Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Ο αβάσταχτος πολιτικός νομικισμός του Ε. Βενιζέλου




Ο αβάσταχτος πολιτικός νομικισμός του Ε. Βενιζέλου ή πως διαγράφουμε ευθύνες 27 ετών ανομίας και διαπλοκής
Γράφει ο Χρήστος Ζέρβας
Εχει πραγματικά πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος που πολιτικοί εκπρόσωποι του παλαιού, καταδικασμένου πολιτικού κόσμου, υπερασπίζονται, πλάι-πλάι με τους εκπροσώπους των μεγάλων συμφερόντων, το καθεστώς γενικευμένης διαπλοκής και ανομίας που σημάδεψε τη πορεία της μεταπολίτευσης, και ιδίως τα τελευταία 27 χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης.
Τα επιχειρήματα τους έχουν νομική χροιά, διατυπώνονται με βαρύγδουπο, νομικίστικο τρόπο αλλά έχουν ένα και μοναδικό στόχο: Να ακυρώσουν την προσπάθεια επιβολής της συνταγματικής νομιμότητας, που επί τόσα χρόνια το πολιτικό σύστημα αγνόησε επιδεικτικά, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.
Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος, έγκριτος και ικανός συνταγματολόγος, δίνει το τόνο αυτής της τακτικής. Παραθέτει μιά σειρά επιχειρημάτων, επενδεδυμένων με νομικά επιχειρήματα, συνταγματικής υφής με παράλληλη επίκληση του ενωσιακού δικαίου, τα οποία ωστόσο στη πράξη, αντιφάσκουν τόσο μεταξύ τους που αναιρούνται καθώς οδηγούν μάλλον στο αντίθετο και ανεπιθύμητο για τη διαπλοκή συμπέρασμα.
Ας δούμε αναλυτικά, μερικά από τα περίφημα σημεία που καθιστούν, κατά τους επικριτές-απολογητές του σημερινού καθεστώτος, παράνομο και αντισυνταγματικό τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες.
Σε πρόσφατη ομιλία του ο Ε. Βενιζέλος, παραδέχθηκε ότι το προηγούμενο καθεστώς προσωρινότητας στη παραχώρηση αδειών και τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών έπρεπε να είχε ρυθμισθεί.
Ο γνωστός για την παρρησία του πρώην υπουργός, δεν πρόσθεσε το παραμικρό στη φράση του. Ούτε για το πως έγινε και είχαμε αυτό το απαράδεκτο καθεστώς προσωρινών παρατάσεων που αναιρούσε την εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων, ούτε για το ποιοί ευθύνονται γι αυτό, ούτε φυσικά για το ποιοί επωφελήθηκαν.
Ετσι απλά, με μιά φράση, ξεμπέρδεψε ο κ. Βενιζέλος από τις τεράστιες πολιτικές και ίσως όχι μόνο, ευθύνες του πολιτικού συστήματος, του οποίου υπήρξε εξέχων μέλος, για την θεσμοθετημένη ανομία του τηλεοπτικού πεδίου, που έπληξε την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.
Μηπως δεν ήσασταν για χρόνια εξέχων υπουργός κ. Βενιζέλο; Είχατε επί χρόνια την ευκαιρία να ρυθμίσετε την ανομία. Ομως δεν το πράξατε. Και έρχεστε τώρα να περιγράψετε απλά την ανομία, στην οποία συμμετείχατε, με πράξεις ή παραλείψεις σας. Αντί να κάνετε τη σκληρή αυτοκριτική σας, περιορίζεστε σε μιά απλή διαπίστωση της παρανομίας που εσείς δημιουργήσατε και ανεχθήκατε. Αυτό δεν είναι γενναίος πολιτικός λόγος, είναι υπεκφυγή και πέταμα της μπάλας στην έξέδρα.
Η πολιτική όμως είναι πάνω από όλα λογοδοσία. Η μάλλον έτσι θα έπρεπε να είναι. Και ο  υπουργός, πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος, οφείλει να απαντήσει στο ερώτημα και να πει γιατί δεν ρυθμίσθηκε επί τόσα χρόνια το τηλεοπτικό καθεστώς, όπως επέβαλε το ίδιο το Σύνταγμα που και ο ίδιος εισηγήθηκε.
Και πρέπει να το κάνει με διευθύνσεις και ονόματα, όχι με γενικές αναφορές και υπεκφυγές.
Το έωλο επιχείρημα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Αλλά στην ίδια ομιλία του ο κ. Βενιζέλος, έκανε άλλη μια προσπάθεια να αντιστρέψει την πραγματικότητα. Είπε μεταξύ άλλων στον χειμαρρώδη λόγο του, ή του ξέφυγε, ότι θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος, ότι οι παλαιοί καναλάρχες που λειτουργούσαν μέχρι τώρα χωρίς άδειες, έχουν την δυνατότητα να επικαλεσθούν το γεγονός της μη ρύθμισης από το κράτος αλλά και της αναγνώρισης και της αποδοχής τους μέσω της καταβολής φόρων, τελών και ασφαλιστικών εισφορών και να ισχυρισθούν ότι παραβιάσθηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τους προς το κράτος!
Με άλλα λόγια, εκεί που μας χρωστούσαν μας πήραν και το βόδι.
Η νομική σοφιστεία σε όλο της το μεγαλείο. Ο κατάφωρα παρανομών  επικαλείται την συνέργεια-ανοχή του κράτους στην παρανομία και διεκδικεί το δικαίωμα να μην αλλάξει τίποτα, να μην επιβληθεί επιτέλους η συνταγματική νομιμότητα, επειδή επί 27 χρόνια υπήρχε η απόλυτη παρανομία!
Ο συνταγματολόγος Ευάγγελος Βενιζέλος δεν επέμεινε στη σοφιστεία, αυτή, καθώς γνωρίζει ότι και μόνη η επίκλησή της αποτελεί καραμπινάτο ορισμό βλάβης του δημοσίου συμφέροντος, κατ’ εξακολούθηση και κατ΄επάγγελμα που θα έλεγαν οι παλιοί νομικοί.
Γι αυτό και ο άλλος παρών συνταγματολόγος στην εκδήλωση, ο Ι. Δρόσος, έδωσε την απλή απάντηση ότι το θέμα αυτό, το έχει λύσει ήδη το Συμβούλιο της Επικρατείας από το 2010 όταν με απόφασή του αφαιρούσε την προσωρινή άδεια από κάποιον μικρό περιφερειακό σταθμό, απορρίπτοντας χωρίς περιστροφές κάθε συζήτηση επί του θέματος της προηγούμενης λειτουργίας του.
Ο «πατροκτόνος» του ΕΣΡ
Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποίησε ο Ε. Βενιζέλος ήταν αυτό του ΕΣΡ. Υποστήριξε με πάθος, ότι μετά και την δική του ιδίως συνταγματική αναθεώρηση του 2001, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης είναι το μόνο αρμόδιο για την χορήγηση τηλεοπτικών αδειών.
Και φυσικά, στράφηκε κατά της κυβέρνησης γιατί το παρέκαμψε αφού δεν μπόρεσε να το συγκροτήσει, συγκρίνοντας την με τον «πατροκτόνο» που δηλώνει δεξιά και αριστερά ως ελαφρυντικό, ότι είναι ορφανός!
Η σοφιστεία εδώ συναγωνίζεται τον νομικό εξυπνακισμό με ολίγη από ψεύδος. Γι’ αυτό, όπως σωστά του αντέταξε ο κ. Ι. Δρόσος, ας ψάξουμε να βρούμε ποιός είναι ο «πατροκτόνος» όταν στελέχη της ΝΔ και άλλων κομμάτων δήλωναν ότι δεν πρόκειται να συναινέσουν στην διάσκεψη των προέδρων ποτέ, προκειμένου να συγκροτηθεί το ΕΣΡ.
Έχουμε εδώ στην ουσία, κατάχρηση του δικαιώματος που δίνει το Σύνταγμα στην αντιπολίτευση, προκειμένου να συμμετέχει ενεργά στη συγκρότηση των ανεξάρτητων αρχών. Κατάχρηση που δεν ήταν βέβαια πολιτικά αθώα, καθώς υπέκρυπτε με τρόπο ιδιαίτερα φανερό είναι αλήθεια, την μύχια επιθυμία της αντιπολίτευσης να μην γίνει ο επίμαχος διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες και άρα, να συνεχισθεί το άνομο καθεστώς.
Διότι εάν πραγματικά ήθελε η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ να εφαρμοσθεί η συνταγματική επιταγή, στο ευαίσθητο αυτό θέμα και να διεξαχθεί από το ΕΣΡ, τι το ποιο λογικό, να βρει μια συμβιβαστική λύση και συμφωνήσει στη συγκρότησή του. Ιδίως όταν η κυβερνητική πρόταση συμπεριελάμβανε και πρόσωπα που ανήκαν ιδεολογικά και πολιτικά στον φιλελεύθερο χώρο.
Ο κ. Βενιζέλος, προσπέρασε την καταφανή κατάχρηση και τα πολιτικά παιγνίδια της αντιπολίτευσης. Ως λύση, αντέτεινε τη πρόταση να άλλαζε η κυβέρνηση με αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, δηλαδή με νόμο, τον τρόπο σύνθεσης της Διάσκεψης των προέδρων. Αλλά και πάλι δεν θα την κατακεραύνωνε για πραξικοπηματική παρέμβαση και φωτογραφική νομοθετική αλλαγή;
Όπως αναρωτήθηκε ο κ. Δρόσος, μπορεί αυτή η παρεμπόδιση επιβολής της νομιμότητας με το έτσι θέλω από κόμματα που αντιτίθεται στον διαγωνισμό, να προκαλέσει, κατάλυση της συνέχεια τους κράτους και της δημοκρατικής νομιμότητας;
Και γιατί, ρωτάμε εμείς,  η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να άρει το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί λόγω της στάσης της αντιπολίτευσης να μπλοκάρει τη λειτουργία των θεσμών είναι παράνομη και κατακριτέα;  Τη στιγμή μάλιστα, που τα ίδια αυτά κόμματα της σημερινής αντιπολίτευσης επί 27 χρόνια αδιαφόρησαν και δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να εφαρμόσουν την συνταγματική επιταγή στο τηλεοπτικό πεδίο, κάνοντας ντε φάκτο αποδεκτή, εν είδει χρησικτησίας, την εμπεδωμένη παρανομία;
Η τυχαιότητα, η βιωσιμότητα και τα παιγνίδια
Μέσα στην επιθυμία του να απονομιμοποιήσει τον διαγωνισμό, ο κ. Βενιζέλος εγκάλεσε την κυβέρνηση ότι με το τρόπο που τον διενήργησε, εννοώντας προφανώς για να πετύχει μεγαλύτερο τίμημα, αύξησε την τυχαιότητα και καθόρισε μοναδικό κριτήριο την οικονομική προσφορά. Οσο μεγαλύτερη όμως είναι η προσφορά, τόσο μεγαλύτερο το πλήγμα στην οικονομική του βιωσιμότητα, πρόσθεσε.
Εδώ ο κ. Βενιζέλος λέει μια αλήθεια. Πράγματι, ουδείς επιθυμεί να είναι μοναδικό κριτήριο το οικονομικό. Αλλά πως θα προσπεράσουμε το ζήτημα της βιωσιμότητας, βάσει του οποίου καθορίσθηκε ο αριθμός των αδειών πανελλαδικής εμβέλειας;
Εάν δεχθούμε ότι μια τηλεοπτική επιχείρηση πρέπει να έχει ξεκάθαρους διαφανείς πόρους ώστε να μην τους αναζητά κάτω από το τραπέζι, ή με θαλασσοδάνεια που έπαιρνε με πολιτικό αέρα από τις τράπεζες, τότε ο αριθμός των αδειών δεν μπορεί να είναι απεριόριστος αλλά πολύ συγκεκριμένος. Το ίδιο άλλωστε έκαναν σχεδόν όλες οι ευρωπαικές κυβερνήσεις. Ο αριθμός των αδειών είναι συνάρτηση της βιωσιμότητας παντού.
Αλλά ακόμη κι αν οι άδειες έπρεπε ή μπορούσε να είναι περισσότερες, αυτό δεν καθιστά τον διαγωνισμό ούτε άκυρο, ούτε παράνομο αυτοδικαίως.
Οσον αφορά το τίμημα που πλήρωσαν οι ενδιαφερόμενοι, αποτελεί από μόνο του, ένδειξη της μεγάλης ζημίας που προξένησαν στο δημόσιο συμφέρον όλα αυτά τα χρόνια, οι κυβερνώντες, του κ. Βενιζέλου συμπεριλαμβανομένου.
Οι απόψεις που ακούγονται ακόμη και από καθηγητές, ότι η πλειοδοσία για την παροχή του φάσματος, που είναι δημόσιο αγαθό, σε ιδιώτες δεν έχει καμία σχέση με το δημόσιο συμφέρον καθώς οδηγεί σε ιδιωτικοποίηση του δημόσιου αγαθού, προκαλούν τουλάχιστον απορία. Δηλαδή, σύμφωνα με τη θέση αυτή, θα ήταν καλύτερο να αφήσουμε να νέμονται τζάμπα, το δημόσιο αγαθό του φάσματος, οι ιδιώτες καναλάρχες που τα κατείχαν παράνομα μέχρι τώρα, αντί να τα παραχωρήσει το κράτος για μια δεκαετία, έναντι ακριβού τιμήματος.
Ενδιαφέρον έχει επίσης και το επιχείρημα περί τυχαιότητας. Το ανέπτυξε ο κ. Βενιζέλος για να δικαιολογήσει τον οικονομικό παραλογισμό του διαγωνισμού. Αλλά με το τρόπο αυτό έκανε ταυτόχρονα δύο πράγματα: Πρώτον άδειασε όλους αυτούς που είχαν καταγγείλει εκ των προτέρων συνωμοσία της κυβέρνησης εναντίον κάποιων ή υπέρ άλλων υποψηφίων.Πως μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα πάρει άδεια κάποιος όταν επικρατεί η τυχαιότητα;
Και δεύτερον επιβεβαίωσε όχι μόνο το αδιάβλητο του διαγωνισμού αλλά και ότι ήταν σχεδιασμένος για μεγιστοποίηση των προσφορών.
Η τυχαιότητα βέβαια, δεν απέκλεισε ούτε αποκλείει την διαιώνιση της διαπλοκής με άλλα πρόσωπα και άλλα μέσα. Εχουμε ξαναγράψει, ότι το αποκλειστικό οικονομικό κριτήριο, μεγιστοποιεί ίσως το τίμημα, όταν κάποιοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν, δεν αποκλείει όμως άλλες συναλλαγές, τωρινές ή μέλλουσες. Και σε αυτό έχει απόλυτο δίκιο ο . Βενιζέλος.
Η διαπλοκή, δεν καταπολεμάται με διαπλοκή, αλλά με διαφάνεια, ενίσχυση των κοινωνικών πρωτοβουλιών σε όλα τα επίπεδα. Γιατί προφανώς δεν υπάρχει καλή και κακή διαπλοκή. Η εξουσία πρέπει να ελέγχεται με σοβαρότητα, νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα από τα ΜΜΕ και όχι να συναλλάσσεται μαζί τους. Από αυτή την κατάσταση, δυστυχώς απέχουμε παρά πολύ ακόμη.
Τα τηλεοπτικά ΜΜΕ ως όχημα αντικυβερνητικής προπαγάνδας
Αυτή τη στιγμή, ζούμε δυστυχώς την οργουελική αντίληψη της ενημέρωσης, όπου ο κάθε θιγόμενος εργολάβος, επιχειρηματίες ή βαρώνος των ΜΜΕ , που εξέπεμπε μέχρι τώρα χάρις στην παράνομη και αντισυνταγματική παράλειψη του κράτους να χορηγήσει νόμιμες άδειες, θεωρεί ότι η ενημέρωση και η πληροφόρηση του πολίτη είναι απόλυτο προνόμιο του και έχει μετατρέψει τα «παράνομα κανάλια» του, σε όχημα μονομερούς προπαγάνδας, λάσπης και επίθεσης κατά της κυβέρνησης με στόχο την πτώση της και την μη ολοκλήρωση του διαγωνισμού.
Η ουσιαστική μάχη γίνεται τελικά για κάτι πολύ μεγαλύτερο από το μαύρο, σ΄ένα κανάλι που εκπέμπει χωρίς άδεια. Αφορά την ίδια τη Δημοκρατία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: