Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Το αντί μετάξικό κίνημα στα Χανιά το 1938


Οι ηγέτες του κινήματος των Χανίων: αριστερά ο Αριστ. Μητσοτάκης



Το αντί μετάξικό κίνημα στα Χανιά το 1938

  • Πρωταγωνιστές του οι: Α. Μητσοτάκης, Μαν. Βολουdάκης, Εμ. Μπακλατζής, Ι. Μουντάκης, Εμ. Μάντακας.
  • Όλοι οι δημοκρατικοί τους παρότρυναν αλλά τελικά μόνο τα Χανιά έπεσαν.
  • Η τύχη των επαναστατών.
Τον Ιούλιο του 1938 και συγκεκριμένα στις 28 του μηνός, σημειώθηκε η μόνη ένοπλη εξέγερση κατά της δικτατορίας Μεταξά. Έγινε στα Χανιά της Κρήτης και έμεινε γνωστή ως «Κίνημα των Χανίων».
Μετά την επικράτηση της 4ης Αυγούστου, στην Κρήτη δεν έπαυαν να ακούγονται κατά καιρούς κάποιες φήμες για κίνημα που θα ξεκινούσε από τη Μεγαλόνησο για να εξαπλωθεί έπειτα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Οι διαδόσεις αυτές και ο γνωστός βενιζελισμός των Κρητικών ανάγκασαν τον Μεταξά να πάρει κάποια μέτρα. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και ο διορισμός έμπιστων προσώπων του σε καίριες διοικητικές θέσεις, όπως του νομάρχη Ανδρέα Μάρκελλου και του συνταγματάρχη Ν. Διαμαντόπουλου. Οι ανησυχίες του Μεταξά και του υπουργού Δημοσίας Τάξεως Κ. Μανιαδάκη δεν ήταν χωρίς αντίκρυσμα. Στην Αθήνα κάποιοι κινούνταν για την οργάνωση της εξεγέρσεως στην Κρήτη. Στο γραφείο του δικηγόρου Κανδηλάκη συναντιόνταν ο επιτελικός αξιωματικός Θεόδωρος Μανέτας, ο πολιτευτής Περικλής Αργυρόπουλος, ο Εμμανουήλ Μάντακας, απότακτος αξιωματικός και άλλοι, που κατέστρωναν σχέδια και παρακινούσαν τους Κρήτες πολιτικούς Αριστομένη Μητσοτάκη και Μαν. Βολουδάκη να οργανωθούν και να ξεσηκώσουν τον λαό της  Κρήτης παράλληλα με τις άλλες ενέργειες που θα γίνονταν στην Αθήνα.
Στην πρωτεύουσα το σχέδιο προέβλεπε κατάληψη του Ραδιοφωνικού Σταθμού, από όπου θα εκαλείτο ολόκληρη η Ελλάδα να ξεσηκωθεί, σαμποτάζ στην Ηλεκτρική Εταιρεία, ώστε να βυθιστεί η Αθήνα στο σκοτάδι, σύλληψη του Μανιαδάκη και εξέγερση σε μερικούς στρατώνες. Οι πρωτεργάτες του κινήματος πίστευαν ότι, αν οι Κρητικοί κρατούσαν λίγες ημέρες, θα επαναστατούσαν πολλές επαρχιακές φρουρές. Και όλα αυτά παρά τη γνώμη πολιτικών κύκλων των Αθηνών, που ήταν αντίθετοι με το κίνημα, γιατί ούτε καμιά σοβαρή προετοιμασία έβλεπαν, και, το κυριότερο, γιατί φοβούνταν ότι έτσι θα παρατεινόταν περισσότερο η δικτατορία. «Παράτασιν της δικτατορίας θα φέρουν τοιαύται μεμονωμένοι πρωτοβουλίαι», έλεγε σε φίλους του ο Σοφούλης. Χαρακτηριστικό της «ηττοπάθειας» που επικρατούσε στους αντιδικτατορικούς κύκλους των Αθηνών, είναι και μια επιστολή που έστειλε ο Θ. Σοφούλης στον βουλευτή Πολύχρονη Πολυχρονίδη. Έγραφε ο γηραιός πολιτικός:
«Φίλτατε κ. Πολυχρονίδη.
Η στάσις του Κρητικού λαού μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας. Κατ' ουδένα λόγον όμως επιτρέπεται να αφήσωμεν να συντριβή ασκόπως το μεγαλύτερον εθνικόν και ηθικόν κεφάλαιον, το οποίον υπολείπεται σήμερον εις το Έθνος. Ανάγκη επιτακτική επιβάλλει εις όλους υμάς την υποχρέωσιν να προσπαθήσετε με κάθε τρόπον να συγκρατήσετε την πατριωτικήν ορμήν του λαού. Η αισθηματική του φιλοτιμία πρέπει επί του παρόντος να υποταγή εις τα γενικώτερα συμφέροντα του Έθνους. Ο δεδοκιμασμένος πατριωτισμός του Κρητικού λαού μας εγγυάται περί τούτου. Ο κ. Κασελάκης θα σας μεταδώσει τις απόψεις μου, γνωστάς άλλωστε εις υμάς. Φιλικώτατα Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ»
Σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία και την εκδήλωση του κινήματος έπαιξε  και ο Εμμανουήλ Τσουδερός, διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, ο οποίος υπήρξε και ο κυριότερος χρηματοδότης. Τον ρόλο του Τσουδερού γνώριζε ο Άγγλος πρεσβευτής, ο οποίος δεν ενημέρωσε τον Μεταξά, επειδή πάντα επιδίωκε να υπάρχει μια εναλλακτική λύση στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Μικρή μόνο ανάμιξη στο κίνημα είχαν και μερικά στελέχη του Κ.Κ.Ε. εξαιτίας κυρίως των συστηματικών διωγμών που υφίσταντο οι κομμουνιστές από το καθεστώς. Πάντως το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπάθησε να «αξιοποιήσει» προς όφελος του όσο μπορούσε το κίνημα. Με καθυστέρηση δύο περίπου μηνών, στις 25 Σεπτεμβρίου, ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε μανιφέστο του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής, με το οποίο καλούσε τον λαό, τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας και τη νέα γενιά να εκφράσουν με έργα την αλληλεγγύη τους προς το «απελευθερωτικό» κίνημα της Κρήτης. Αργότερα, τον Μάρτιο του 1939, σε απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος αναφερόταν: «Το Κόμμα μας έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο τόσο στην ένοπλη αντιδικτατορική εξέγερση της Κρήτης, όσο και στους άλλους αγώνες του ελληνικού λαού».
Η αλήθεια είναι, ότι και οι ίδιοι οι επαναστάτες δεν πίστευαν, όπως άλλωστε απέδειξαν μετέπειτα γεγονότα, στην επικράτηση του κινήματος. Επιζητούσαν απλώς μια αναταραχή, μια δυναμική έκφραση αντιθέσεως προς το καθεστώς του Μεταξά, ώστε να αναγκαστεί ο Γεώργιος να τον απομακρύνει από την εξουσία.
Στις 25 Ιουλίου ήλθε στα Χανιά ο Αριστομένης Μητσοτάκης και άρχισε τις διαβουλεύσεις και τις προετοιμασίες με τον Εμμανουήλ Μπακλατζή, τον Δήμαρχο Ι. Μουντάκη, τον Μανούσο Βολουδάκη, τον Ι. Παϊζη και τον δικηγόρο Ε. Χατζηαγγελή. Στρατιωτικός Διοικητής Κρήτης μετά την επικράτηση των επαναστατών είχε ορισθεί ο απότακτος συνταγματάρχης Εμμανουήλ Μάντακας. Οι κινηματίες, εκτός από τη λαϊκή συμμετοχή, υπολόγιζαν, αν όχι στη  βοήθεια, τουλάχιστον στην ανοχή του στρατού που βρισκόταν στην Κρήτη και της Χωροφυλακής. Γύρω στους 200 άνδρες είχε το Σύνταγμα Χανίων και άλλους τόσους περίπου το 43ο Σύνταγμα Ηρακλείου και το Σύνταγμα Πυροβολικού στη Σούδα. Όλες αυτές οι μονάδες διοικούνταν από ντόπιους αξιωματικούς, όπως ο συνταγματάρχης Σακόρραφος και ο διοικητής του 14ου Συντάγματος Χανίων, συνταγματάρχης Στ. Ποθουλάκης.


Το ραντεβού ορίστηκε για τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιουλίου 1938. 

Το πρωί της παραμονής πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο ιατρείο του δημάρχου Γιάννη Μουντάκη. Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής: «Πήγαμε δύο από τη Φιλική Εταιρεία. Περιμέναμε σύσκεψη της Επαναστατικής Επιτροπής και βρήκαμε σύναξη στελεχών. Ο Μητσοτάκης που τις τελευταίες μέρες είχε πάρει τα μέτρα του για ν’ αποφύγει τη σύλληψη, έστειλε τους αντιπροσώπους του. Αντιπροσώπους έστειλαν και οι βενιζελικοί. Ήταν κι ο αντιπρόσωπος της κομμουνιστικής οργάνωσης Χανίων. Όλοι – όλοι καμιά δεκαπενταριά… Κανένα μέτρο προφύλαξης. Πειράγματα, αστεία, φωνές. Μερικοί περίεργοι από τα γειτονικά μαγαζιά – το ιατρείο βρισκόταν στο κέντρο της παλιάς πόλης κοντά στην πλατεία της Σπλάντζιας – ήρθαν να ρωτήσουν τι συμβαίνει. Η κίνηση ασυνήθιστη, η πόρτα ανοιχτή, ένας τοίχος μας χώριζε από το δρόμο. “Ο δήμαρχος βαφτίζει” ήταν η απάντηση. Οι περίεργοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι, έλεγαν κανένα χωρατό, χαμογελούσαν πονηρά, έφευγαν. Ένας είπε: “Καλά κρασιά”. Αλλος: “Η ώρα η καλή”». Μέσα σε τέτοιες συνθήκες «συνομωτικότητας» με μία σύσκεψη που κράτησε όλο κι όλο μισή ώρα, η εξέγερση ορίστηκε περί τις 2 το πρωί της 29ης Ιουλίου. Από στόμα σε στόμα κ η είδηση έφτασε αστραπιαία παντού.


Το απόγευμα της 28ης Ιουλίου, το μυστικό για την εξέγερση δεν ήταν πια διόλου μυστικό. Απροσδιόριστη ήταν η ακριβής ώρα εκδηλώσεως του. Πάντως, στους δρόμους των Χανίων, στις γειτονιές και στα γύρω χωριά, μια ήταν η φράση που ανέβαινε στα χείλη όλων: «Απόψε θα γίνει χαλασμός». Η είδηση έφτασε φυσικά και στ' αυτιά των τοπικών Αρχών. Στα Χανιά, λίγες ώρες πριν την εκδήλωση του κινήματος, συνελήφθησαν ο Μπακλατζής και ο Παϊζης, ενώ συγχρόνως πάρθηκαν τα πρώτα σπασμωδικά μέτρα για την αντιμετώπιση των κινηματιών. Διατάχθηκε γενική επιφυλακή του στρατού και της Χωροφυλακής, ενισχύθηκε η άμυνα των   στρατώνων   και   περίπολοι  βγήκαν στους δρόμους των Χανίων. Αλλά, όπως είπαμε, ούτε ο στρατός, ούτε η Χωροφυλακή είχαν καμιά διάθεση να χτυπήσουν.
Από τις 12 τα μεσάνυχτα ομάδες των κινηματιών έφτασαν στα Χανιά από τα χωριά αρχίζουν να συγκεντρώνονται στο Ορφανοτροφείο, άλλοι άοπλοι, άλλοι οπλισμένοι με κάθε λογής όπλα, μάλλιγχερ μακριά και κοντά, γκράδες και γκραδάκια, μάουζερ, τιλεμπέλ, τσιφτέδες, μερικά τόσο σκουριασμένα που αμφίβολο αν θα έπαιρναν φωτιά. Σφαίρες ελάχιστες, αλλά ηθικό υψηλό. Η ώρα περνά, αλλά από τους ηγέτες κανείς ακόμα. Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής, «ύστερα από είκοσι χρόνια μαθεύτηκε πως και την τελευταία στιγμή αμφιταλαντεύονταν». Τελικά φτάνουν στη συγκέντρωση περασμένες 4.
Λίγο πριν από τις τέσσερις, πλησίασαν απειλητικά τους στρατώνες των Χανίων και άρχισαν να χτυπούν με τους γκράδες, αλλά όχι στο «ψαχνό». Οι σφαίρες ρίχνονταν στα κεραμίδια και στους τοίχους του στρατώνα. Η αντίδραση των στρατιωτών υπήρξε χλιαρή, γιατί οι περισσότεροι ήταν Κρητικοί και όσοι αποπειράθηκαν να ρίξουν, εμποδίστηκαν. Οι επαναστάτες, αφού δρασκέλισαν τη μάντρα, μπήκαν στο στρατόπεδο. Οι στρατιώτες αναγκάστηκαν να κλειστούν στους θαλάμους. Σε λίγο οι πόρτες έσπασαν και οι πρώτοι στρατιώτες αφοπλίστηκαν από τους επαναστάτες, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των αξιωματικών. Μετά τον αφοπλισμό των στρατιωτών, οπλίστηκαν όσοι είχαν φτάσει στα Χανιά με ραβδιά. Εκτός από τους στρατώνες οι επαναστάτες κατέλαβαν και τις αποθήκες οπλισμού και πολεμεφοδίων και τον σταθμό ασυρμάτου. 
Από το πλήθος καταλήφθηκαν αναίμακτα πέραν του Στρατώνα στη Σούδα, το Τηλεγραφείο, η Γενική Διοίκηση, τα γραφεία της Διοίκησης Χωροφυλακής, της Μεραρχίας, της Ασφάλειας και τα Αστυνομικά τμήματα. Στα γραφεία του 14ου Συντάγματος συνεδριάζουν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες. Ο Γενικός Διοικητής Κρήτης Σφακιανάκης, ο Γενικός Γραμματέας Ιππόλυτος, ο διοικητής της Μεραρχίας, ανώτεροι υπάλληλοι τα έχουν χαμένα και παραδίνονται.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι συλλήψεις και τα μέτρα που λήφθηκαν για την προφύλαξη της εξέγερσης από τους εχθρούς της εν πολλοίς ήταν αστεία. Γράφει ο Χατζηαγγελής: «Δεν πήραμε στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και ασφάλειας. Ύστερα από την κατάληψη των αρχών και τη σύλληψη των πολιτικών και στρατιωτικών εκπροσώπων της δικτατορίας, δεν αφοπλίσαμε τη χωροφυλακή. Παντού μπήκαν ένοπλοι επαναστάτες, παντού κάποιος χωροφύλακας χαμογελούσε “κι εμείς μαζί σας – προσχωρούμε”, παντού κάποιος βενιζελικός παράγοντας βρισκόταν από μηχανής θεός ν’ αποτρέψει τον αφοπλισμό, την απομάκρυνση, την αντικατάσταση από τον επαναστατημένο λαό, που είχε την ευθύνη για την τάξη. Δεν αφοπλίστηκε ολοκληρωτικά ο στρατός, δεν εγκαταστάθηκε από την πρώτη στιγμή στους στρατώνες λαός, να γίνει λόχος, τάγμα, να στήσει καζάνι, να πάρει παλάσκες και γυλιό. Δεν απομονώθηκε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Ο υπουργός Σφακιανάκης οδηγήθηκε από ενόπλους στο σπίτι του. Μπορεί να βρέθηκε και κάποιος που να του ζήτησε συγνώμη για την ενόχληση. Κάποιος έπεισε τους ενόπλους να μείνουν στο σπίτι του να τον φυλάνε μήπως και τον πειράξει κανείς. Του άφησαν και το τηλέφωνο να τηλεφωνήσει στους φίλους του στα Χανιά, στην Αθήνα, στο Ηράκλειο πως χαίρει άκρας υγείας και να μην ανησυχούν».



Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» με τις πρώτες εκτιμήσεις για το κίνημα των Χανίων

Όλοι πάντως πανηγύριζαν με κωδωνοκρουσίες, ζητωκραυγές και ομοβροντίες στον αέρα. Την επόμενη του κινήματος, στις 10 το πρωί, συγκεντρώθηκαν στη Γενική Διοίκηση οι αρχηγοί, Εμμ. και Ι. Μουντάκης, ο Μητσοτάκης, ο Βολουδάκης, ο Γεωργιλαδάκης, ο Μπακλατζής, ο Μανουσάκης, ο Μάντακας και ο εκπρόσωπος του Κ.Κ.Ε., Μάρκος Βαφειάδης. Οι αρχηγοί των επαναστατών έστειλαν αμέσως με τον ασύρματο στην Αθήνα διάγγελμα, που απευθυνόταν στον βασιλιά, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τον Ελληνικό λαό. Το διάγγελμα εκείνο έλεγε:
«Προς την Α.Μ. τον Βασιλέα. Προς τας Ενόπλους Δυνάμεις. Προς τον ελληνικόν λαόν.
Στρατός και λαός αδελφωμένοι κατέλυσαν αρχάς λαομισήτου τυραννίας εκπροσωπούμενης υπό στρατηγού   Μεταξά.  Λαός  ανακτήσας ελευθερίας αυτού απευθύνεται προς την Α.Μ. τον Βασιλέα και ζητεί την άμεσον απομάκρυνσιν της τυραννικής Κυβερνήσεως Μεταξά, την αποκατάστασιν του κράτους του νόμου και των λαϊκών ελευθεριών και τον σχηματισμόν κυβερνήσεως εθνικής σωτηρίας εκ των αρίστων Ελλήνων, αδιακρίτως πολιτικών παρατάξεων, προς αντιμετώπισιν των αμεσωτάτων εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων, τους οποίους διατρέχει η χώρα μας και δια την δημιουργίαν μιας νέας Ελλάδος, πράγματι ηνωμένης ψυχικώς και ικανής να αντιμετώπιση με σθένος και φρόνησιν τας δύσκολους στιγμάς, που διέρχεται η ανθρωπότης. Με αδελφικόν χαιρετισμόν προς τας ενόπλους δυνάμεις και ολόκληρον τον λαόν. Ζήτω ο Βασιλεύς, ζήτω η Ελλάς. Η Επαναστατική Επιτροπή: Μητσοτάκης, Βολουδάκης, Μουντάκης, Παΐζης, Μάντακας στρατιωτικός διοικητής».
Το διάγγελμα των επαναστατημένων Κρητικών δεν το πήρε ο ίδιος ο βασιλιάς, ο οποίος παραθέριζε στην Κέρκυρα. Για τα συμβάντα τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ο Μεταξάς.


Το πρωί της Παρασκευής 29 Ιουλίου βρίσκει τους Χανιώτες σε επαναστατικό ενθουσιασμό αλλά και ανήσυχους. Στις 11π.μ. γίνεται λαϊκή συγκέντρωση στην Πλατεία Σιντριβανιού. Η εξέγερση έχει πετύχει, αλλά οι ομιλητές από τον εξώστη του κέντρου «ΒΙΜ», με πρώτο τον Μητσοτάκη, επιβεβαιώνουν πως το κίνημα των Χανίων είναι μοναδικό στο νησί. Στην πραγματικότητα κανείς δεν είχε φροντίσει από τα πριν να ειδοποιήσει την υπόλοιπη Κρήτη ή να την εντάξει στο σχεδιασμό της εξέγερσης πρότι αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Το μούδιασμα του λαού ήταν αναπόφευκτο. Και αντί οι ηγέτες του κινήματος να τον εμψυχώσουν, υποτίμησαν τη νοημοσύνη και τις διαθέσεις του όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής ” (Ο Μητσοτάκης) δεν τόνισε την σημασία της πάλης ενάντια στο λαομίσητο φασισμό και της αλλαγής που θα γινόταν με την αποκατάση της Δημοκρατίας. Δε ζήτησε από το λαό συγκεκριμένα τι να κάνει, ποια είναι τα καθήκοντα της στιγμής ‘Πηγαίνετε στα σπίτια σας να φάτε και τ’ απόγευμα ελάτε στη στρατώνα να πάμε για Ρέθυμνο, Ηράκλειο’ Ο λαός αντί να ενθουσιαστεί πάγωσε ακόμα πιο πολύ”. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προς το τέλος του συλλαλητηρίου δύο αεροπλάνα ρίχνουν στην πόλη μια προκήρυξη του Δικτάτορα Μεταξά ο οποίος δήλωνε αποφασισμένος να πατάξει «τους στασιαστάς διά παντός μέσου», ενημερώνοντας ταυτοχρόνως ότι «παντού της Ελλάδος επικρατεί απόλυτος τάξις και ησυχία».
 Κων. Μανιαδάκης υφυπουργό Δημοσίας Ασφαλείας της Κυβέρνησης Ι. Μεταξά

Τα «κακά μαντάτα» για το κίνημα φάνηκαν ιδίως μετά τις 11, όταν έγινε το επαναστατικό συλλαλητήριο στο Σιντριβάνι, όπου και ο ενθουσιασμός των πρώτων ωρών είχε περάσει και δεν πήραν μέρος όλοι οι Χανιώτες. Η απογοήτευση έφθασε στο αποκορύφωμα της, όταν φάνηκαν δυο αεροπλάνα που περνούσαν πολύ χαμηλά σκορπίζοντας προκηρύξεις. Η προκήρυξη που υπέγραφε ο Μεταξάς ανέφερε:
«Καθ' ην στιγμήν ητοιμαζόμην να αναχωρήσω εξ Αθηνών προς υπογραφήν συμφωνίας μεγίστου εθνικού συμφέροντος, ένοπλοι στασιασταί εισήλθον και κατέλαβον την πόλιν των Χανίων. Είμαι αποφασισμένος να πατάξω τους στασιαστάς δια παντός μέσου ίνα επιβάλω το κράτος του νόμου και εξασφαλίσω εις τον Κρητικόν λαόν ησυχίαν και τάξιν... Στηριζόμενος εις τα πατριωτικά αισθήματα του Κρητικού λαού και εις τα δείγματα εμπιστοσύνης που μου επέδειξε, τον προσκαλώ να απογύμνωση τους στασιαστάς και να κατάδειξη εις τον Ελληνικόν λαόν, ότι η Κρήτη ίσταται παράλληλος και αλληλέγγυος προς το εθνικόν σύνολον. Παντού της Ελλάδος επικρατεί απόλυτος τάξις και ησυχία.
Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Ι. Μεταξάς». 

Οι ελπίδες των επαναστατών, ότι θα ξεσηκωνόταν αμέσως ολόκληρη η Κρήτη, διαψεύστηκαν. Το Σύνταγμα Πυροβολικού της Σούδας όχι μόνο δεν έμεινε αδιάφορο, αλλ' απεναντίας οι άνδρες του οχυρώθηκαν στο φρούριο αποφασισμένοι να αμυνθούν. Ούτε στο Ρέθυμνο ούτε στο Ηράκλειο σημειώθηκε κίνηση.
Οι χωρικοί, άλλοι με τα τουφέκια που άρπαξαν από τους στρατώνες και άλλοι με διάφορα στρατιωτικά είδη, γύρισαν στα σπίτια τους απογοητευμένοι και πιστεύοντας ότι τους ξεγέλασαν οι αρχηγοί τους. Μετά το πρώτο δυσάρεστο «ξάφνιασμα» των επαναστατών οι τοπικές Αρχές πέρασαν στην αντεπίθεση. Ο διοικητής Σφακιανάκης έδωσε εντολή στον διοικητή της Ανωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακής Νικηφοράκη να επιβάλει με κάθε θυσία την τάξη. Άρχισαν να κινούνται περίπολοι από χωροφύλακες που συνελάμβαναν όσους οπλοφόρους συναντούσαν. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο συνταγματάρχης Μάντακας. Οι συλλήψεις βεβαίως δεν έγιναν χωρίς αντίδραση. Πολλές φορές οι οπλοφόροι αντέδρασαν και σημειώθηκαν μικρές μάχες με τις περιπόλους της Χωροφυλακής. Σε μια από τις «μάχες» αυτές σκοτώθηκε ένας βαρκάρης ονόματι Κουρινάκης. Ο συνταγματάρχης Μάντακας οδηγήθηκε στη Σχολή Χωροφυλακής. Το νέο κυκλοφόρησε σαν αστραπή και ήλθε να μεγαλώσει την ηττοπάθεια και την απογοήτευση. Κανείς δεν σκέφτηκε να τον βοηθήσει εκτός από λίγους συμπατριώτες του από το χωριό Λάκκοι. Οι Λακκιώτες περικύκλωσαν τη Σχολή Χωροφυλακής και απειλούσαν τους ταμπουρωμένους χωροφύλακες.  Η  αιματοχυσία αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή, όταν βρέθηκε ο «από μηχανής θεός». Ήταν ένας υπομοίραρχος που γύριζε από άδεια στη μονάδα του. Οι Λακκιώτες συνέλαβαν τον υπομοίραρχο και απαίτησαν την απελευθέρωση του Μάντακα απειλώντας ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα σκότωναν τον αξιωματικό της Χωροφυλακής. Μπροστά σ' αυτή την αναπάντεχη εξέλιξη αποδόθηκε στους επαναστάτες ο Μάντακας και εκείνοι απελευθέρωσαν τον υπομοίραρχο.
Στις 12.50 το μεσημέρι ο Σφακιανάκης τηλεγραφούσε στην Κυβέρνηση: «Η Γενική Διοίκησις, το Σύνταγμα και τα λοιπά δημόσια καταστήματα ανακατελήφθησαν. Οι στασιασταί διελύθησαν». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας μέσω ραδιοφώνου ολόκληρη η Ελλάδα άκουγε ανακοίνωση του υφυπουργείου Τύπου με την οποία αναγγελλόταν η πλήρης καταστολή του κινήματος.
«Χθες την νύκτα ομάς 400 περίπου ενόπλων υπό την ηγεσίαν των Μητσοτάκη, Μουντάκη και Χατζηαγγελή εισήλθεν εις την πόλιν των Χανίων και επωφελούμενη της ελλείψεως στρατιωτικής δυνάμεως, κατέλαβε την πόλιν. τα αίτια και οι σκοποί του απονενοημένου του κινήματος παραμένουν μέχρι της στιγμής άγνωστα. ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ειδοποιηθείς αμέσως διέταξε εν τω άμα την αποστολην ισχυράς στρατιωτικής ναυτικής και αεροπορικής δυνάμεως”


 Ο Ναπολέων Ζέρβας χρησιμοποιήθηκε από τον Μεταξά για να πείσει του κινηματίες να φύγουν από την Ελλάδα
Το τελικό πλήγμα κατά του κινήματος ήταν η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου στο νομό Χανίων και η άφιξη στην Κρήτη των πολεμικών «Κουντουριώτης» και «Θύελλα» με σημαντικές δυνάμεις πεζικού και μια μοίρα πυροβολικού. Στρατιωτικός διοικητής ορίσθηκε ο υποστράτηγος Γ. Τσολάκογλου. Αμέσως συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο με πρόεδρο τον υποστράτηγο Χωροφυλακής Μιχαλόπουλο και Βασιλικό Επίτροπο τον αντισυνταγματάρχη Σόλωνα Γκίκα. Το Στρατοδικείο καταδίκασε ερήμην σε θάνατο τους Μαν. Βολουδάκη, Ε. Μπακλατζή, Αρ. Μητσοτάκη και Ι. Μουντάκη. Σε ισόβια δεσμά καταδικάστηκαν ο Εμμ. Μάντακας και ο Εμμ. Μουντάκης. Πολλοί άλλοι καταδικάστηκαν σε ποινές πολυετούς φυλακίσεως. Πάντως, παρά τις αυστηρές ποινές που επιβλήθηκαν όλες ερήμην, ο Μεταξάς προσπάθησε να φανεί όσο γινόταν μετριοπαθής απέναντι στους κινηματίες. Εκείνο που τον ανησυχούσε πραγματικά ήταν τα βαθύτερα αίτια του κινήματος. Αμέσως μετά την καταστολή του έγραφε: «31 Ιουλίου. Και πρώτα -πρώτα στάσις Χανίων. Παρ' ολίγον, αν εξετείνετο, να μου εματαίωναν όλα. Από πού προήλθε; Από όλα φαίνονται δύο πράγματα: Ότι η διοίκησίς μας εις τα Χανιά είναι αποκοιμισμένη και ότι ο κόσμος εις την περιφέρειαν Χανίων δεν είναι φίλος μας, αναμνήσεις Βενιζέλου, στέρησις λουφέ και προσωπικών παροχών, καταδίωξις καταχρήσεων, καταδίωξις ζωοκλοπής. Εματαιώθη αμέσως. Γιατί; Έλλειψις υποστηρίξεως; Απογοήτευσις; Και έτσι μπορώ να αναχωρήσω εις Θεσσαλονίκην διά την συμφωνίαν με τη Βουλγαρίαν».
Εκτός από την Κρήτη συλλήψεις έγιναν και στην Αθήνα. Συνελήφθησαν οι ναύαρχοι Δεμέστιχας και Κολιαλέξης, ο Γόνατος, ο Πρωτοσύγγελος, ο Ιωσήφ Κούνδουρος, ο Πέτρος Ράλλης, ο Κ. Ρέντης και πολλοί απότακτοι αξιωματικοί. Ο Τσουδερός δεν συνελήφθη, είτε γιατί δεν έγινε τελικά γνωστή η συμμετοχή του στο κίνημα, είτε γιατί στον Μεταξά δεν συνέφερε να το «τραβήξει».
Αλλά, ενώ φαινόταν ότι η Κρήτη ησύχασε και η τάξη είχε αποκατασταθεί στην περιοχή των Χανίων, στις αρχές Οκτωβρίου φτάνουν νέα άσχημα «μαντάτα» στον Μεταξά. Κυκλοφορούν φήμες για νέο μεγάλο ξεσηκωμό, που αυτή τη φορά θα επεκταθεί σ' ολόκληρη την Κρήτη. Η αλήθεια είναι ότι οι αρχηγοί του κινήματος που είχαν καταφύγει στα βουνά, προετοιμάζονταν για τη νέα μεγάλη και αποφασιστική αναμέτρηση με το καθεστώς. Ο Τσολάκογλου διέταξε να ληφθούν έκτακτα μέτρα με επιφυλακή του στρατού και της Χωροφυλακής. Αλλά δεν εξαπέλυσε γενική «αντεπίθεση». Όπως είπαμε, ο Μεταξάς δεν ήθελε με κανένα τρόπο να «τραβήξει το σκοινί». Έτσι, παρά τα μικροεπεισόδια επαναστατών και αποσπασμάτων Χωροφυλακής σε διάφορα σημεία της Κρήτης, συγκρατούσε τον Τσολάκογλου να μην αρχίσει «εκκαθαριστικές» επιχειρήσεις.
Ο Μεταξάς με κανένα τρόπο δεν ήθελε το αίμα, κάτι που επιδίωκαν οι επαναστάτες. Ύστερα από υπόδειξη του Μανιαδάκη αποφάσισε να «φυγαδεύσει» τους αρχηγούς τού κινήματος από την Κρήτη.  Τον  ρόλο  του  μεσολαβητή έπαιξαν ο Γενικός Διοικητής Σφακιανάκης και ο νομάρχης Ανδρέας Μάρκελλος. Σε μια σπηλιά έγινε η συνάντηση των απεσταλμένων της κυβερνήσεως και πολλών από τους επαναστάτες-κατάδικους. Η συμφωνία έγινε και προέβλεπε τη διάθεση εκ μέρους της διοικήσεως ενός καϊκιού, με το οποίο οι αρχηγοί του κινήματος θα πήγαιναν στην Κύπρο. Έτσι κι έγινε. Στις 20 Οκτωβρίου ένα καΐκι ναυλωμένο από τους πράκτορες του Μανιαδάκη παρέλαβε από την ακτή των Κομιτάδων Σφακιών τους περισσότερους από τους πρωτοστατήσαντες στο κίνημα και τους μετέφερε στην Κύπρο. Οι περισσότεροι γύρισαν μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα.
Η φυγάδευση, όσο κι αν κρατήθηκε μυστική από το καθεστώς, έγινε γνωστή στους αντιδικτατορικούς κύκλους, οι οποίοι προσπάθησαν με κάθε τρόπο να την εκμεταλλευθούν και να την παρουσιάσουν σαν αδυναμία του Μεταξά να ελέγξει την κατάσταση. Στις αρχές Νοεμβρίου ο τότε παράνομος «Ριζοσπάστης» έγραφε: «Την τελευταία στιγμή μάθαμε ότι η Δικτατορία, μη έχοντας τη δύναμη να διάλυση δια πυρός και σιδήρου το ένοπλο αντιδικτατορικό κίνημα της Κρήτης, αναγκάστηκε να υποχωρήσει, να συνθηκολόγηση με τους επαναστάτες. Η Κυβέρνηση ήρε τον στρατιωτικό νόμο και έστειλε βαπόρι, με το οποίο ανεχώρησαν στην Αίγυπτο οι επαναστάτες που ήταν στα βουνά. Η τέτοια εσπευσμένη υποχώρηση της Δικτατορίας και η εγκατάλειψη εκ μέρους της όλων των σχεδίων να σύντριψη το κίνημα της Κρήτης με τη φωτιά και το σίδερο, δείχνουν τον φόβο και την αγωνία της μπροστά στον κίνδυνο να επεκταθή το αντιδικτατορικό κίνημα της Κρήτης και στην άλλη Ελλάδα. Ο φόβος της αυτός και η αδυναμία της να πνίξη το κίνημα στο αίμα, ανάγκασαν τη Δικτατορία να υποχώρηση. Αυτή η υποχώρηση της Δικτατορίας ξεκουρελιάζει όλες τις διαβεβαιώσεις της ότι είναι πανίσχυρη και ακλόνητη και αποδείχνει τη βαθειά αδυναμία της να αντισταθή  και να κατάπνιξη το λαϊκό αντιδικτατορικό κίνημα...».
Αλλά, ενώ οι περισσότεροι επαναστάτες φυγαδεύτηκαν, έμεινε παραδόξως στην Κρήτη ο Περικλής Αργυρόπουλος. Ο ίδιος αναφέρει, ότι ειδοποιήθηκε από τον υφυπουργό Τύπου του Μεταξά Νικολούδη, που ήταν συγγενής του, ότι η κυβέρνηση θα τον συνελάμβανε και έπρεπε να κρύβεται. Λίγο αργότερα στο κρησφύγετο του τον συνάντησε σαν απεσταλμένος τού Μανιαδάκη ο Ναπολέων Ζέρβας και τον συμβούλευσε να φύγει από την Ελλάδα. Ο Αργυρόπουλος δέχτηκε, αφού πήρε τα σχετικά έγγραφα και ένα χρηματικό ποσό σε συνάλλαγμα, αλλά δήλωσε στον Ζέρβα, ότι και στο εξωτερικό θα συνέχιζε τον αγώνα του κατά της δικτατορίας.
Με τη «φυγή» των πρωτεργατών ο Μεταξάς «ηρέμησε». Αμέσως τα μέσα ενημερώσεως προσπάθησαν να πείσουν τον ελληνικό λαό, ότι το κίνημα κατευθυνόταν από το εξωτερικό, ότι δηλαδή είχε οργανωθεί από τον Πλαστήρα. Αυτό βέβαια δεν ήταν σωστό και το γνώριζε πολύ καλά ο Μεταξάς. Μειωνόταν όμως έτσι η σημασία τού κινήματος και παρουσιαζόταν, όχι σαν αντίθεση του λαού προς τη δικτατορία, αλλά σαν ενέργεια «απατρίδων» και «αφρόνων». Είναι γνωστό άλλωστε ότι οι κινηματίες δεν στρέφονταν κατά του βασιλιά, ούτε ευνοούσαν την επάνοδο του Πλαστήρα.
Σε γενικές γραμμές το κίνημα των Χανίων απετέλεσε μια δυναμική και επικίνδυνη αντίδραση κατά του καθεστώτος Μεταξά, αλλά χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί δεν είχε απήχηση στην υπόλοιπη χώρα, δεν είχε οργάνωση και έλειπε ο συντονισμός ενεργειών εκ μέρους των οργανωτών του. Έτσι, ο αντικειμενικός σκοπό τους, που ήταν η πίεση στον Γεώργιο να επαναφέρει τη συνταγματική ομαλότητα, απέτυχε και οι εμπνευστές του αναγκάστηκαν να εκπατρισθούν, μέχρι τη λήξη του πολέμου, όταν άρχισε μια νέα δραματική περίοδος στην ιστορία της Ελλάδας.

Πηγές :
Σαράντης Αντωνάκος, «Το αντιμεταξικό κίνημα στα Χανιά το 1938», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.197, (Νοέμβριος 1984), σελ. 71
Ρούλα Μουτσέλου: 29 Iούλη 1938: Το Κίνημα των Χανίων κατά της Μεταξικής δικτατορίας (Αγώνας της Κρήτης)


Δεν υπάρχουν σχόλια: