμένων που είχαν στο χέρι τους ένα τσίγκινο πιάτο, μια κατσαρολίτσα ή ένα μαστραπά, ποτέ δεν ζύγιζε. Είχε μπροστά του το τελάρο και δίπλα του ένα καλάθι. Κανονισμένες δύο χούφτες διπλές έβαζε στο κάθε πιάτο, λες και ήταν συσσίτιο. Ο κόσμος έριχνε ότι κατοχικά λεφτά είχε, αν είχε, στο καλάθι…».
Αλλά ήταν και μεγάλος γλετζές• ο γιός του λέει: «Η μάνα μας έλεγε, ότι μετά την ψαριά, έφερνε στο σπίτι ένα μεγάλο σωρό με λεφτά, τα έβαζε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, έπειτα σήκωνε το τραπεζομάντιλο σε μπόγο, το έβαζε στον ώμο και έφευγε για τα μπουζούκια!»
Στα Δεκεμβριανά, έγιναν μεγάλες μάχες μεταξύ Άγγλων και Ελασιτών στο Νέο Φάληρο. Κάθε μεσημέρι, που γινόταν μια άτυπη ανακωχή, ο καπετάν-Αντρέας μαζί με δύο-τρία παλικάρια μάζευαν τους τραυματίες Ελασίτες (οι Άγγλοι μάζευαν τους δικούς τους) και τους πήγαιναν σε ένα αυτοσχέδιο νοσοκομείο. Τους νεκρούς Άγγλους που έβρισκαν, τους πήγαιναν έξω από τον στρατώνα τους, και τους Ελασίτες στην παραλία όπου τους έθαβαν φτωχικά, αλλά αξιοπρεπώς.
Οι ευεργεσίες του καπετάνιου, δεν μπορούν να εξαντληθούν σε λίγες γραμμές ενώ το βασικότερο, ότι έδινε ελπίδα σε όλους τους δυστυχισμένους και πεινασμένους, δύσκολα περιγράφεται – και ακόμη δυσκολότερα ανταποδίδεται.
Μετά την κατοχή, η έντονη εκβιομηχάνιση και αστικοποίηση της περιοχής είχε ως συνέπεια τη μόλυνση των φαληρικών υδάτων και το ψάρεμα, πλέον, ήταν αδύνατο. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να επιστρέψει στο Τουρκολίμανο και να ψαρεύει στα ανοικτά, αλλά το ψάρεμα εκεί ήταν πολύ δύσκολο, πολύ κουραστικό και δεν απέφερε πάντα κέρδος· απ’ το πολυπληθές τσούρμο του, κράτησε μόνον δύο-τρία παλικάρια.
Περί το 1955 αποφασίζει να δουλέψει ως μανάβης, η βαριά δουλειά στην θάλασσα θέλει δυνάμεις που δεν έχει ένας αλκοολικός, όπως ήταν ο Καπετάν Αντρέας Ζέππος, προκοπή όμως με την πώληση ψαριών σε ταβέρνες δεν είδε και έτσι αποφάσισε να πουλά ψάρια έξω από τον ηλεκτρικό στο Φάληρο. Έβαλε μάλιστα και μια ταμπέλα: «Ψάρια απ’ τον καπετάν-Αντρέα Ζέπο». 
 Τα λεφτά δεν έφταναν όμως, και η γυναίκα του, η κυρά Κατίνα, αναγκάζεται να ξενοδουλέψει. Τυχερή στην ατυχία της, την παίρνει βοηθό στο σπίτι της η Φανή, η γυναίκα του λογοτέχνη Κώστα Σούκα. Η Φανή ευεργετήθηκε από τον καπετάνιο όταν στην κατοχή της έδινε, μαζί με τόσους άλλους, από μια χούφτα ψάρια και επιβίωσαν.
Γρήγορα ο καπετάνιος συνδέθηκε με τη φιλολογική συντροφιά του Σούκα, η οποία τον δέχθηκε με σεβασμό και αγάπη· εκεί τον γνώρισε και ο Ευ. Αθηναίος (συγγραφέας της βιογραφίας του). Απ’ αυτούς τους ανθρώπους βρήκε μια αναγνώριση για όσα έκανε στην κατοχή. Εντυπωσίαζε μάλιστα τη συντροφιά, με την έντονη φιλοσοφική του διάθεση, εκείνη την εποχή των γηρατειών του, όταν σκεπτόταν τα παλιά: «Είμαι από κείνους τους ανθρώπους που δεν ξεχνούν να θυμούνται το καλό που τους έκαναν. Δεν είμαι σαν κάποιους άλλους, που θυμούνται πάντα να ξεχνούν».
Με τον Παπαϊωάννου ήταν πολύ φίλοι, αλλά είχαν και κάποια μακρινή συγγένεια. Ήταν όμως περισσότερο φίλοι, γιατί έκαναν μαζί σχεδόν μια ολόκληρη ζωή στο ψαροκάικο. Πριν ακόμα γίνει συνθέτης ο Παπαϊωάννου δούλευε στο καΐκι του Ζέππου. Είχε λοιπόν ένα μπουζουκάκι κι όπως καθόταν στην πρύμνη, τραγούδαγε τους καημούς της δουλειάς τους. Έτσι, αφιέρωσε το ομώνυμο τραγούδι στον καπετάνιο του, που έγινε σουξέ με την αξέχαστη Μαρίκα Νίνου, περίπου το ΄46. Και οι στίχοι του τραγουδιού αυτού τελικά δεν βγήκαν από την φαντασία του συνθέτη. Ήταν η καθημερινή ζωή του καπετάν Αντρέα Ζέππου…
«Πολλοί καλάρουνε μα δεν βγάζουν ψάρια.
Καλάρει ο Ζέππος και βγάζει καλαμάρια…»
Ο πεθερός του Ζέππου, ψαράς κι αυτός, όπως είπαμε στην αρχή, ήταν από την Κούλουρη (Σαλαμίνα). Γι αυτό και μια άλλη στροφή από το πασίγνωστο τραγούδι του Παπαϊωάννου, έλεγε:
«Όλοι στο τσούρμο του είναι ιππότες…
Πέντε – έξι από την Κούλουρη και οι άλλοι Αϊβαλιώτες…»
Φαίνεται όμως ότι αυτή η… ιπποσύνη του Ζέππου,  αυτή η υπέρμετρη αγάπη και βοήθεια που έδινε στον καθένα, να του στοίχισε σε τελική ανάλυση και την ίδια του τη ζωή, αφού είναι σίγουρο ότι του στοίχισε το καΐκι του! Γιατί ο Ζέππος ήταν «τρομερά φερέγγυος άνθρωπος. Όταν χρωστούσε αρρώσταινε», έλεγε ο γιος του. Έτσι, κάποια μέρα εκείνης της εποχής, ένας γνωστός του από τη Χαλκίδα, θέλησε να πάρει ένα δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα, για να αγοράσει «εργαλεία» για το καΐκι του. Ο Ζέππος μπήκε εγγυητής, αλλά για κάποιο λόγο το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και ο Ζέππος δεν είχε τόσα πολλά λεφτά πια για να πληρώσει. Έπρεπε να πληρώσει με το καΐκι του… Το έχασε και γύρω στα 1966, έπαψε να χαμογελάει.   Έγινε αλκοολικός από το πιοτό και κάποια στιγμή δεν άντεξε… Πέθανε από κύρωση του ήπατος.
Ο καπετάν-Αντρέας άνοιξε τα πανιά του για πάντα στις 7 Ιουνίου 1969 σε ηλικία 55 χρονών. Αυτός ο γεμάτος ζωή άνθρωπος, ο γλεντζές, ο μαέστρος της θάλασσας, δεν υπήρχε πια. Πέθανε άφραγκος και παρά λίγο να γίνει και  έρανος για τα έξοδα της κηδείας του! Και οι γενιές που ήλθαν μετά, τραγουδούσαν για πολλά χρόνια το ρεφρέν του Παπαϊωάννου:
Καπετάν Αντρέα Ζέππο, χαίρομαι όταν σε βλέπω…»


Το περίφημο καΐκι του όμως, ο «Άγιος Ευστράτιος», μετά την Τράπεζα, άρχισε να αλλάζει χέρια. Βγήκε σε πλειστηριασμό και το αγόρασε μια μεγάλη οικογένεια ψαράδων από το Πέραμα, οι Παγιδαίοι, που το ονόμασαν «Ζέππο»!! Τους έφερε τύχη και λεφτά και φτιάχτηκαν οικονομικά. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να το πουλήσουν για να πάρουν μεγαλύτερο. Το καΐκι αλλάζει πάλι χέρια. Αυτή τη φορά το αγοράζει ο Ναουσαίος ψαράς Θανάσης Νταντάνης, που ζει σήμερα στην Πάρο. Το κράτησε αρκετά χρόνια και όπως λέει ο ίδιος του έφερε τύχη και αρκετό χρήμα! Μάλιστα θυμάται ότι κάθε φορά που συναντούσε με τον «Ζέππο» στα πελάγη τους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους Παγιδαίους, αυτοί «ανέβαιναν στο καΐκι και φιλούσαν το ξύλο του!!»
Ο Νταντάνης πούλησε τον «Ζέππο» στον αρχιτέκτονα Κώστα Γουζέλη, που ασχολείται πολλά χρόνια με τα καΐκια. Αυτός περιέβαλε το ιστορικό σκαρί με περισσή αγάπη, το ανακατασκεύασε, του έβαλε πανιά, το έκανε ακόμα πιο όμορφο και κράτησε το όνομά του. Μ’ αυτό, ο γνωστός σκηνοθέτης Γιώργος Κολόζης έκανε τα γυρίσματα της σειράς ντοκιμαντέρ «Αιγαίο νυν και αεί, που προβλήθηκε με επιτυχία από την ΕΡΤ. Ο «Ζέππος» ξανοίχτηκε και πάλι στο Αιγαίο για τις ανάγκες των γυρισμάτων σ ένα δύσκολο ταξίδι 1500 μιλίων… Κι όπως θυμάται ο Γιώργος Κολόζης «αρκετές φορές συναντήσαμε 8 μποφόρ, αλλά στα μανιασμένα κύματα που τον χτυπούσαν, ο «Ζέππος» βγήκε παλικάρι.  Γερό σκαρί!» 

Στη σειρά αυτή στο επεισόδιο «Αέρας στα πανιά μας», βλέπουμε με αρκετές λεπτομέρειες την «Αικατερίνη», που πλέον ονομάζεται «Ζέπος». Ακούμε μάλιστα και τον Παπαϊωάννου να μιλάει για τον καπετάν-Αντρέα. Ο Παπαϊωάννου δεν ξέχασε τον φίλο του, και αμέσως μετά τον θάνατό του, του αφιέρωσε ένα ακόμη τραγούδι, το «Ο Ζέπος εκουράστηκε», ένα ζεϊμπέκικο σε πένθιμο ρυθμό, που τραγούδησε ο Βαγγέλης Περπινιάδης: «Τα ταβερνάκια γύρισε / για τη στερνή του τσάρκα / και καπετάνιος μπάρκαρε / στου Χάροντα τη βάρκα…».
Μετά το τέλος των γυρισμάτων, το περήφανο καΐκι, πουλήθηκε πάλι. Αυτή τη φορά ιδιοκτήτης του είναι ένας από τους συγγενείς της οικογένειας Περατικού, που το προσέχει σαν παιδί του.  Σήμερα ο «Ζέππος», 68χρονος πια, αλλά αγέρωχος, δυνατός και όμορφος,  περιμένει αραγμένος, σε  ένα μόλο του πανέμορφου νησιού της Αντιπάρου.
Λες κι ένα αόρατο χέρι οδήγησε τον Παπαϊωάννου, πριν από 57 χρόνια, να γράψει τον πρώτο στίχο αυτού του τραγουδιού, που ξεκινάει έτσι:
«Μια ψαροπούλα είναι αραγμένη.
 Μπρος στ ακρογιάλι, τον Ζέππο περιμένει...!»
Αν τώρα τον απαντήσετε να αρμενίζει στα γαληνεμένα νερά του Αιγαίου, καμαρωτό με τα κάτασπρα πανιά του, θαυμάστε τον. Αν πάλι τον συναντήσετε να ταξιδεύει παλεύοντας με τα θεόρατα κύματα, μέσα στον μανιασμένο άνεμο των Κυκλάδων, αξίζει διπλό θαυμασμό. Γερό σκαρί ο «Ζέππος», δεν καταλαβαίνει από φοβέρες του καιρού! Προστάτες του είναι ο Άγιος Ευστράτιος και η ιστορία που κουβαλάει στην «κουβέρτα» του. Μια μεγάλη ιστορία σαν παραμύθι…

Δεν υπάρχουν σχόλια: