Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ : ΤΟ ΑΘΟΚΑΤΣΟΥΛΟ





ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΤΟ ΑΘΟΚΑΤΣΟΥΛΟ

(Περιοχή: Μαργαρίτες Γεροποτάμου Ρεθύμνης)

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε τρεις αδερφίδες κι η μάνα τωνε. Ο πατέρας είχε πεθάνει, και ζούσανε σε φτώχεια μεγάλη. Αυτές για να ζήσουνε γνέθανε, πλέκανε, υφαίνανε, και τα ρούχα τα πουλούσανε. Από τις τρεις αδερφές η μικρότερη ήτανε η πιο χαϊδεμένη της μάνας, αλλά οι άλλες δυο αδερφές δεν τήνε χωνεύανε και τη βάζανε να κάνει όλες τις βαριές δουλειές του σπιτιού. Κι επειδή όλο μέσα στις σκόνες και στις στάχτες ήτανε, τήνε φωνάζανε «Αθοκάτσουλο».
Μια μέρα, λέει, καθότανε η μάνα με τις τρεις κόρες και κλώθανε, κι η κάθε μια παινευότανε πως ήτανε πιο καλή κλώστρια απ' την άλλη. Και λέει η πιο μεγάλη αδερφή:
«Βάζομε στοίχημα; Οποιανής πέσει πρώτης το αδράχτι θα τήνε σφάξομε να τήνε φάμενε!»
Το δεχτήκανε οι άλλες. Κλώθανε και κλώθανε, και πέφτει το αδράχτι της μάνας!
«Χαρίζομέ σου τηνε, μάνα, γιατί μας εγέννησες», λένε οι κοπελιές.
Εκλώθανε πάλι, εκλώθανε, πέφτει πάλι το αδράχτι της μάνας.
«Χαρίζομέ σου τηνε, μάνα, γιατί μας ανάθρεψες!»
Και της τη χαρίζουνε πάλι. Εκλώθανε, εκλώθανε, πέφτει πάλι της μάνας το αδράχτι. Είντα να κάνουνε οι αδερφές;
«Ε, μα δα δε σου τήνε χαρίζομέ, μάνα!»
Και πιάνουνε και τη σφάζουνε, τη βράζουνε κι ετοιμάζονται να τη φάνε!
Η πιο μικρή όμως, που αγαπούσενε πολύ τη μάνα της, έκλαιγε, έκλαιγε, δεν ήθελε να φάει. Οι άλλες τρώγανε και της δίνανε κι αυτηνής, μα αυτή έπαιρνε τα κομμάτια της μάνας της και, εκεί που καθότανε στο τζάκι, τα έθαβε στη στάχτη να μη δούνε οι αδερφές της πως δεν τα τρώει. Στο τέλος μάζεψε και τα κοκαλάκια της μάνας της από το τραπέζι. Τα φύλαξε όλα σε ένα μπαουλάκι. Τα θύμιαζε, λέει, σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Στις σαράντα μέρες ανοίγει το μπαουλάκι και τι να δει; Βλέπει μέσα χρυσά ρούχα, χρυσά παπούτσια, φλουριά! Αλλά δεν είπενε τίποτα στις αδερφές της.
Οι άλλες δυο αδερφίδες, την Κυριακή, βάλανε τα καλά τωνε ρούχα, στολιστήκανε να πάνε στην εκκλησία.
«Άντες, Αθοκάτσουλο, να πάμενε στην εκκλησία», του λένε. «Τη μάνα μας σφάξατε, και στην εκκλησία θα πάω; Δεν πάω!» Αυτές όμως, επήγανε. Είδανε κόσμο, της είδε ο κόσμος, εγυρίσανε πίσω.
Την άλλη Κυριακή, τα ίδια.
«Άντες, Αθοκάτσουλο, να πάμενε στην εκκλησία».
«Όχι, δεν πάω! Τη μάνα μας σφάξατε, και στην εκκλησία θα πάω; Δεν πάω!»
Πήγανε πάλι μοναχές τους.
Την τρίτη Κυριακή, λένε οι δυο αδερφίδες πάλι στο Αθοκάτσουλο:
«Άντες, Αθοκάτσουλο, στην εκκλησία. Που σήμερο θα έρθει το βασιλιόπουλο να διαλέξει ποια θα πάρει για γυναίκα του».
Αυτές έτσι το λέγανε, γιατί το Αθοκάτσουλο δεν είχενε όμορφα ρούχα να φορέσει στην εκκλησιά. Αλλά θέλανε να τήνε παιδέψουνε!
«Δεν πάω! Τη μάνα μας σφάξατε, και στην εκκλησία θα πάω; Δεν πάω!» είπε πάλι αυτή.
Αλλά μόλις φύγανε οι άλλες, πήγε και άνοιξε το μπαουλάκι με τα κόκαλα τση μάνας τση κι έβγαλε από μέσα τα χρυσά ρούχα και τα χρυσά παπούτσια. Τα βάνει, λέει, γρήγορα-γρήγορα το Αθοκάτσουλο και γίνεται αγνώριστη!
Πάει στην εκκλησία, και λάμπει ο κόσμος! Όλοι εγυρνούσανέ και τήνε κοιτάζανε, που έλαμπε σαν τον ήλιο! Την είδε και το βασιλιόπουλο και θαμπώθηκε!
Όταν, όμως, ήτανε κοντά η ώρα να τελειώσει η λειτουργία, το Αθοκάτσουλο φεύγει γρήγορα-γρήγορα να μην τήνε γνωρίσουνε οι αδερφές της. Το βασιλιόπουλο έψαχνε να τήνε βρει και δεν την έβρισκε.
Πάνε οι δυο αδερφίδες στο σπίτι. Βρίσκουνε το Αθοκάτσουλο να κάθεται κάτω από το τραπέζι ήσυχο-ήσυχο.
«Δεν ήρθες, Αθοκάτσουλο, στην εκκλησία, που ήρθενε μιαν όμορφη κοπελιά, μια βασίλισσα! Και φορούσενε χρυσά φουστάνια, χρυσά παπούτσια, κι έλαμπενε σαν τον ήλιο!»
«Δε με νοιάζει. Τη μάνα μας σφάξατε, κι εγώ 'θελα 'ρθω στην εκκλησία να δω τη βασίλισσα; Δε με νοιάζει!»
Την επόμενη Κυριακή ο βασιλιάς πήρε πάλι το βασιλιόπουλο και πήγανε στην εκκλησία. Θέλανε να ξαναδούνε την ωραία κοπέλα.
«Άντες, Αθοκάτσουλο, να πάμε στην εκκλησία, να δεις κι εσύ τη βασίλισσα!» είπανε οι αδερφές στο Αθοκάτσουλο.
«Δεν πάω, τη μάνα μας σφάξατε και στην εκκλησία θα πάω; Δεν έρχομαι».
Πάνε πάλι αυτές, αξοπίσω το Αθοκάτσουλο, βάνει πάλι τα χρυσά φορέματα που είχενε βρει στο μπαουλάκι, και τρέχει στην εκκλησία.
Τήνε βλέπει πάλι το βασιλιόπουλο, χάνει το μυαλό του! Πού να γυρίσει να κοιτάξει τον παπά; Όλο το Αθοκάτσουλο κοιτούσε.
Πριν να τελειώσει πάλι η λειτουργία, φεύγει το Αθοκάτσουλο πριν από τις άλλες κοπέλες. Μένει πάλι το βασιλιόπουλο με την απορία. Αλλά στο μεταξύ την είχε αγαπήσει και ήθελε να την πάρει γυναίκα του. Ρωτούσε λοιπόν όλους τους χωριανούς που ήτανε στην εκκλησία, αν γνωρίζανε ποια ήταν αυτή η όμορφη κοπέλα. Αλλά κανείς δεν την είχε ξαναδεί.
Γυρίζούνε κι οι δυο αδερφίδες στο σπίτι, και ρωτούνε η μια την άλλη:
«Ποια να είναι αυτή η όμορφη κοπελιά; Αυτή θα πάρει γυναίκα του το βασιλιόπουλο, μα πώς βρέθηκε στο χωριό μας;»
Μιλιά το Αθοκάτσουλο!
'Ελα, όμως, που το βασιλιόπουλο το είχενε βάλει αμέτι-μουΧαμέτη να πιάσει την ωραία κοπέλα και να την κάνει γυναίκα του! Να κλαίει, να οδύρεται, «αυτή θέλω, αυτή θέλω!». Ο βασιλιάς τι να κάνει; Σκέφτεται, σκέφτεται και βρίσκει ένα κόλπο.
«Σώπα, βασιλιόπουλο μου, και θα στην πιάσω εγώ!»
Είχενε παρατηρήσει πως η όμορφη κοπέλα, που ήθελε το βασιλιόπουλο, ερχότανε τελευταία στην λειτουργία και έφευγε πρώτη, πριν από τους άλλους.
Την άλλη Κυριακή, ντύνουνται πάλι οι δυο αδερφίδες του Αθοκάτσουλου, γυρίζουνε και το κοιτάζουνε που καθότανε στην παραστιά.
«Άντες, μπρε αδερφή, στην εκκλησιά, να δεις κι εσύ την αρχόντισσα, που είναι όμορφη σαν τη βιόλα!»
«Δεν έρχομαι. Τη μάνα μας εφάγατε, και στην εκκλησία θα 'ρθω; Δεν έρχομαι!»
Νευριάζουνε οι δυο αδερφίδες, «τάχα πως αγαπούσενε τη μάνα μας καλύτερα από εμάς!» λένε, και φεύγουνε για την εκκλησία.
Πάνε λοιπόν ούλοι οι χωριανοί στην εκκλησία, και περιμένουνε να δούνε αν θα φανεί η χρυσοντυμένη αρχόντισσα. Ο βασιλιάς, αφού είδε πως ήρθανε όλοι οι χωριανοί στην εκκλησία, και μόνο η αρχόντισσα έλειπε, διατάζει έναν υπηρέτη και βάνει μέλι στο κατώφιλιο. Και κάθονταν όλοι και περιμένανε. Σε λίγο να τηνε και προβάλει! Μέχρι κι ο παπάς, που λέει ο λόγος, έχασενε τα λόγια του από την ομορφάδα! Το βασιλιόπουλο κάνει να τήνε πλησιάσει, να της μιλήσει, μα εκείνη το κατάλαβε. Δεν ήθελε ακόμα να φανερωθεί. Δίνει μια να φύγει, και κολλά το χρυσό γοβάκι της στο μέλι που ήτανε χυμένο στο κατώφιλιο. Μα από την βιασύνη της να φύγει δεν γύρισε να το πάρει.
Παίρνει το βασιλιόπουλο το γοβάκι, γεμάτο παράπονο που δεν τα κατάφερε να πιάσει τη γυναίκα που αγαπούσε. Του λέει ο πατέρας του:
«Βάλε να ψάξουνε όλη τη χώρα, κι οποιανής κάνει το γοβάκι, πάει να πει πως είναι η γυναίκα που το φορούσε».
Την άλλη μέρα βγάνει διακήρυξη το βασιλιόπουλο, να μη φύγει καμιά γυναίκα από το σπίτι της. Ούτε στο νερό να μην πορίσει. Γιατί θα περάσει από ούλα τα σπίτια και θέλει να δοκιμάσει το χρυσό παπούτσι σε ούλες τσι γυναίκες του βασιλείου !
Μπαίνει στο ένα σπίτι, χαρές οι γυναίκες! Έλεγε η καθεμιά: «δεν μπορεί, θα στριμώξω το πόδι μου να χωρέσει στο γοβάκι και θα γίνω εγώ η βασίλισσα!». Αλλά το βασιλιόπουλο έβλεπε πότε δε χωρούσε από μόνο του το γοβάκι στο πόδι της γυναίκας, το έπαιρνε και έφευγε. Πήγαινε σε άλλο σπίτι.
Μπαίνει και στου Αθοκάτσουλου. Πάει αυτό και χώνεται στην παραστιά. Έτσι μουτζουρωμένο και μαύρο που ήτανε, δεν το βλέπει. Μα και να το έβλεπε, δεν θα το γνώριζε μέσα στους άθους και στις σκόνες. Λέει στις δυο αδερφίδες να κάτσουνε και να βάλουνε το παπούτσι. Το βάζει η μια, που είχενε λεπτό πόδι. Για να της χωρέσει είχενε βάλει δυο-τρία ζευγάρια κάρτσες. Βλέπει το βασιλιόπουλο την πονηριά της, της λέει «βγάλε τις κάρτσες, να φανεί ο πόδας σου!»
Βγάνει αυτή τις κάρτσες, φάνηκε ο πόδας της, ξαναβάνει το γοβάκι, της ήτανε φαρδύ! Πάει το βασιλιόπουλο στην άλλη αδερφή που είχενε χοντρό πόδα. Αυτή, για να ξεγελάσει το βασιλιόπουλο, είχενε κόψει το ένα της δαχτύλι, για να τση κάνει το γοβάκι. Μα βλέπει το βασιλιόπουλο τα αίματα στην κάρτσα, τση λέει κι αυτηνής: «Βγάλε κι εσύ την κάρτσα σου!» Βλέπει τα αίματα, τση παίρνει το γοβάκι.
«Έχετε άλλη γυναίκα στο σπίτι;» ρωτάει το βασιλιόπουλο.
«Έχομε. Το Αθοκάτσουλο». Του δείχνουνε γελώντας το Αθ-κάτσουλο στην παραστιά. «Θα το δοκιμάσει κι αυτή το γοβάκι; Και πώς θα το βάλει που είναι βρώμικη, όλη μέρα με τους άθους και τσι βρωμιές;»
«Δεν πειράζει. Όλες θα το φορέσουνε» λέει το βασιλιόπουλο και δίνει στο Αθοκάτσουλο να βάλει το γοβάκι. Μόλις το βάζει, αστράφτει το παπούτσι, λάμπει κι η κοπελιά, και εμφανίζεται ντυμένη με τα χρυσά φορέματα και με τα δαχτυλίδια!
Χάρηκε το βασιλιόπουλο που τη βρήκενε, τήνε πήρε από το χέρι και την ανέβασε στην άμαξα τη βασιλική. Τήνε πήρε στο παλάτι και την έκανε γυναίκα του. Κι οι δυο αδερφίδες που δεν αγαπούσανε τη μάνα τους και το Αθοκάτσουλο εσκάσανε από τη ζήλεια τους!

Στέλλα Πιθαρούλιου : Λαϊκα παραμύθια της Κρήτης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΠΛΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια: