Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Τ. Κατσιμάρδος : Όταν η Δεξιά ψήφιζε υπέρ της απλής αναλογικής

Στη σκιά των 70 ιστορικών ημερών που συγκλόνισαν τη χώρα μετά το βασιλικό πραξικόπημα και τις κυβερνήσεις των αποστατών, το πολιτικό κατεστημένο της εποχής αναγκάστηκε να δεχθεί τη διέξοδο της απλής αναλογικής. Αν και την αλλοίωνε μερικώς το όριο του 10% για συμμετοχή των συνδυασμών στη δεύτερη κατανομή των εδρών.




Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Όταν η Δεξιά ψήφιζε υπέρ της απλής αναλογικής
Μια φορά κι έναν καιρό μπροστά στην πιο μεγάλη μεταπολεμική πολιτική κρίση όλα τα κόμματα συμφώνησαν στην απλή αναλογική. Αυτό συνέβη πριν από μισό αιώνα και τα δραματικά γεγονότα από το ιουλιανό πραξικόπημα του 1965, ως την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967.
Όλο το φάσμα των πολιτικών φορέων -παλιών και νέων- τάσσονταν υπέρ ενός συστήματος απλής αναλογικής για τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, που πρόλαβε η χούντα των συνταγματαρχών. Μάλιστα είχαν προχωρήσει στην ψήφιση κατ' αρχήν του εκλογικού νομοσχεδίου. Αλλά και των άρθρων του, περίπου έναν μήνα πριν από τη δικτατορία.
Η σχετική διαδικασία δεν πρόλαβε να γίνει νόμος, επειδή τα δυο μεγάλα κόμματα της Δεξιάς και του Κέντρου διαφώνησαν για λόγο που δεν σχετιζόταν με την απλή αναλογική, αλλά για μια προσθήκη, σύμφωνα με την οποία μετά τη διάλυση της Βουλής οι υποψήφιοι βουλευτές θα τελούσαν σε καθεστώς ασυλίας. Μέχρι να συγκροτηθεί η επόμενη Βουλή.
Η προσθήκη της Ένωσης Κέντρου «φωτογράφιζε» τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος τότε βρισκόταν αντιμέτωπος με την περίφημη υπόθεση του «Ασπίδα» (συνωμοσία υποτίθεται στους κόλπους του στρατού με αρχηγό τον Ανδ. Παπανδρέου).
Παραιτήθηκε
Η ΕΚ επέμεινε στη διεξαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας, η ΕΡΕ αρνήθηκε, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, που στηριζόταν στα δύο κόμματα, να οδηγηθεί σε παραίτηση στις 29 Μαρτίου 1967. Επειτα από μερικές μέρες (14 Απριλίου), ενώ θα εμφανιζόταν την ίδια μέρα στη Βουλή για ψήφο εμπιστοσύνης, θα παραιτηθεί. Θα συνεχίσει, όμως, ως υπηρεσιακή κυβέρνηση για τη διεξαγωγή εκλογών στις 28 Μαΐου. Αυτές που κατάργησε η δικτατορία, μαζί με την τότε κοινοβουλευτική δημοκρατία.

 Ο Κ. Μητσοτάκης ήταν «άτυπος πρωθυπουργός» στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου και επίδοξος αρχηγός στη συγκρότηση νέου κόμματος του Κέντρου με τους 40 και πλέον αποστάτες από την Ε.Κ.

Αλλά ας γυρίσουμε πίσω μ' επίκεντρο τις εκλογές και το εκλογικό σύστημα. Μετά το ιουλιανό βασιλικό πραξικόπημα και την καταψήφιση των δυο πρώτων κυβερνήσεων των αποστατών από την Ενωση Κέντρου (Αθανασιάδη - Νόβα και Τσιριμώκου) ο πρωθυπουργικός θώκος ανατίθεται από το παλάτι στον Στ. Στεφανόπουλο. Αυτή η τρίτη κυβέρνηση των αποστατών θ' αποσπάσει την οριακή εμπιστοσύνη της Βουλής τον Σεπτέμβριο του 1965 (ψήφοι αποστατών, ΕΡΕ και Κόμμα Προοδευτικών).
Μέσα στη δίνη εκείνων των ημερών και το πρωτοφανές λαϊκό - δημοκρατικό κίνημα ωριμάζει ακόμη και σε κύκλους της Δεξιάς η ιδέα για την αποδοχή της απλής αναλογικής ως διεξόδου από τα πολιτικά αδιέξοδα.
Άλλωστε ένα σύστημα είχε δοκιμαστεί το 1946 και το 1950, δίνοντας κάτω από διαφορετικές συνθήκες κυβερνητικές λύσεις. Είναι πολύ χαρακτηριστική αυτήν την περίοδο η μαχητική αρθρογραφία εφημερίδων και παραγόντων του Κέντρου, υπεράνω πάσης υποψίας, για συμπόρευση με την Αριστερά και το πάγιο αίτημά της για απλή αναλογική.
Ο Π. Κόκας για παράδειγμα, από τους στυλοβάτες της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, σχεδόν καθημερινά στην εφημερίδα του «Ελευθερία» γράφει και ξαναγράφει συνέχεια ότι με την απλή αναλογική θα αποκατασταθεί η ομαλότητα και η γαλήνη. Μέσα από τη θέσπισή της περνά η δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, δεν παραχαράσσεται η λαϊκή βούληση κ.ο.κ. Το ίδιο, φυσικά, ο Κ. Μητσοτάκης, υπερυπουργός στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ο Ηλ. Τσιριμώκος και άλλοι πολλοί παλιοί και νεότεροι βουλευτές. Από τα μεγάλα και μικρότερα κόμματα. Στη σχετική επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται επισημαίνεται ότι αυτό είναι ένα από τα μεγάλα συμπεράσματα της πολιτικής κρίσης.


Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλος όταν συμφωνούσαν σε εκλογές με απλή αναλογική.

Η κατάρτιση του νομοσχεδίου
Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου καταρτίζει σχέδιο νόμου και διαβουλεύεται για την προώθηση και την ψήφισή του στη Βουλή. Ενας από τους λίγους ο οποίος δημόσια και σθεναρά τάσσεται υπέρ του ληστρικού πλειοψηφικού συστήματος είναι ο «αυτοεξόριστος» Κ. Καραμανλής. Μαζί του εννοείται και ο σκληρός πυρήνας της ΕΡΕ. Τις εκλογές με πλειοψηφικό ο άτυπος τότε αρχηγός της Δεξιάς τις θέτει ως όρο για επιστροφή του στην πολιτική.
Η διέξοδος αυτή κερδίζει συνεχώς υποστηρικτές και τελικά, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι, την αποδέχονται οι Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλος.
Στο περίφημο «μυστικό μνημόνιο», στα τέλη του 1966, συμφωνούν να γίνουν εκλογές από υπηρεσιακή κυβέρνηση με την απλή αναλογική. Αν, προστίθεται εκεί, δεν προκύψει αυτοδυναμία για την ΕΚ ή την ΕΡΕ τα δυο κόμματα δεσμεύονταν να συνεργαστούν (αποκλειόταν ακόμη η συνεργασία ΕΔΑ - ΕΚ). Κάνοντας και οι δύο αρχηγοί ένα βήμα μπροστά αποδέχονταν για πρώτη φορά την ανάγκη συνεργασιών. Ο στόχος για ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις εγκαταλειπόταν χάριν της ομαλότητας.
Η ΕΡΕ απέσυρε την υποστήριξή της από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου και ορκίστηκε η υπηρεσιακή Παρασκευόπουλου, με τη στήριξη ΕΚ και ΕΡΕ (Δεκέμβριος 1966). Η τελευταία, όπως οριζόταν στο «μνημόνιο», έφερε στη Βουλή τον νέο εκλογικό νόμο της απλής αναλογικής (πανομοιότυπο σχεδόν με εκείνον της κυβέρνησης Στεφανόπουλου). Κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής όλες οι βασικές πολιτικές δυνάμεις ήταν σύμφωνες σχεδόν σε όλα. Θα συγκέντρωνε τη συντριπτική πλειοψηφία αν ολοκληρωνόταν η συζήτηση και δεν έπεφτε η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου.

ΕΚΑΝΕ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΕΠΕΜΕΝΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

Ο Μητσοτάκης ζητούσε εφαρμογή του συστήματος στις κάλπες του '67

«Δι' ημάς τα πάγια συμφέροντα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας απαιτούν:
α) Την κατοχύρωση της ομαλότητος, παράγοντος απαραιτήτου διά την λειτουργίαν της αληθούς δημοκρατίας.
β) Την καταπολέμησιν του πνεύματος της μισαλλοδοξίας και των εξτρεμιστών, οι οποίοι οδηγούν, από άλλην κατεύθυνσιν εις τροφοδοσίαν της ιδίας θολής ατμοσφαίρας εντός της οποίας ουδέποτε εις την ιστορίαν έζησαν αι δημοκρατίαι.
γ) Την καθιέρωσιν της απλής αναλογικής εις τας προσεχείς εκλογάς, προς δημιουργίαν προϋποθέσεων ηρεμίας εις τον δημόσιον βίον και αποκρυσταλλώσεως με σαφές περίγραμμα των πολιτικών δυνάμεων της χώρας...».
Η «βαρυσήμαντη» δήλωση έγινε στις 25 Σεπτεμβρίου 1966. Αποτέλεσε ακόμη και κύριο θέμα στον Τύπο της εποχής. Ανήκει στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, όταν ήταν υπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου (Σεπτέμβριος 1965-Δεκέμβριος 1966 με τη στήριξη της ΕΡΕ, των αποστατών και το κόμματος Μαρκεζίνη). Ως «άτυπο πρωθυπουργό» τον χαρακτηρίζει ο βιογράφος του αυτήν την περίοδο.
Η κυβέρνηση, μάλιστα, είχε προχωρήσει τότε και στη σύνταξη νέου εκλογικού νόμου. Δεν έφθασε στη Βουλή, επειδή στο μεταξύ επήλθε η πτώση της.
Ο Κ. Μητσοτάκης στην πρώτη εκτεταμένη πολιτική βιογραφία του, μετά την αποχώρηση από την αρχηγία της ΝΔ, εμφανίζεται θερμός υποστηρικτής της απλής αναλογικής: «Εγώ τότε το φθινόπωρο του 1966, όταν είδα ότι κινδύνευε να μην ψηφιστεί η απλή αναλογική, ήμουν αποφασισμένος να ωθήσω τα πράγματα εις παραίτησιν και να προκαλέσω οξείαν κρίσιν.
Χωρίς εναλλακτική λύση
Επρεπε να το είχα κάνει, είναι αυτοκριτική εκ των υστέρων, διότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε εναλλακτική λύση και θα υποχρεούντο να ψηφίσουν την απλή αναλογική. Διότι τόσον ο βασιλεύς όσον και ο Κανελλόπουλος δεν είχαν ακόμη συμφωνήσει με τον Παπανδρέου...» (Θ. Διαμαντόπουλος: Κ. Μητσοτάκης. Πολιτική Βιογραφία. Τομ. 2, σελ. 255-256).
Αλλά και στη μεταπολιτευτική Βουλή, ως αρχηγός της ΝΔ, κατά την περίοδο της κυβέρνησης Τζαννετάκη, όταν συζητούνταν τροποποίηση του εκλογικού νόμου, κινείται στο ίδιο μήκος κύματος.
Υποστήριζε ότι η ψήφιση της απλής αναλογικής από την προδικτατορική Βουλή θα έσωζε από περιπέτειες: «Ο εκλογικός νόμος της απλής αναλογικής, που εψηφίζαμε με την κυβέρνηση Παρασκευοπούλου το 1966 (διαδέχτηκε την κυβέρνηση Στεφανόπουλου και κατέθεσε το ίδιο νομοσχέδιο ) στις παραμονές της δικτατορίας, είχε ψηφισθεί κατ’ αρχήν και κατ’ άρθρον. Και απέμενε μόνο η δευτέρα συζήτηση κατ’ άρθρο και σύνολο και ανάμεσα εκεί έπεσε η κυβέρνηση και είχε αυτό δραματικές συνέπειες για τη Δημοκρατία και για την πολιτική μας πορεία...».
Τα ίδια ακριβώς υποστήριζε τότε και ο Λ. Κύρκος, εκ των στυλοβατών της κυβέρνησης Τζαννετάκη και βουλευτής της ΕΔΑ στη Βουλή του 1964-1967 (Πρακτικά Βουλής, Ε" Περίοδος, σύνοδος Α, συνεδρίαση MZ, 28 Σεπτεμβρίου 1989). Για την ιστορία, πάντως, στην ίδια συνεδρίαση ο Κ. Μητσοτάκης δήλωνε ότι η ΝΔ και ο ίδιος πάντα ήταν υπέρ της «ενισχυμένης αναλογικής». Μόνο, που δυο φορές, όπως συνάγεται από τα γεγονότα (ως πρόθεση το 1966 και ως πρακτική το 1989, όπως ζητούσε η Αριστερά για να σχηματιστεί η κυβέρνηση ΝΔ-Συνασπισμού) προσχώρησε σε συστήματα απλής αναλογικής για «την ομαλότητα» και το καλό της δημοκρατίας.

ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΣΤΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ
Υποστηρικτής και ο τέως βασιλιάς!

Ακόμη και ο τέως βασιλιάς διεκδικεί «δημοκρατικές δάφνες» για την απλή αναλογική του 1966. Στην πρόσφατη αυτοβιογραφία του υποστηρίζει ότι με δική του «επιμονή εισήγηση, βασική παράμετρος της συμφωνίας (Παπανδρέου - Κανελλόπουλου) την οποία αποδέχτησαν οι δύο πολιτικοί αρχηγοί (της ΕΚ και της ΕΡΕ), ήταν η εφαρμογή σε κείνες τις επικείμενες εκλογές του Μαΐου 1967 του συστήματος της απλής αναλογικής».
«Έφερε την ηρεμία»
Για να μην υπάρχει, μάλιστα, καμιά σκιά για τις προθέσεις του υπέρ του ανόθευτου της λαϊκής θέλησης (!) δηλώνει οπαδός της συνταγματικά κατοχυρωμένης απλής αναλογικής: «Ναι μεν η κυβέρνηση Στεφανόπουλου, που διήρκησε για κάτι παραπάνω από ένα χρόνο, επέφερε την απαραίτητη ηρεμία...
Αλλά ήταν αναγκαίο να βρεθεί μια μόνιμη και ευρείας αποδοχής πολιτική λύση η οποία περνούσε από δύο προϋποθέσεις: τη συμφωνία επί της αρχής των δυο μεγάλων κομμάτων και τη λαϊκή εντολή μέσα από το σύστημα της απλής αναλογικής. Αυτή ήταν η ισορροπία επί της οποίας έπρεπε να χτιστεί το πολιτικό μέλλον της Ελλάδος. Είχα μάλιστα την πρόθεση να προτείνω αργότερα τη θεσμοθέτηση της απλής αναλογικής ως μόνιμου πλέον και συνταγματικά κατοχυρωμένου εκλογικού συστήματος της χώρας...» (Βασιλεύς Κωνσταντίνος, Χωρίς Τίτλο, τομ. 2, σελ. 187-189).
Στο «μυστικό μνημόνιο» στα τέλη του 1966 ο μεν Γ. Παπανδρέου συμφωνεί με την απλή αναλογική. «Αν και η ΕΚ δεν έχει λόγον να την προτιμά την αποδέχεται όμως δυναμένην να συμβάλλει εις τον κατευνασμόν». Ο δε Π. Κανελλόπουλος «ως αρχηγός της ΕΡΕ δεν έχει λόγον να την προτιμά, αλλά την αποδέχεται» με το ίδιο σκεπτικό του Παπανδρέου. Ετσι χάριν της γαλήνης και του κατευνασμού οι δυο αντίπαλοι αρχηγοί άνοιγαν τον δρόμο της συναίνεσης και της συνεργασίας. Μόνο που αυτό δεν ολοκληρώθηκε, αν και δεν έφθανε για να «κλείσει» ο ορθάνοιχτος, κατά τ' άλλα, δρόμος προς τη δικτατορία.
‘ΤΗ ΔΕΧΟΜΑΙ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΝΙΣΤΩ’
Στα πρακτικά της Βουλής (27-29 Μαρτίου 1967) και στον Τύπο της εποχής διατυπώνεται μια εκτεταμένη επιχειρηματολογία υπέρ της απλής αναλογικής, της ανόθευτης λαϊκής βούλησης και γνήσιας εκπροσώπησης από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες. Το αίτημα εκτείνεται σ' ευρύ φάσμα πέραν της Αριστεράς. Η θέση της Δεξιάς, όπως την εκφράζει στη Βουλή ο αρχηγός της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλος στην αγόρευσή του (27 Μαρτίου), είναι η εξής: «Εδέχθην και συνέστησα την ψήφισιν της απλής αναλογικής (με περιορισμούς στη Β κατανομή). Συνέστησα εις τους βουλευτάς να υποστηρίξουν το νομοσχέδιον, αφήσας όμως εις αυτούς και ελευθερίαν όπως μη δεχθούν την σύστασίν μου...».

Τ. Κατσιμάρδος

Δεν υπάρχουν σχόλια: