Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Ν. Γιαλούρη : Αγνοούν οι Γάλλοι την πολιτιστική ιστορία τους;

Η  αναγεννησιακή  Αντίμπ, η  αρχαία  ελληνική  Αντίπολις, η  τρίτη  μεγαλύτερη  μασσαλιωτικη  αποικία.



Πριν μερικά χρόνια ο Ν. Γιαλούρης* (1918-2011), Αρχαιολόγος έγραψε ένα άρθρο υπενθυμίζοντας την αποφασιστική συμβολή του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση του γαλλικού πολιτισμού, για τον οποίο τόσο επαίρονται οι Γάλλοι και παραδόξως φαίνεται πως αγνοούν βασικούς συντελεστές του Με την σημερινή κρίση και την υποβάθμιση που γίνεται εσκεμμένα από τους ευρωπαίους «φίλους» μας καλό είναι να τους υπενθυμίζουμε μερικές ουσιαστικές πραγματικότητες

Αγνοούν οι Γάλλοι την πολιτιστική ιστορία τους;

Ακόμα και σ' αυτήν την καρδιά της Γαλλίας το Παρίσι και στη γειτονική του Chartres, όπως πληροφορεί ο Ιούλιος Καίσαρ, δρυίδες ιερείς δίδασκαν στους νέους την ελληνική φιλοσοφία και γλώσσα

Του Ν. ΓΙΑΛΟΥΡΗ*
Η ίδρυση της Μασσαλίας από Έλληνες της Μικρασιατικής Ιωνίας στα 600 π.Χ., η γοργή ανάπτυξη της και η αποίκηση από αυτήν και άλλων περιοχών της Νότιας Γαλλίας - Ολβία, Νίκαια (Nices), Αντίπολη (Antibes), Μόνοικο (Monaco), Αγαθή (Agte) κ.ά. - συνετέλεσαν στη μεταλαμπάδευση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας στη χώρα των Γαλατών. Σύντομα αποβαίνει η Μασσαλία σπουδαίο κέντρο, εμπορικό αλλά και πολιτιστικό, και η ακτινοβολία της απλώνεται σε ολόκληρη τη Γαλατία καθώς και στους γειτονικούς λαούς της Ισπανίας και της Ελβετίας.
Ο Στράβων (Δ 180-181), που έζησε στο δεύτερο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα, πληροφορεί χαρακτηριστικά:
«Καθώς εξημερώνονταν σιγά -σιγά οι βάρβαροι που κατοικούσαν βορειότερα και αφήνοντας τα πολεμικά έργα στρέφονταν στην οργάνωση της πολιτείας και στη γεωργία, οι πιο μορφωμένοι και προοδευτικοί επιδίδονταν στην άσκηση του λόγου και στη φιλοσοφία ώστε η Μασσαλία πολύ σύντομα έγινε παιδευτήριο των Γαλατών τους οποίους μετέβαλε σε φιλέλληνες· έτσι ακόμα και τα συμβόλαια τους διατύπωναν στα ελληνικά. Η Μασσαλία είχε πείσει και τους επιφανέστερους των Ρωμαίων, που ήταν φιλομαθείς, να σπουδάζουν εκεί (στη Μασσαλία) αντί να πηγαίνουν στην Αθήνα. Βλέποντας λοιπόν οι Γαλάτες τους Ρωμαίους που ζούσαν ειρηνικά, πρόθυμα επιδόθηκαν και αυτοί στις ίδιες ασχολίες και μάλιστα όχι μεμονωμένα, αλλά και με μέριμνα της γαλατικής πολιτείας. Δέχονταν λοιπόν "σοφιστές" όχι μόνο ατομικά ο κάθε Γαλάτης αλλά και το κοινό κάθε πόλης, τους οποίους μίσθωνε με δαπάνη της, όπως ακριβώς έκανε και για τους γιατρούς».

 Ρομαντική  γαλλική  απεικόνιση  του  1875  του  μύθου  της  ίδρυσης  της  Μασσαλίας:  η  πριγκήπισσα  Γύπτις  προσπερνά  αδιάφορη  τους  απογοητευμένους  εντόπιους  μνηστήρες  και  επιλέγει  τον  Ελληνα  Πρώτη.

Ένας άλλος συγγραφέας, ο λατίνος ιστορικός Pompeius Trogus (Justinus 43, 4, 1 κ.ε.), που έζησε την εποχή του Αυγούστου, διαβεβαιώνει ότι σε τόση έκταση και βάθος είχε επιβληθεί πολιτιστικά η Μασσαλία στους Γαλάτες ώστε να διερωτάται κανείς αν οι Έλληνες μετώκησαν στη Γαλατία ή μάλλον οι Γαλάτες μετώκησαν στην Ελλάδα.
Όσο λοιπόν και αν φαίνεται απίστευτο, η παρουσία της Ελλάδας είναι πια βαθιά και πλατιά αισθητή στα χρόνια του Στράβωνα στην Κεντρική Ευρώπη από το Languedoc ως και τις Άλπεις και ακόμα πιο πέρα. Είναι ακριβώς η εποχή που ο Ιούλιος Καίσαρ στον 1ο αιώνα π.Χ. επεκτείνει τη ρωμαϊκή κυριαρχία σε όλη σχεδόν την περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης υποτάσσοντας Γαλάτες, Ελβετούς και Γερμανούς. Τις φάσεις της εκστρατείας εξιστορεί ο Ιούλιος Καίσαρ δίνοντας στο βιβλίο του De Bello Gallico άφθονες λεπτομέρειες για τη ζωή των λαών που υπέταξε.
Στο έργο του αυτό ο Καίσαρ (VI 14) μιλά μεταξύ άλλων και για μια ανώτερη τάξη Κελτών, τους Δρυίδες, ιερείς και φιλοσόφους, που δίδασκαν τους νέους ηθική, μυθολογία και ποίηση, αλλά και δικαστές ονομαστούς για τη δίκαιη κρίση τους. Οι αρχαίοι συγγραφείς συνδέουν τη φιλοσοφία των Δρυιδών με εκείνη των Πυθαγορείων. Στις πιο πάνω αρχαίες ειδήσεις ο Καίσαρ προσθέτει:
«Οι Δρυίδες πιστεύουν ότι δεν είναι ορθό η διδασκαλία τους να γίνεται με γραπτά κείμενα, αλλά μόνο προφορικά, ωστόσο σε όλες τις άλλες, ιδιωτικές και δημόσιες, δραστηριότητες χρησιμοποιούν τα ελληνικά γράμματα».
Τέλος ο Καίσαρ σε άλλο κεφάλαιο του έργου του (Ι, 29) πληροφορεί:
«Στο στρατόπεδο των Ελβετών βρέθηκαν και δόθηκαν (στον Καίσαρα) πίνακες ονομάτων σε ελληνική γραφή. Σε αυτούς αναγράφονταν χωριστά ονόματα των μαχίμων, των γερόντων, των γυναικών και των παιδιών, συνολικά τριακοσίων εξήντα οκτώ χιλιάδων ατόμων».
Αξιοσημείωτο στις ειδήσεις αυτές του Ιουλίου Καίσαρα είναι το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν οι Γαλάτες και οι γείτονες τους για την ελληνική γλώσσα, παρά το γεγονός ότι η γλώσσα των Λατίνων ήταν γεωγραφικά πολύ πλησιέστερη στις χώρες τους.

 Νόμισμα  Μασσαλίας

Είναι περιττό, αναμφίβολα, να υπενθυμίσω ότι το ίδιο ενδιαφέρον επιδεικνύεται και στον χώρο της τέχνης, όπως βεβαιώνουν τα αναρίθμητα έργα, πρωτότυπα ή αντίγραφα, που βρέθηκαν και έρχονται κάθε τόσο στο φως στην Κεντρική Ευρώπη, αλλά και στην Αγγλία.
Ακόμα και σ' αυτήν την καρδιά της Γαλλίας, το Παρίσι (τότε Lutetia), και στη γειτονική του Chartres (τότε Autricum και αργότερα Carnutum), όπως πληροφορεί και πάλι ο Καίσαρ (VI, 13-14), δρυίδες ιερείς δίδασκαν στους νέους την ελληνική φιλοσοφία και γλώσσα. Μερικούς αιώνες αργότερα η Chartres θα γίνει και πάλι πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο και μάλιστα το κατ' εξοχήν κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης στην Ευρώπη του 12ου αιώνα.
Επίσκοποι της Chartres και σοφοί δάσκαλοι επικεφαλής της ομώνυμης Σχολής (Bernhard de Chartres κ.ά.) εγκωμιάζονται ως βαθείς μελετητές της κλασικής προχριστιανικής γραμματείας και φιλοσοφίας, συνταιριασμένες με τη χριστιανική ιδεολογία. Πόσο βαθιά ήταν ποτισμένη η σχολή της Chartres από την Ελλάδα και την ελληνική σκέψη φανερώνει η γλυπτική και η ζωγραφική διακόσμηση του καθεδρικού ναού της. Οι μορφές των μεγάλων ελλήνων φιλοσόφων, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, δασκάλων των γάλλων επισκόπων της Chartres, κοσμούν τον ναό μαζί με τις εικόνες των προφητών και των αγίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ακόμα και οι προσωποποιήσεις της κοσμικής γνώσης κοσμούν τους τοίχους του ναού: της Γραμματικής, Διαλεκτικής, Ρητορικής, Αριθμητικής, Αστρονομίας, Γεωμετρίας και Μουσικής.
Άλλα σχόλια περιττεύουν.

*Ν. Γιαλούρης, Αρχαιολόγος,
τ. Γενικός Επιθεωρητής Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεων.



Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1918. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα, όπου στη συνέχεια σπούδασε Αρχαιολογία. Απέκτησε ευρύτατη κλασική παιδεία και παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Βασιλείας, της Ζυρίχης και της Γενεύης, οι οποίες του προσέφεραν την στέρεη επιστημονική υποδομή, απαραίτητη για τη συνολική θεώρηση της έννοιας του Κλασικού, που τον ενδιέφερε διαχρονικά. Ανακηρύχτηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Βασιλείας το 1949.
Από το 1951 υπηρέτησε την Αρχαιολογική Υπηρεσία από διάφορες θέσεις, συνδέοντας την υπαλληλική του σταδιοδρομία με την άνθιση της ελληνικής αρχαιολογίας. Μέσα στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια τοποθετήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία, όπου ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα. Οργάνωσε Μουσεία στην Ηλεία, την Αχαΐα αλλά και τη Μεσσηνία, προετοίμασε και επέβλεψε την κατασκευή αλλά και τη μουσειολογική – μουσειογραφική έκθεση των αρχαιοτήτων του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου της Ολυμπίας. Διεξήγε δεκάδες ανασκαφών σε ολόκληρη τη Δυτική Πελοπόννησο, προσφέροντας πολύτιμες γνώσεις για την αρχαιολογία της περιοχής. Έργο ζωής του υπήρξε η συστηματική ανασκαφή της αρχαίας Ήλιδας, της οργανώτριας πόλης των Ολυμπιακών Αγώνων.


Ο Νίκος Γιαλούρης ανέλαβε κρίσιμες θέσεις στην Αρχαιολογική Υπηρεσία με επιστέγασμα την ανάληψη των καθηκόντων του Γενικού Επιθεωρητή Αρχαιοτήτων. Πνεύμα ευρύ, ανήσυχο και πρωτοπόρο οργάνωσε μεγάλες εκθέσεις ελληνικών αρχαιοτήτων στο εξωτερικό, ενώ εισήγαγε και θεμελίωσε την ενάλια αρχαιολογική έρευνα στην Ελλάδα. Πολυγραφότατος και με βαθιά γνώση του Κλασικού Πολιτισμού ασχολήθηκε τόσο με τη συστηματική δημοσίευση των ανασκαφικών του πορισμάτων, τη διδασκαλία σε Πανεπιστήμια της ημεδαπής και της αλλοδαπής, όσο και με θέματα που άπτονται της Διαχρονικής Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων αλλά και της Αρχαίας Ελληνικής Γλυπτικής.
Απεβίωσε στις 24.11.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: