Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Αφιέρωμα στη Θεώνη Δρακοπούλου - Μυρτιώτισσα





ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

Η τρυφερή ποιήτρια  του έρωτα και της γυναικείας ευαισθησίας. Πρώτα βήματα στη σκηνή. Ερωτευμένη με τον Μαβίλη. Μητέρα του Γιώργου Παππά.

Γράφει η Ελευθερία Ντάνου

Τo πραγματικό όνομα της Μυρτιώτισσας, της ποιήτριας που μεσουράνησε στις αρχές του περασμένου αιώνα, για να συνεχίσει να τραγουδά με τη ρομαντική φωνή της ως τα μέσα του, είναι, όπως πολλοί γνωρίζουν, Θεώνη Δρακοπούλου. Η Μυρτιώτισσα ήταν μητέρα του αξέχαστου πρωταγωνιστή της ελληνικής σκηνής, Γιώργου Παππά. Όταν τη γνώρισα, το 1963, είχε ήδη δοκιμαστεί από τον θάνατο του μονάκριβου παιδιού της. Περνούσε τον δύσβατο δρόμο της μοναξιάς των γηρατειών της, και όμως στεκόταν αλύγιστη.
Ήταν απλή στις εκφράσεις της, στις σκέψεις της και στους τρόπους της. Είχε έντονη προσωπικότητα και μια ακτινοβολία που συνάρπαζαν και γοήτευαν τον συνομιλητή της.
Η Θεώνη Δρακοπούλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1881, στην εποχή του Χαμίτ Πασα. Ο πατέρας της, κεφαλλονίτικης καταγωγής, ήταν διερμηνέας της εκεί ελληνικής πρεσβείας.
Αργότερα η οικογένεια Δρακοπούλου πήγε στην Κρήτη, όπου έμεινε τρία χρόνια. Στην επιστροφή της από τη μεγαλόνησο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Από πολύ νωρίς η νεαρή Θεώνη επιδόθηκε στην απαγγελία, με ιδιαίτερο ταλέντο. Πολύ γρήγορα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στον «Παρνασσό» και απαγγέλλει το ποίημα του Κωστή Παλαμά «Ξύπνα-Ξύπνα». Είναι μόλις 16 χρονών. Το επόμενο βήμα της ήταν το θέατρο. Φοιτά τρία χρόνια σε μια Δραματική Σχολή και το 1904 κάνει την πρώτη της εμφάνιση με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, που παίζεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Αργότερα γίνεται η πρωταγωνίστρια της Νέας Σκηνής του Χρηστομάνου, όπου έπαιξε τον ρόλο της Δυσδεμόνας στον «Οθέλλο» και της Οφηλίας στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ. Είχε ήδη αρχίσει να γράφει από το 1919 ποιήματα στον «Νουμά» και είχε εκδώσει την πρώτη της ποιητική συλλογή «Τραγούδια», που ήταν και το προανάκρουσμα της κατοπινής της εξέλιξης.


Όταν ιδρύεται το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, θα είναι από τις πρώτες γυναίκες ηθοποιούς που θ' ανεβούν στη σκηνή του. Παίζει τη μεγάλη επιτυχία της εποχής, τη «Νεκρή Πολιτεία» του Ντ' Ανούντσιο, και πιο ύστερα με την Κυβέλη στο «Βασιλικό», σήμερα Εθνικό Θέατρο, θα εμφανιστεί πάντα με επιτυχία στο «Καρναβάλι των παιδιών» του Ντε Μπουελιέ.
Η απόδοση της Θεώνης Δρακοπούλου, έγραφαν οι κριτικοί της εποχής, ήταν καταπληκτική, γιατί είχε όλα τα προσόντα που χρειάζεται ένας ηθοποιός για να κατακτήσει τη σκηνή. Στο διάστημα της ιστορικής για τον τόπο θητείας της στο πάλκο της «Νέας Σκηνής», η Θεώνη έπαιξε μαζί με τους ποιητές: Άγγελο Σικελιανό, την αδελφή του, τον Σ. Σκίπη, τον Θ. Συνοδινό κ.ά. Η ηθοποιός-ποιήτρια θα είχε προσφέρει πολλά στο ελληνικό θέατρο, αν οι συνθήκες ζωής και οικογενειακοί της λόγοι δεν την ανάγκαζαν να αποσυρθεί από τη σκηνή, που τόσο αγαπούσε. Παρ' όλα αυτά, η ολιγόχρονη παρουσία της στο θέατρο την είχε επιβάλει από την πρώτη στιγμή, γι' αυτό και μόλις αποσύρθηκε τη διόρισαν καθηγήτρια της απαγγελίας στο Εθνικό Ωδείο, όπου δίδαξε επί έξι χρόνια.
Στα διαλείμματα των πρώτων καλλιτεχνικών αναζητήσεων και δημιουργιών της, η νεαρή ακόμη Θεώνη κατάφερε να αντισταθεί σε ένα συνοικέσιο που της έκαναν οι γονείς για έναν «πλούσιο» και «καλό» γάμο. Δεν μπόρεσε, όμως, να αντιδράσει στο δεύτερο, με έναν εξάδελφο της που ζούσε στο Παρίσι και με τον οποίο ήταν ερωτευμένη, τον διπλωμάτη Σπύρο Παππά. Αυτός έγινε και ο πατέρας του πολυαγαπημένου της παιδιού, Γιώργου Παππά, που τον έφερε στον κόσμο το 1903.


Ο γάμος της, όμως, δεν της έδωσε την ικανοποίηση και τη χαρά που περίμενε από μια ένωση που τόσο είχε ονειρευτεί. Σύννεφα σκίαζαν συχνά τον συζυγικό ορίζοντα. Ο άντρας της, αρκετά πολιτισμένος και με πλατιά μόρφωση και αντίληψη, δεν άργησε να της δώσει την ελευθερία της. Ωστόσο, αυτό που κέρδισε από αυτή την περιπέτεια, όπως την έλεγε η Θεώνη, ήταν ο γιος της, που στάθηκε σε όλη της τη ζωή ο τρυφερός έρωτας της καρδιάς της.
Παρ' όλες τις αντιξοότητες, η Μυρτιώτισσα δεν έπαψε να γράφει και να δημιουργεί. Η καλλιτεχνική της ιδιοσυγκρασία είχε βρει την ολοκληρωτική της έκφραση στην ποίηση από καιρό. Η φωνή της λύρας της, η αισθητική και νεανική της ορμή, γίνονταν μουσική. Η Μυρτιώτισσα τραγουδούσε χωρίς σταμάτημα. Γίνεται η ποιήτρια του πόνου, της αγάπης, της στοργής, της τρυφεράδας. Τραγουδά τη φύση που υπεραγαπά, ψάλλει τον πατριωτισμό της Ελληνίδας, τη συμπόνια, μα πάνω από όλα τον έρωτα.
«Η γυναίκα», μου λέει στη συνομιλία μας, «δίνει περισσότερα από τον άντρα στον έρωτα. Αυτός ο έρωτας είναι ο αφέντης της. Αυτός την κυβερνά. Η μοντέρνα γυναίκα — εννοούσε εκείνης της εποχής — νομίζει πως δεν παθαίνει απ' αυτόν, γιατί θέλει να ξεφύγει. Δεν το καταφέρνει όμως. Πάντα ο έρωτας την τραβά. Και νομίζω πως κάθε γυναίκα πρέπει να περάσει απ' αυτόν, γιατί έτσι θα πλουτίσει την ψυχή της. Αν δεν περάσει, θα είναι δειλία. Αυτός που αποσπάται απ' αυτόν είναι ο άντρας, όλο ζητά να πάει κάπου αλλού. Η γυναίκα είναι εκείνη που θυσιάζεται σ' αυτή τη μεγάλη υπόθεση».


Παράλληλα με τα τραγούδια της, που παρουσίαζε σε συλλογές, η Μυρτιώτισσα έγραφε στα σοβαρότερα περιοδικά, λογοτεχνικά κ.λπ. Η «Νέα Εστία», η «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Ο Εθνικός Κήρυκας της Ν. Υόρκης» και άλλα έντυπα φιλοξενούσαν στις σελίδες τους την ποιήτρια, για την οποία έγραφαν εγκωμιαστικά άρθρα.
Τον ίδιο καιρό που η Μυρτιώτισσα έχει κατακτήσει τον λογοτεχνικό χώρο, κάνει συντροφιά και με τους αξιολογότερους ποιητές της εποχής μα και του τόπου. Ο Παλαμάς, ο Πορφύρας, ο Μαλακάσης, ο Σκίπης, που στο πρόσωπο της αντικρίζουν την κορυφαία ποιήτρια, είναι οι πιο καλοί της φίλοι. Μα αυτός που του έδωσε την καρδιά της και έγινε ο μεγάλος έρωτας της ζωής της ήταν ο Λορέντσος Μαβίλης. Αυτός θα σημαδέψει και τα ερωτικά της τραγούδια και τα πονεμένα της με τον ηρωικό του θάνατο, στη μάχη του Δρίσκου, κατά τον πόλεμο του 1912.
Ο γιος της, που είναι πια ολόκληρο παλικάρι, φεύγει για πρώτη φορά από κοντά της. Πηγαίνει στη Γενεύη, όπου σπουδάζει γεωπόνος. Το δίπλωμα του, που το παίρνει το 1922, δεν θα το χρησιμοποιήσει ποτέ, γιατί τον τραβά ο διπλωματικός κλάδος, όπως τον παππού του και τον πατέρα του. Θα μείνει στο διπλωματικό σώμα μέχρι το 1931. Έπειτα θα αφοσιωθεί στο θέατρο και θα γίνει ο κορυφαίος πρωταγωνιστής της ελληνικής σκηνής, μέχρι τον θάνατο του, το 1958. Η ποιήτρια μητέρα του θα του αφιερώσει τα καλύτερα της ποιήματα από την ημέρα της γέννησης του ως τις τραγικές μέρες του θανάτου του.
Κλείνοντας την παρένθεση της ιδιωτικής ζωής της Μυρτιώτισσας, γυρνάμε στην εποχή που βάδιζε πια με σταθερό βήμα στην επιτυχία μετά την έκδοση της πρώτης της συλλογής. Το 1921 τυπώνει μια δίτομη ανθολόγηση ελληνικών ποιημάτων, κατάλληλων για απαγγελία. Τη συλλογή αυτή, που έχει προλογίσει ο Κωστής Παλαμάς, καθιερώνει στα μαθήματα της Σχολής Απαγγελίας του Εθνικού Ωδείου όπου διδάσκει. Το 1925 κυκλοφορεί τη συλλογή «Κίτρινες φλόγες» και σημειώνει μεγάλη επιτυχία. Αλλά η Μυρτιώτισσα δεν τραγουδάει μόνο και δεν διδάσκει. Θαυμάστρια της μεγάλης Γαλλίδας ποιήτριας, κόμισσας Άννας Ντε Νοάιγ, που είχε στις φλέβες της ελληνικό αίμα, αλλά που δεν ήθελε να έρθει στην Ελλάδα για να μην απογοητευθεί, μεταφράζει αριστοτεχνικά τα ωραιότερα ποιήματα της στα ελληνικά. «Είναι», θα πει, «η σημαντικότερη εργασία μου η μετάφραση αυτών των ποιημάτων».
Το 1930, εκδίδει μια δίτομη «Παιδική Ανθολογία», προλογισμένη και αυτή από τον Παλαμά. Είναι ποιήματα σταχυολογημένα από ξένες ανθολογίες και μεταφρασμένα από την ίδια την ποιήτρια.
Πολυγραφότατη, η Μυρτιώτισσα, και τοποθετημένη από την πρώτη της εμφάνιση στην κορυφή της γυναικείας ποίησης του καιρού της, κυκλοφορεί το 1933 τη νέα ποιητική συλλογή της, «Δώρα της Αγάπης». Τον ίδιο χρόνο το βιβλίο αυτό βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών. Έτσι η Μυρτιώτισσα, που είναι από τις πρώτες γυναίκες που βραβεύει το Ανώτατο Πνευματικό Ίδρυμα της χώρας, παίρνει μια από τις πρώτες θέσεις ανάμεσα στους λογοτέχνες, άνδρες και γυναίκες, του τόπου.


Πολλοί τραγούδησαν την αγάπη, όπως η Θεώνη Δρακοπούλου, μα το ποίημα της Μυρτιώτισσας «Σ' αγαπώ», που έχει περάσει σε όλες τις εποχές και από όλων τα στόματα, είπε ό,τι καλύτερο σε αίσθημα έχει να δώσει η γυναικεία ψυχή. Το απόλυτο και σχεδόν το ιερό στην αγάπη. Τα σιγομιλήματα της ερωτευμένης γυναίκας έχουν τον θερμό τόνο της οικειότητας και της απέραντης αλήθειας. «Σ' αγαπώ δεν μπορώ / τίποτ' άλλο να πω / πιο βαθύ, πιο απλό / πιο μεγάλο... Σ' αγαπώ, τι μπορώ / ακριβέ, να σου πω / πιο βαθύ, πιο απλό / πιο μεγάλο».
Η Γυναίκα, στο ολοκληρωτικό της δόσιμο, δεν έχει να πει πολλά. Λέει «σ' αγαπώ» και το βρίσκει απλό, όπως απλά είναι όλα τα μεγάλα και βαθιά αισθήματα.
«Το τραγούδι αυτό τό 'γραψα», λέει η Μυρτιώτισσα, «στην Κηφισιά ένα ωραίο απόγευμα που ήταν η ψυχή μου πλημμυρισμένη από τρυφεράδα και ομορφιά. Σε ποιον αποτεινότανε; Σε οποιονδήποτε εκτός από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και ίσως σε όλες τις γυναίκες μαζί που αγαπούν. Αυτό το τραγούδι, που χρόνια τραγουδήθηκε και χρόνια τραγουδιέται, που έχει γίνει τόση χρήση του και έχει γίνει κοινότατο, δεν τ' αγαπώ».
Στο τέλος του 1939 - αρχές 1940 η Μυρτιώτισσα κυκλοφορεί τη νέα της ποιητική συλλογή «Κραυγές», που κερδίζει το πρώτο Κρατικό Βραβείο.
Μέσα από το πολύμορφο ποιητικό της έργο η ίδια ξεχώριζε σαν καλύτερο ποίημα της το «Μανούλα». Σ' αυτό οι χορδές της λύρας της πάλλονται με μια εφιαλτική αγωνία και ζητά με απόγνωση να κρύψει από την κακιά μοίρα τη μάνα της. «...να διπλομανταλώσουμε τη θύρα / σήκω, πιο μέσα, πιο βαθειά να πάμε / αχ, να σε κρύψω θέλω από τη Μοίρα!»
Εκτός από τη μετάφραση των ποιημάτων της Ντε Νοάιγ και το υπόλοιπο πλούσιο μεταφραστικό της έργο, η Μυρτιώτισσα, με τέλεια γνώση της αρχαίας τραγωδίας και των αρχαίων ελληνικών, μετέφρασε στη δημοτική τη «Μήδεια» του Ευριπίδη. Και τούτη τη φορά αυτό που τη συγκλονίζει ως τα μύχια της ψυχής της είναι η γυναίκα που προδόθηκε στον έρωτα.
 1963

Ανάμεσα σε όλα τα βραβεία της, η ποιήτρια ιδιαίτερα μιλούσε για εκείνο που πήρε το βραβείο του Κρατικού Οργανισμού   Σχολικών   Βιβλίων· το βιβλίο της «Κρινολούλουδα», που χρησιμοποιήθηκε σε όλα τα σχολεία της χώρας,.,  Η Μυρτιώτισσα άλλωστε είχε ασχοληθεί, από τα πρώτα της βήματα στα Γράμματα, με την παιδική λογοτεχνία.
Από τις ποιητικές δημιουργίες της Μυρτιώτισσας δεν έλειπαν και τα ποιήματα που τραγουδούσαν τη Φύση. Φυσιολάτρης η ίδια, ταξίδευε στα νησιά και αγαπούσε ιδιαίτερα την Κρήτη όπου είχε ζήσει μικρή, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα, που την επισκεπτόταν συχνά. Όπως έλεγε: «Ξαναγύριζα στο νησί της Ναυσικάς, γιατί εκεί έβρισκα το εσωτερικό μου γαλήνεμα».
Όμως εκεί που η ποιήτρια αφήνει να φανεί όλη η τρυφεράδα του πλούσιου συναισθηματισμού της είναι στα τραγούδια που έχει γράψει για τον μονάκριβο γιο της. «Η αληθινή μάνα όσο και να είναι δεμένη με τα παιδιά της, δεν τους γίνεται ποτέ εμπόδιο», θα πει. Όταν ο Γιώργος Παππάς έφυγε στη Γενεύη για σπουδές, έγραψε:
«Σύρε όπου θες! Σαν τον κισσό / το μητρικό μου στοχασμό / τυλίγω στο κορμί σου / και στο λαιμό σου φυλαχτό / την ίδια μου καρδιά κρεμώ / να σκέπει τη ζωή σου».
Μετά τον θάνατο του γιου της, διηγείται η ίδια με πικρία, δεν έγραψε απολύτως τίποτα. Ο μεγάλος της πόνος δεν της άφηνε ούτε στιγμή τη σκέψη ελεύθερη. Συνέχεια το μυαλό έτρεχε στην αγαπημένη μορφή και το πρόσωπο της έπαιρνε μια έκφραση αγαλλιάσεως, όταν η συζήτηση στρεφόταν γύρω από τη ζωή του, την καριέρα του, τις επιτυχίες του. Τότε τον ένιωθε ζωντανό και το βλέμμα της σταματούσε στις πάμπολλες φωτογραφίες του, που ήταν γεμάτο το σπίτι. Εκείνη τη στιγμή έβλεπε κανείς πώς ξαλάφρωνε η φουσκωμένη της καρδιά.
Μ' αυτή τη μεγάλη θύμηση, που δεν μπόρεσε να βάλει στο χαρτί, έζησε η Μυρτιώτισσα δέκα χρόνια. Το 1968 έφυγε από τούτο τον κόσμο, με τη βεβαιότητα πως θα πήγαινε να συναντήσει οριστικά πια τον γιο της.

Ιστορία Εικονογραφημένη

Δεν υπάρχουν σχόλια: