Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΤΡΟΣ ΧΑΡΗΣ : Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ



Η  ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Είναι ο μήνας πού έχει βήματα αργά, ράθυμα. Προχωρεί ο 'Οχτώβρης, κάνει να φύγει, μα πάλι στέκεται. Έχει πολλές αγάπες με την Αθήνα, γεμίζει τις ημέρες και τις νύχτες της με τον απόηχο του καλοκαιριού και με τις πρώτες απαλές σαν χάδι δροσιές δίνει μάκρος στην ερωτική συνομιλία μαζί της. Θέλει να την κρατήσει όσο μπορεί περισσότερο μακριά από τα κρύα πού περιμένουν στις θύρες της, πού ετοιμάζονται κι ανυπομονούν να κάνουν εισβολή στη γη της. Κι ο ήλιος είναι πολύς. Βλέπει την Αθήνα αλλιώτικη, την βλέπει πολύ χαρούμενη, κι από πολύ πρωί αρχίζει παιχνίδια μαζί της, με τ' ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών της, πού αδειάζουν το σκοτάδι της νύχτας κι ανασαίνουν τον καθαρόν αέρα, με τα φύλλα των δέντρων της, πού δυναμώνει το φρέσκο τους χρώμα, με τα πουλιά της, πού νιώθουν να μην έρχεται γρήγορα ο χειμώνας και σχεδιάζουν ακροβασίες της χαράς απάνω στον καταγάλανο ουρανό.
Ή μεγάλη πολιτεία έχει ξυπνήσει πια ελεύθερη. Και δείχνει στο ήμερο φθινοπωρινό φως πρόσωπο, πού θέλει πολλά βάσανα να ιστορήσει μα και νέα ζωή ν' αρχίσει.
Πέμπτος χρόνος του μεγάλου πολέμου, λίγο πριν από τη μέση του καταματωμένου αιώνα. Τέταρτος χρόνος για τους Έλληνες. Κι ο άνθρωπος αλλού σκλάβος κι απελπισμένος, αλλού τρελός απάνω σ' έναν καλπασμό, πού δε βλέπει πώς τον πηγαίνει στο γκρεμό. Ο κόσμος εν' απέραντο ερείπιο, σκεπασμένος από πυκνούς καπνούς κι από τα βαριά σύγνεφα μιας καταιγίδας πού δεν έχει τέλος. Το φως της ημέρας τρομάζει τον κυνηγημένον άνθρωπο, πού μόνη έγνια του -είναι πώς να κρυφτεί και πώς να σωθεί από την οργή των ουρανών κι από τους κεραυνούς πού ρίχνουν σ' αμαρτωλούς και σε αθώους, σε στεριά και σε θάλασσα. Κ' η νύχτα γίνεται ακόμα πιο μαύρη, χωρίς κανένα σημάδι ζωής, χωρίς κάν μιαν ανεπαίσθητη κίνηση πού να δείχνει ανάσα άνθρωπου ή ζώου, γίνεται η κατάμαυρη νύχτα των πρώτων, των προϊστορικών ανθρώπων. Έρχονται ώρες πού λες πώς όλα τέλειωσαν. Κ' εκατομμύρια άνθρωποι δεν προφταίνουν να πηγαίνουν στα νεκροταφεία και να στήνουν σταυρούς, δεν προφταίνουν να κάνουν νέα νεκροταφεία και να ετοιμάζουν τους τάφους των αγαπημένων τους και το δικό τους τον τάφο. Κ' ενώ κονταροχτυπιόνται στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα όλες οι ιδέες, όλες οι αγάπες κι όλοι οι φανατισμοί, οι πιο γονατισμένοι βλέπουν πώς μια είναι η αλήθεια, πώς όλοι γυρίζουν σ' αύτη τη γη πού τους περιμένει με τη σειρά τους, πώς μόνο αύτη η αλήθεια έχει, απομείνει στον κόσμο, η γη πού ανοίγει και δέχεται τον άνθρωπο και δίνει ειρήνη στην ψυχή   του.
Και ξαφνικά ξανοίγει ο ουρανός. Ξανοίγει μόνο στην Αθήνα, στην Ελλάδα, σ' όλες τις πολιτείες της, σ' όλες τις στεριές και σ' όλες τις θάλασσες, όταν οι μεγάλοι στρατοί δεν έχουν δώσει ακόμα την τελειωτική τους μάχη στα μέτωπα πού θα κριθεί ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος. Τις πρώτες φθινοπωρινές ήμερες έφυγε γρήγορα-γρήγορα ο ξένος στρατιώτης, η γη μας δεν αισθάνεται πια το βαρύ του πόδι, μεγάλη ανάσα ακούστηκε στον τόπο. Λες πώς είναι η βαριά αναπνοή ενός γίγαντα, πού έσπασε τα δεσμά του, ανασηκώθηκε, απλώνει τώρα χέρια και πόδια πελώρια κ' ετοιμάζεται να βάλει πια νόμο δικό του στον κόσμο.
Όλοι και όλα νιώθεις πώς κάποια ετοιμασία κάνουν. Κι αν στήσεις μ' επιμονή αυτί, ακούς, ξεχωρίζεις τα βήματα μιας νέας ζωής πού έρχεται με καλπασμό. Ωστόσο, όσο κι αν προσπαθείς, δεν καταφέρνεις να καταλάβεις και να πεις αν είναι φιλικά τα βήματα πού ακούς, αν είναι πατήματα ανθρώπων ή άγριων ζώων, αν είναι η ευτυχία πού πρέπει πια νάρθει ή η Δεύτερη Παρουσία, ή ώρα, πού θα γίνει η μεγάλη Κρίση έπειτ' από τα βάσανα πού πέρασε ένας ολόκληρος λαός, η χώρα όλη, ο κόσμος όλος.
Η πρώτη μέρα της λευτεριάς είναι ένα μεγάλο ποτάμι. Βλέπεις στους δρόμους και στις πλατείες της Αθήνας μια φουρτουνιασμένη ανθρωποθάλασσα πού όλο και μεγαλώνει, όλο και πλαταίνει και γεμίζει την πόλη με τη βουή μιας δύναμης, πού θέλει να ξεσπάσει, ν' αλαφρώσει από την οργή πού πολύ την έχει βασανίσει, να γίνει παντού κυρίαρχη και να μη βρίσκει πουθενά εμπόδια. Και δεν είναι ένας μόνο κόσμος αύτη η ανθρωποθάλασσα. Το βλέπεις από μακριά και δε χρειάζεται  να  ρωτήσεις,  να  μάθεις,  να καταλάβεις.
Σημαίες αναρίθμητες, πυκνό δάσος, και κραυγές τυπωμένες σε μεγάλες λουρίδες χαρτί ή πανί σου λένε πώς κάτω από τους ενθουσιασμούς πρέπει να προσέξεις και ν’ ακούσεις τις πεποιθήσεις και τις διεκδικήσεις πού κάνουν τώρα αντίπαλους τους ανθρώπους μέσα στη λευτεριά, πού την είχαν μαζί κερδίσει και είναι φανερό πώς χωρίστηκαν απάνω στη μοιρασιά της.
Το γαλάζιο και το λευκό είναι πολύ στις σημαίες πού πηγαίνουν μπρος από την ανθρωποθάλασσα, μα δεν είναι λίγο και το δυνατό κόκκινο πού αιφνιδιάζει στην αρχή, έπειτα όμως, σιγά-σιγά, γίνεται βέλος πού δείχνει απάνω από τους ενθουσιασμούς και τους αλαλαγμούς μια πραγματικότητα, πού ούτε να την παραμερίσεις μπορείς ούτε να την περιορίσεις.
Είμαστε στο πέμπτο πάτωμα μεγάλου σπιτιού στον πιο κεντρικό δρόμο της Αθήνας. Πέντε δωμάτια μικρής ασφαλιστικής εταιρίας. Τα τρία. στην πρόσοψη και σ' όλα άνθρωποι σκυμένοι σε τραπέζια με πολλά χαρτιά.
Θόρυβος ασυνήθιστος μας κάνει να σηκώσουμε το κεφάλι και ν' αλληλοκοιταχτοΰμε. Με γρήγορα βήματα βρισκόμαστε στα παράθυρα, βλέπουμε την ανθρωποθάλασσα ν' ανεβαίνει από την πλατεία της Ομονοίας, σωπαίνουμε, περιμένουμε. Μια γυναικεία φωνή στο ανοιχτό παράθυρο αντικρινού τετράπατου σπιτιού καλεί και δείχνει:
—'Ελάτε να δείτε! Ελάτε! Κοιτάξτε τί έρχεται, τί   ανεβαίνει!
Τελευταίος, με πολύ αργά βήματα, πλησιάζει στα παράθυρα ένας άντρας με γκρίζα μαλιά,  ρίχνει μια ματιά κάτω, στο δρόμο, βλέπει την ανθρωποθάλασσα, πού όλο και μεγαλώνει κι αλαλάζει και δεν ξέρεις αν ή μεγάλη φωνή της είναι χαρά ή απειλή, μα δε χάνει την ηρεμία του:
~ Δε μου κάνουν εντύπωση. Θυμάστε πολύ καλά οτι όλ' αυτά τα έχω προβλέψει.
Είναι σαν προϊστάμενος του γραφείου, έχει και τα περισσότερα χρόνια απ' όλους μας στη δουλειά, τρεις άντρες και δυο γυναίκες πού εργαζόμαστε πλάι-πλάι, άλλοι πέντε κι άλλοι δέκα χρόνια, και είμαστε πια όλοι ίσοι μέσα στην ανία των ατέλειωτων ωρών της ακινησίας. Βλέπουμε και προσπαθούμε να καταλάβουμε κάτι, κάτι σκεπτόμαστε, κάτι θέλουμε να πούμε, περιμένουμε ακόμα να καταλάβουμε καλύτερα. Κ' ενώ έχουμε μαζί περάσει τις δύσκολες μέρες της σκλαβιάς πού μας ένωσε περισσότερο και χάλκεψε μεταξύ μας τη θαυμάσια αλληλεγγύη των καταπιεσμένων και των απελπισμένων, κρατάμε κλειστό το στόμα. Οι άνθρωποι μέσα στη σκλαβιά δεν έχουν διαφορετικές ιδέες, τουλάχιστον δεν τις προβάλλουν, δεν τις διαλαλούν. Δεν έχουν προσωπικούς εχθρούς. Έχουν τυράννους, πού είναι για όλους οι ξένοι και όσοι δε θα μείνουν στον τόπο. Όλοι όμως τώρα φαινόμαστε μουδιασμένοι, δεν έχουμε πολλά λόγια. Πριν από μήνες, είπε ένας από τους άντρες, όταν μια από τις γυναίκες του γραφείου σχολίαζε γεγονότα της νύχτας και του τρόμου:
— Προσέχετε! Έχουν κ'  οι τοίχοι αυτιά.   ,
Να  θυμηθήκαμε τάχα τα λόγια του; Να σκεφτήκαμε πώς η ελευθερία πού ήρθε επιτέλους έφερε μαζί της μίση παλιά και καινούρια, συμφέροντα και φιλοδοξίες, ό,τι έμενε ναρκωμένο και ξύπνησε τώρα και είναι ακόμα πιο επικίνδυνο;
Βλέπουμε την ανθρωποθάλασσα όλο ν' ανεβαίνει, να μη χωράει στο μεγάλο δρόμο, να κάνει συνωστισμό απίστευτο πού λες πώς θα γκρεμίσει τα σπίτια για να βρει χώρο και ν' απλώσει όλο της το μέγεθος και όλη της τη δύναμη. Ρίχνουμε κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλον, κάτι πάνε να ψιθυρίσουν τα χείλη, μα πάλι κλείνουν.
Το μεγάλο πλήθος είναι τώρα κάτω από τα παράθυρα μας. Και τα χείλη δεν μπορούν πια να κρατήσουν την απορία. Η μια από τις γυναίκες, η πιο νέα υπάλληλος,   λέει:
— Που βρήκαν από τη μια μέρα στην άλλη τόσες σημαίες, τόσα πανώ;
Αμέσως τη διορθώνει ο άντρας, πού είναι μα δε θέλει   να   φαίνεται   προϊστάμενος:
—Αυτό μόνο σου κάνει εντύπωση; Δε μας λες καλύτερα πώς βρέθηκαν ελεύθεροι τόσοι άντρες και τόσες γυναίκες σε ώρα δουλειάς;
Καμιά απάντηση. 'Όλοι κρατάμε αυτόν το λόγο στη σκέψη μας. Και δε φεύγουμε από τα παράθυρα. Η ανθρωποθάλασσα ανεβαίνει το δρόμο και δεν τελειώνει, δεν αραιώνει, δεν κουράζεται, μα και δεν καταφέρνουμε να εξηγήσουμε αυτό πού βλέπουμε κι ακούμε. Η μεγάλη φωνή της, η κραυγή της, πού έχει το ρυθμό της οργής και κανονίζει το περπάτημα του πλήθους, είναι τάχα χαρά ή απειλή, ξέσπασμα αυθόρμητο, ασυγκράτητο, ή πολιτικό σύνθημα;
Κουραστήκαμε όρθιοι στα παράθυρα, μα δέ γυρίζουμε στις θέσεις μας. Ό ένας κοιτάζει τον άλλον και όλοι μαζί τον προϊστάμενο. Αυτός το βλέπει, δε βιάζεται να μιλήσει. Περιμένει ακόμα, με τα μάτια κάτω στο δρόμο, περιμένει να προχωρήσει το πυκνό πλήθος, να περάσουν όλοι, να μείνει ο δρόμος με τους λίγους διαβάτες του. Και γυρίζει στο τραπέζι του πάλι με αργά βήματα, πού δείχνουν τους φόβους και τους δισταγμούς του. Βλέπει πώς κ' εμείς γυρίζουμε στη δουλειά μας και λέει σιγά κι άπλα σαν να μη θέλει ν' ανοίξει κουβέντα:
— Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα . . . Και  σε λίγο:
—Ο Θεός να βάλει το χέρι του και να με βγάλει ψεύτη. . *
Δε θέλει να πει περισσότερα, μα δύο ερωτήματα, πού έρχονται αμέσως το ένα έπειτ' από τ' άλλο, τον αναγκάζουν να μιλήσει:
— Πιστεύεις πώς θάχουμε ιστορίες;
— Νομίζεις πώς αυτό το ξέσπασμα είναι αυθόρμητο και θα κρατήσει πολύ;
Προφταίνει μόνο να πει:
— Δεν μπορεί, κάποιος την οργανώνει αύτη την οργή. Κ' εδώ είναι ο κίνδυνος.
Ανοίγει αθόρυβα ή πόρτα. Είναι ο κλητήρας του γραφείου μ' ένα γράμμα στο χέρι. Ποτέ δεν έχει πολλά λόγια απάνω στη δουλειά, έχει όμως πολλές αναμνήσεις όταν βρεθεί με δικούς του ανθρώπους. Ξέρουμε πώς γεννήθηκε και πέρασε όλα του τα χρόνια στην Αθήνα, χρόνια πολλά και ταραγμένα. Και περιμένουμε, όπως το συνηθίζει, να γκρινιάξει, πάλι ν' αναθεματίσει όσους την αναστατώνουν από χτες και την βρωμίζουν με τα χαρτιά, με τα κουτιά των τσιγάρων πού πετάνε και με ό,τι άλλο αφήνουν στους δρόμους της, στα συλλαλητήρια. Πριν όμως δώσει το γράμμα στον προϊστάμενο, τρέχει στο παράθυρο. Πλησιάζουμε κ' εμείς· .Πάλι φωνές στο δρόμο, πάλι αναταραχή. "Ένα ανοιχτό αυτοκίνητο, με νέους ανθρώπους, τρέχει να βρει εκείνους πού έχουν προχωρήσει. Κι ο γέροντας, δίνοντας το γράμμα, λέει:
— Νόμιζα πώς είχα δει στα νιάτα μου τον κόσμο άγριο και δυνατό σαν λιοντάρι, στο μεγάλο βασιλικό συλλαλητήριο της Αθήνας.  Τότε,  με σφιγμένες τις γροθιές, άντρες και μόνο άντρες, αμίλητοι κι αργοπερπάτητοι, πολυβασανισμένοι στους πολέμους και πριν της ώρας μας γερασμένοι, ανεβαίναμε σαν στρατός πειθαρχημένος και αποφασισμένος, από την Ομόνοια στα Σύνταγμα, κι όλοι μαζί σιγολέγαμε: «Σιδηρά μοιραρχία! Σιδηρά μοιραρχία!». Και θέλαμε να πούμε: «σιδηρά μεραρχία», τη μεραρχία πού είχε διοικητή το Διάδοχο Κωνσταντίνο, τη «μεραρχία» πού θα ψηφίζαμε σε λίγο στις εκλογές. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο συλλαλητήριο. Μα αυτό πού γίνεται από χτες, τι να σου πω, δε μπορεί ναχει ξαναγίνει, ξεπέρασε και τη «σιδηρά μοιραρχία». Είναι, βλέπεις, τώρα, κ' οι γυναίκες, κι αυτές κάνουν σαν τρελές.
Δε λέει περισσότερα ο γέροντας.  Μας αφήνει να καταλάβουμε τα περισσότερα.
Πέρασαν οι πρώτες ημέρες της μεγάλης χαράς και των αλαλαγμών. Και το τέλος του φθινοπώρου δείχνει πώς έρχεται σκληρός χειμώνας. Η Αθήνα σχεδόν κάθε μέρα βλέπει ένα λαό πού δεν τον γνωρίζει. Κι ο λαός αυτός αφήνει τις δουλειές του, μαζεύεται στις πλατείες και στους κεντρικούς δρόμους, γίνεται κύμα πελώριο, κύμα ωκεάνιο, πού δεν αναχαιτίζεται από τίποτα, πού πλημμυρίζει τα πάντα και λες πώς θα ρίξει χάμω την πολιτεία, πώς θα τα κάνει όλα κομμάτια και θα τα σκορπίσει σαν ναυάγιο μεγάλου καραβιού.    ,
Κ' ή νύχτα απλώνεται ακόμα πιο απειλητική….
ΠΕΤΡΟΥ ΧΑΡΗ «ΜΕΡΕΣ ΟΡΓΗΣ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΣΤΙΑ» 1978

Δεν υπάρχουν σχόλια: