Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ : ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ

"στην κορφή της πείνας, της δίψας, τού πόνου κάθεται ο Θεός. 
Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ό Διάβολος· 
διάλεξε"

Η γραφίδα του Καζαντζάκη έντονη, τραχιά,
χωρίς οίκτο, ούτε γι’ αυτόν τον ίδιο..
Έγραψε και μίλησε για πολλά.
Για όσα δεν μίλησε, εννόησε περισσότερα.
Είχε άποψη για όλα. Στα πιο πολλά υπήρξε εύστοχος
και καυστικός..

Στα Θεολογικά, πάντα ακροβατούσε μεταξύ
των ¨ερημικών πελεκάνων¨
και των ουμανιστών αγίων σαν
τον άγιο Φραντζέσκο της Ασίζης..

Τούτο δω το οδοιπορικό, έχει μιαν άγρια ομορφιά.
Λες και χαράχτηκε σε βασάλτη.
Το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω,
μη χορταίνοντας την αντιπαράθεση των δυό Αετών...
Του ενός να φωλιάζει στα φριχτά Καρούλια
του Όρους, και του άλλου να πετά και να χαίρεται
την παροδική μαγεία του κόσμου...

Το αιώνιο δίλλημα...Ο αιώνιος πειρασμός..
Ειλικρινά δεν αρκεί μια απλή ανάγνωση,
χρειάζεται προσεκτική κι από καρδιάς μελέτη.
Συμπέρασμα η ψυχή βγάζει μετά
από προσεκτική ανάβαση του λόγου στη καρδιά.

Σας Το εύχομαι.
 


ΚΑΡΟΥΛΙΑ - ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ


ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ
Τέλειωνε πια το προσκύνημα μας. Τις παραμονές τού μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν' ανέβω στ' άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές τού Αγ. "Όρους. Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, και οι βάρκες πού τυχαίνει κάποτε να περνούν, ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ό,τι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας. Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται· θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται· κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.
Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης. Αυτόν κίνησα να δω· από τη στιγμή πού πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ. Όχι τα κρίματα μου, δεν πίστευα να ‘χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματα μου παρά την εωσφορική αλαζονεία πού συχνά μ' έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Έφτασα κατά το μεσημέρι στ' ασκηταριά· τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπήλια, τρόμαξα· σα να 'χε φτάσει κιόλας η Δεύτερη Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του. Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαυμασμός· δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά· άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου 'δειξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.
Πήρα ν' ανέβαινα πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τ' άγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα· μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ· σιγά σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο· έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μού φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, πού δεν τόλμησα· σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μού φάνηκε εδώ η φωνή τού άνθρωπου. Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δύο χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:


-  Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπο του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρυπνίες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα· τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
- Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να τού φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε· κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη πού είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν' ανέβει στον ουρανό. Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή πού πιστεύει· κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα τού τά'  χε φάει.
Δεν ήξερα τί να πω, από πού ν’ αρχίσω. Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου· ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.
Αποκότησα τέλος:
- Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα
- Όχι πια, παιδί μου· τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου· δεν έχει δύναμη· παλεύω με το Θεό.
- Με το Θεό! έκαμα ξαφνιασμένος- κι ελπίζεις να νικήσεις;
- Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου· μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα· αυτά αντιστέκουνται.
- Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
- Πιο ανθρώπινος, γέροντα μου.
- Ένας μονάχα δρόμος.
- Πώς τον λεν;
- Ανήφορο· ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί· από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο· στην κορφή της πείνας, της δίψας, τού πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ό Διάβολος· διάλεξε.
- Είμαι ακόμα νέος· καλή 'ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.
Άπλωσε ο ασκητής τα πέντε κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατο μου, με σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει ό Χάρος.
Ανατρίχιασα.
-  Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
-  Ο Χάρος αγαπάει τους νέους· η Κόλαση αγαπάει τους νέους· η ζωή 'ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
-  Είσαι έτοιμος; μού κάνει. Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
-  Όχι! φώναξα.
-  Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις· δε φοβάσαι;
- Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε η πόρτα της Παράδεισος· μα θ' ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; θ' ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του· αναστέναξε· και σε λίγο:
-  Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη τού Θεού· αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες τού άνθρωπου.
-  Και εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη τού Θεού· αυτή λοιπόν μπορεί να συγχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.
-  'Αλίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από  την καλοσύνη του Θεού· η κακία ΤΟΤΕ κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.
- Δεν είναι, θαρρείς, γέροντα μου, η καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;
Κι ως το 'πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θάρθει ο καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο  Άσωτος Υίος, ο Σατανάς, θ' ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ' ανοίξει την αγκάλη του: «καλώς ήρθες» θα του πει, «καλώς ήρθες, γιε μου, συγχώρησε· με πού σε τυράννησα τόσο πολύ!»
Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου· πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.
-  Έχω ακουστά, γέροντα μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάται τώρα ποιος, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο. "Άκουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε: «Τι έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε· «δεν είσαι ευτυχής; - Πώς να 'μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. «Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα συντριβάνι και κλαίει. - Τι συντριβάνι; - Τί συντριβάνι; - Τά δάκρυα των κολασμένων».
Ό ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.
-  Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη·  ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
Έκαμε πάλι το σταυρό του τρείς φορές, έφτυσε στον αέρα:
-  Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Άγγιξα το γόνατο του πού γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο· το χέρι μου πάγωσε.
- Γέροντα μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός· είμαι ένας νέος πού θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ό χωριάτης· θέλω, μα δεν μπορώ.
- Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε· το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει. Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, πού εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση;  Όταν στράφηκε στο θεό κι είπε: Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βαλ' το καλά στο νου σου: Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμα το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
- Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
- Με το εγώ αυτό ξεχώρισε από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος· δεν υπήρξε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό υπήρχε ένα· το  Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι η Παράδεισος, πού ακούς, κανένας άλλος· από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει· βλογημένος ο θάνατος! τί 'ναι ο θάνατος, θαρρείς;  Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπο του φωτίζουνταν· γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζοντας στην Παράδεισο.
- Γιατί χαμογελάς, γέροντα μου; -Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε· είμαι ευτυχής, παιδί μου· κάθε μέρα, κάθε ώρα, γρικώ τα πέταλα του μουλαριού, γρικώ το Χάρο να ζυγώνει.
Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής· μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς· η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε ο Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε ακόμα αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη τού Θεού. Αργότερα, συλλογίστηκε, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι ο Εωσφόρος.
Σηκώθηκα. Άσκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
- Φεύγεις; Έκαμε· άε στο καλό· ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
-  Χαιρετίσματα στον κόσμο.
-  Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα· και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός πού έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ


Κανείς δεν ξέρει αν ο κυρ Νίκος τώρα περνοδιαβαίνει στην Παράδεισο

που συνεχώς αναλογίζονταν..

Κανείς δεν ξέρει αν νίκησε τον πειρασμό, π' αρέσκονταν να προκαλεί.

Μόνον ο Χριστός γνωρίζει, κι  ίσως τα σπλάγχνα της φιλανθρωπίας Του,

συγχώρεσαν τον κυρ Νίκο μας, κι έτσι τώρα προσεύχεται σε κάποια γωνιά

του Άδη παρέα με τον μακαριστό Μακάριο τον Σπηλαιώτη…

περιμένοντας την ώρα που όλοι μας ζώντες και νεκροί

θα μπούμε στον Παράδεισο.



Από την "Φιλολογική Πρωτοχρονιά"
Τα έγχρωμα κείμενα από την εξαιρετική ανάρτηση που βρήκα εδώ:
http://kosmaser.pblogs.gr/tags/ensarkos-aggelos-kosmaser-gr.html



Δεν υπάρχουν σχόλια: