Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΤΖΙΝΑ ΛΟΛΟΜΠΡΙΤΖΙΝΤΑ : Η ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗ

Τζίνα Λολομπρίτζιντα



Από μικρό κι από Λολό...
Η διαφορά ανάμεσα σε προσωπικότητες όπως η Τζίνα Λολομπρίτζιντα και όπως οι σημερινοί αστέρες και αστερίσκοι του θεάματος και της τέχνης, είναι ότι, όταν εκείνη μιλάει, με τις εμπειρίες της και τη σοφία των 88 της χρόνων, νιώθεις πως έχει αυτή πολύ πιο ενδιαφέροντα, επίκαιρα και χρήσιμα πράγματα να μας πει για τις διασημότητες, για την τέχνη και για την ίδια τη ζωή. Πράγματα που μας αφορούν. Καθεμιά από τις σπάνιες, πλέον, συνεντεύξεις της είναι κι ένα περιβόλι. «Η τέχνη είναι ομορφιά κι εγώ υπήρξα τυχερή που γεννήθηκα με πολλά ταλέντα», έχει πει. «Αρχικά ήθελα να γίνω γλύπτρια, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια για μένα. Ενώ σπούδαζα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης, μου ζητούσαν συνέχεια να γυρίζω ταινίες. Ήταν αμέσως μετά τον πόλεμο και χρειαζόμουν τα χρήματα για να συνεχίσω τις σπουδές μου...» «Τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή;» τη ρώτησαν. «Το ταλέντο και η ισχυρή θέληση. Η επιτυχία δεν έρχεται τυχαία. Πρέπει να επιθυμείς κάτι στ' αλήθεια και να το διεκδικείς, όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες. Αλλά και πρέπει να δουλέψεις πολύ σκληρά γι' αυτό». Από τα χείλη οποιασδήποτε Αντζελίνας Ζολί ή οποιουδήποτε Τομ Κρουζ αυτά μπορεί να ακούγονταν κοινότοπα, αλλά διά στόματος Λολό, της γυναίκας που μοιάζει να έζησε πολλές ζωές χωρίς ποτέ να παραβεί τις αρχές, να νερώσει το κρασί της, να χάσει τον εαυτό της, σε κάνουν να διαπιστώνεις πως όντως, ο παλιός είναι αλλιώς. Γι' αυτό και της αφιερώνουμε το παρόν. Καλή ανάγνωση.





Αφού χόρτασε απ' τα «μεγαλεία» του σινεμά, η Τζίνα πήρε τη φωτογραφική και γύρισε τον κόσμο ως φωτορεπόρτερ.



ΤΖΙΝΑ ΛΟΛΟΜΠΡΙΤΖΙΝΤΑ :
Η ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗ
ΤΗΣ ΣΕΜΙΝΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Σύμβολο του σεξ, σταρ του σινεμά, φωτορεπόρτερ, γλύπτρια, μητέρα. Μια γυναίκα με πολλές ζωές και ακλόνητες αρχές βαδίζει τα 89 της χρόνια.
Μία γυναίκα στα 20 είναι πάγος, στα 30 είναι θερμή και στα 40 είναι καυτή. Διανύοντας την ένατη δεκαετία της ζωής μου, μπορώ να πω πως τώρα, για πρώτη φορά, νιώθω... φλογερή!» δήλωσε πριν από έξι χρόνια στη γαλλική τηλεόραση η Τζίνα Λολομπρίτζιντα. «Για ποιο λόγο;» αναρωτήθηκε ο παρουσιαστής Τιερί Αρντισόν. «Γιατί είμαι ελεύθερη να ακολουθήσω την καρδιά μου. Γιατί έχω την πολυτέλεια να είμαι αφεντικό του εαυτού μου. Γιατί ό,τι ήθελα στη ζωή το απέκτησα. Αλλά, κυρίως, γιατί ό,τι είμαι σήμερα το κατάφερα μόνη μου», απάντησε εκείνη, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι.
Όταν το 2011, η πληθωρική Ιταλίδα έκλεισε τα 85 της, γιορτάζοντας παράλληλα όλους τους ρόλους της ζωής της: της σταρ, της τραγουδίστριας όπερας, της ζωγράφου, της γλύπτριας, της φωτορεπόρτερ, της φιλάνθρωπου, της μητέρας. Ναι, υπάρχουν και άλλες δραστήριες γυναίκες. Μόνο που την εποχή της φθαρτής δόξας, κατά την οποία οι σταρ υποδύονται συνεχώς -και εκτός οθόνης- ρόλους με το άγχος να μένουν στο προσκήνιο, η Λολό είναι εκείνη που δεν κάνει υποχωρήσεις. Παραμένει ο εαυτός της.
«Η Μόνικα Μπελούτσι θα μπορούσε να είναι άξια διάδοχος μου, αλλά θα πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο», λέει. Η Λολομπρίτζιντα κατάφερε, αντί σήμερα να αναπολεί τη χρυσή δεκαετία του '50, να δηλώνει με τσαγανό: «Θα επέστρεφα στη μεγάλη οθόνη μόνο αν μου το ζητούσε ο Σπίλμπεργκ»! Και συνεχίζει να ξεδιπλώνει τα ταλέντα της, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, σε ένα ατελιέ, στη μικρή πόλη Πετρασέντα της Τοσκάνης.


Η καριέρα των «όχι»
Ίσως ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος -«η χειρότερη αλλά και η πιο διδακτική περίοδος της ζωής μου»- να την έμαθε να παλεύει για τα θέλω της. Η περιουσία του επιπλοποιού πατέρα της εξανεμίζεται, η εξαμελής οικογένεια από το Σουμπιάκο στριμώχνεται σ' ένα διαμέρισμα στη Ρώμη, αλλά η Λολό δεν το βάζει κάτω: ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια όπερας.
Ίσως, πάλι, να την έκανε σκληρή το γεγονός ότι από μικρή έπρεπε να ξεπερνάει εμπόδια λόγω της εντυπωσιακής της εμφάνισης: μέσα σε ένα εξάμηνο αλλάζει επτά δασκάλους φωνητικής, επειδή την έχουν ερωτευτεί! Αλλάζει στόχο: παίρνει υποτροφία για να σπουδάσει ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ παράλληλα πουλάει σκίτσα της από κάρβουνο στις τρατορίες του Τραστέβερε. Τα κάλλη της δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο. «Με σταματούσαν στο δρόμο σκηνοθέτες και εγώ δεχόμουν να παίζω που και πού κανένα ρολάκι για χίλιες λιρέτες την ημέρα».
Το 1947, ο Χάουαρντ Χιουζ προσπαθεί να τη δελεάσει, τάζοντας της ένα συμβόλαιο-εισιτήριο για το Χόλιγουντ. Ήταν από τις ελάχιστες ανερχόμενες σταρ που του αρνήθηκαν. Επί εννιά χρόνια, ο Χιουζ αφήνει να διαρρεύσει πως η Λολό τού ανήκει, εμποδίζοντας την να κάνει άνοιγμα εκτός Ευρώπης. Και ενώ οι συμπατριώτισσες της εμπλέκονται σε ειδύλλια με γνωστούς παραγωγούς και σκηνοθέτες, που αναλαμβάνουν το ρόλο του μέντορα (όπως η Σοφία Λόρεν με τον Κάρλο Πόντι και η Σιλβάνα Μάνγκανο με τον Ντίνο ντε Λαουρέντίς), εκείνη παντρεύεται τον Σλοβένο γιατρό Μίρκο Σκόφιτς και ζουν μια ήρεμη ζωή.
Παραμένοντας πιστή στις καθολικές αρχές της, σε ταινίες και φωτογραφίσεις φορούσε κορμάκι στο χρώμα του δέρματος κάτω από τα ρούχα, προκειμένου να μην αποκαλύπτεται κανένα σημείο του σώματος της, ενώ φημίζεται για τις δεκάδες μηνύσεις που έχει κάνει σε όποιον θέλησε να αμαυρώσει τη φήμη της. «Όλα τα χρήματα διατίθενται στους φτωχούς, οπότε κανείς δεν μπορεί να με κατηγορήσει για τίποτα», λέει.


Στο Χόλλυγουντ
Το 1953 θριαμβεύει στην Αμερική με την κλασική ταινία του Τζον Χιούστον «Πιο δυνατός από τον διάβολο», πλάι στον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ήταν εκείνος που είπε τη θρυλική ατάκα: «Όταν μιλάμε για γυναικεία σεξουαλικότητα... η Λολό κάνει τη Μέριλιν Μονρό να μοιάζει με τη Σίρλεϊ Τεμπλ!». Ένα χρόνο μετά, η ταινία του Λουίτζι Κομεντσίνι «Ψωμί, έρωτας και ζήλια» την ανεβάζει στο στερέωμα των κινηματογραφικών αστεριών της Ιταλίας.
Το 1955 εντυπωσιάζει τον Λουτσιάνο Παβαρότι και τη μετέπειτα φίλη της Μαρία Κόλλας, τραγουδώντας την άρια «Vissi dArte» από την «Τόσκα» του Πουτσίνι, στην επιτυχία του Ρόμπερτ Λέοναρντ «Η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου». Το κασέ της ανεβαίνει ακόμη περισσότερο παίζοντας στο «Βαριετέ», πλάι στον Μπαρτ Λάνκαστερ και τον Τόνι Κέρτις. Το 1957 είναι πιο ευτυχισμένη από ποτέ - έχει μόλις γεννήσει τον μονάκριβο γιο της, Μίρκο Τζούνιορ. Συμφωνάμε το γαλλικό περιοδικό Cine Revue, τα '60ς ήταν η δεκαετία της. Το 1961 πέτυχε τη διεθνή αναγνώριση μέσα από το φιλμ του Ρόμπερτ Μάλιγκαν «Ραντεβού κάθε Σεπτέμβρη», πλάι στον Ροκ Χάντσον. Η Λολό βραβεύτηκε για την ερμηνεία της με Χρυσή Σφαίρα.
Όσο και αν προσπαθούσε να ξεφύγει από το κλισέ που ήθελε τις όμορφες γυναίκες να μην έχουν ταλέντο, δεν κατάφερνε να πείσει τους κριτικούς με τις ερμηνείες της. «Η υποκριτική μπήκε στη ζωή μου κατά λάθος. Διασκέδασα πολύ στο σινεμά, ωστόσο πιστεύω ότι δεν είχα την ευκαιρία να κάνω ό,τι καλύτερο μπορούσα. Οι ρόλοι λιγόστεψαν και οι παραγωγοί επιδιώκουν να κάνουν ταινίες που σοκάρουν και όχι που σε κάνουν να ονειρεύεσαι», δήλωσε στα 48 της, όταν αποφάσισε να αφοσιωθεί στις τέχνες που πραγματικά αγαπά.      
Η δεκαετία του '70 τη βρίσκει με λίγες συμμετοχές σε ταινίες, αλλά έχοντας κάνει στροφή στη φωτογραφία. «Επί πολλά χρόνια ήμουν μπροστά στην κάμερα, ακολουθώνταδ οδηγίες τρίτων. Έφτασε η ώρα να δω τον κόσμο πίσω από το φακό. Να εισβάλω στις ψυχές των ανθρώπων», εξηγεί, σηματοδοτώντας το νέο της ξεκίνημα. Το 1973, το βιβλίο της «Italia Mia», με φωτογραφίες που τράβηξε παριστάνοντας την τουρίστρια, πούλησε 300.000 αντίτυπα και κέρδισε το Nadar International Prize. Ένα χρόνο αργότερα, ο Φιντέλ Κάστρο την ξεναγεί για 12 ημέρες στην Κούβα και εκείνη ετοιμάζει το πρώτο της ντοκιμαντέρ, υλικό του οποίου δημοσιεύεται στο περιοδικό Time.
Ο πρόεδρος Ζακ Σιράκ της απονέμει το 1980 το Χρυσό Μετάλλιο του Δημοτικού Συμβουλίου Παρισιού και η εφημερίδα Le Monde κάνει λόγο για «μια καλλιτέχνιδα αντάξια του Καρτιέ Μπρεσόν», ενώ το 1992, ο Φρανσουά Μιτεράν της απονέμει το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Πάντα αεικίνητη, το 1999 κατεβαίνει υποψήφια ευρωβουλευτής με τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά σύντομα το μετανιώνει. «Νόμιζα ότι θα μπορούσα να βοηθήσω τα παιδιά, όμως έκανα λάθος. Δεν είναι δουλειά αυτή για μένα», λέει. Έκτοτε, αρνείται κατηγορηματικά οποιοδήποτε σχόλιο περί πολιτικής.
Το 2003 στο Μουσείο Πούσκιν της Μόσχαδ παρουσιάζει γλυπτά της, 38 ορειχάλκινα αγάλματα κλασικού στυλ. Η Ιρί-να Αντόνοβα, διευθύντρια του μουσείου, δηλώνει ενθουσιασμένη, ενώ οι επισκέπτεδ ξεπερνούν τις 4.000 τις καθημερι-νέδ και τις 6.000 τα Σαββατοκύριακα. Η ίδια έκθεση στο Μουσείο Μονέ του Παρισιού σημειώνει τεράστια επιτυχία, παίρνει παράταση ενόδ χρόνου και το γλυπτό «Ο κόσμοδ για τα παιδιά», ύψουδ 5 μ., τοποθετείται στην κεντρική είσοδο.


Ο έρωτας
Η ίδια αποδίδει το γεγονός ότι οι ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε δεν ήταν αντάξιες του ταλέντου τηw, εν μέρει, στο ότι δεν είχε την κατάλληλη καθοδήγηση. Ωστόσο, ο άντρας της είχε εγκαταλείψει την ιατρική για να γίνει ατζέντης της. «Μου έβαλε εμπόδια. Μου έκρυψε ότι με είχε ζητήσει ο Φελίνι για την "Ντόλτσε βίτα" και ο Μπουνιουέλ για τη "Βιριδιάνα", με την πρόφαση ότι δεν μου ταίριαζαν οι ρόλοι», υποστηρίζει εκείνη. Κάπως έτσι, έπειτα από 22 χρόνια γάμου, το ζευγάρι χώρισε.
Τότε δήλωσε στη Sunday Nirror: «Οι ιστορίες αγάπης μου έχουν προκαλέσει πόνο. Προτιμώ να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς αυτές. Ο γάμος μου διήρκεσε πολλά χρόνια, όμως δεν ήταν ποτέ πραγματικά ευτυχισμένος». Παρ' όλα αυτά, διαρρέει στον Τύπο ένας άτυπος αρραβώνας με τον επιχειρηματία Τζορτζ Κάουφμαν το 1969. Το ειδύλλιο είχε άδοξο τέλος. «Παραείμαι περίπλοκη για έναν άντρα. Εξάλλου, αν είσαι ανεξάρτητη, ο σύντροφος είναι περιττός», δηλώνει.
Με κάθε ευκαιρία, καταφέρεται κατά του γάμου, αλλά το 2006 η 79χρονη τότε ηθοποιός ανακοινώνει ότι θα παντρευτεί τον κατά 34 χρόνια νεότερο της Ισπανό επιχειρηματία Χαβιέρ Ραφόλδ. «Ανέκαθεν είχα αδυναμία στους νεότερους άντρες. Είναι γενναιόδωροι και δεν έχουν κόμπλεξ», δηλώνει. Το ζευγάρι αποκαλύπτει πως είναι μαζί 22 χρόνια. Ο γάμος, παρ' όλα αυτά, ματαιώνεται.
«Είχα πάντοτε πολλούς θαυμαστές, όμως ποτέ δεν γνώρισα τον μεγάλο έρωτα. Οι άντρες είναι ζηλιάρηδες, κτητικοί, φοβούνται τις γυναίκες που συνδυάζουν ομορφιά και εξυπνάδα. Ο Θεός μού έδωσε πολλά ταλέντα και ανύπαρκτη προσωπική ζωή. Αυτό είναι το τίμημα. Το έχω πια δεχτεί», δήλωσε σε συνέντευξη της στο ιδιωτικό τηλεοπτικό δίκτυο Canale 5.
 1. Νέα Υόρκη 1954. Λολό και Μέριλιν, δύο γνήσιες ντίβες. 2. Με τον Σαλβαντόρ ΝταλίM 1965. 3. O Φρανσουά Μιτεράν της απονέμει το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής 1992.



Έξι δεκαετίες στο προσκήνιο
Έξι χιλιάδες εξώφυλλα, 70 ταινίες, 22 διεθνή βραβεία, 3 καριέρες. Όλα αυτά δεν έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα σε μια επίσημη βιογραφία της. Εξαίρεση αποτελεί μια μη εξουσιοδοτημένη βιογραφία ενός ορκισμένου Βραζιλιάνου φαν της, του Λουί Κανάλ, με τίτλο «Imperial Gina». «Η Τζίνα Λολομπρίτζιντα είναι γυναίκα-φαινόμενο», γράφει ο Κανάλ. «Όχι μόνο επειδή υπήρξε εκπληκτικά όμορφη και ασυνήθιστα ταλαντούχος. Αλλά και γιατί η καριέρα της δεν χτίστηκε βασισμένη σε προκλητικές φωτογραφίσεις και σκανδαλώδη ειδύλλια, αλλά στον ασυμβίβαστο χαρακτήρα της. Επέλεξε τη σωστή στιγμή να αποσυρθεί από τα φλας της δημοσιότητας και κατάφερε να μην παρακμάσει, ακολουθώνταw πιστά το τρίπτυχο "δουλειά, αγάπη, φαντασία"».
Η τελευταία ταινία που αναγράφεται στο βιογραφικό της είναι του 1997, με συμπρωταγωνιστή τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ, και φέρει τον τίτλο «XXL». Η ζωή της με μία λέξη.·

Sophia Loren, Yvonne de Carlo, Gina Lollobrigida στα 1954.

«Λολότερη από ποτέ»
ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΣΒΟΡΩΝΟΥ
Τι περιπέτεια και αυτή του ονόματος της Gina Lollobrigida στην ελληνική γλώσσα. Από το χώρο του θεάματος, ίσως μόνο το όνομα του Shaskepeare ως Σακεσπήρος, Σαιξπήρος, Σαίηξπηρ, Σαίξπηρ, Σέξπιρ ή Σέιξπιρ μπορεί να ανταγωνιστεί την Ιταλίδα ηθοποιό. Την είπαν και την έγραψαν Λολομπρίγκιτα, Λολομπρίγκιτα, Λολομπρικίτα, Λολομπρίντζιντα, Λολομπρίτζιντα, Λολλομηρίτζιντα, Λολομπρίτζιτα, Λολομπριτζίτα, αλλά βεβαίως και Λολό, Λολλό και Λόλο. Και μία φορά «Λολότερη από ποτέ».
Οι Έλληνες δημοσιογράφοι την αποκάλεσαν θεά, ηδυπαθή, σειρήνα, καμπυλόγραμμη και τη χαρακτήρισαν και με άλλα επίθετα, που συνήθως γράφονται για τις ντίβες του κινηματογράφου. Και όταν το Φεβρουάριο του 1955 πόζαρε επί τετραήμερο ενώπιον είκοσι επτά ζωγράφων σε αίθουσα του ξενοδοχείου «Πρίγκιψ της Σαβοΐας» στο Μιλάνο, αναφέρθηκαν στη φήμη της και κάποιος ανώνυμος στην «Καθημερινή» -μάλλον λόγιος- που έγραψε ότι «καμμία Κλεοπάτρα και Σεμίραμις, καμμία Βερενίκη, καμμία βασίλισσα ή ευνοούμενη βασιλέως, με όσην αίγλην και αν περιεβλήθη, δεν εγνώρισε την πρόσκαιρον δόξαν» που γνωρίζει «η Μόνα Λίζα του 1955». Και καταλήγει: «Τα οστά της Πομπαδούρ και της Ντυ Μπερρύ και της Αρτέμιδος του Πουατιέ θα τρίζουν από την ζήλειαν των».
Η ζήλια όμως και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη Λολό και την άλλη μεγάλη Ιταλίδα ντίβα, τη Σοφία Λόρεν (και λιγότερο με τη Σιλβάνα Μάνγκανο), βρήκαν χώρο να καταγραφούν στις στήλες αθηναϊκών εφημερίδων της δεκαετίας του '50 και του '60 με τη μορφή πικάντικων ή γλυκερών φαιδρογραφημάτων, αλλά και με το κύρος τηλεγραφημάτων διεθνών πρακτορείων ειδήσεων. Δίλημμα για το ελληνικό κοινό ασφαλώς δεν υπήρξε. Πάντα ανάμεσα στην Τζίνα και τη Σοφία, στη Λολό και τη Λόρεν διάλεγα την ωραιότερη. Κατά περίπτωση.   

"K"

Δεν υπάρχουν σχόλια: