Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Οριάννα Φαλάτσι : Η τελευταία μέρα της ζωής του Αλέκου Παναγούλη



Η τελευταία μέρα της ζωής του Αλέκου Παναγούλη


Γράφει η Οριάννα Φαλάτσι



Η τελευταία μέρα της ζωής σου ανέτειλε μέσα σ' ένα γκρίζο, μολυβένιο ουρανό. Όλη την εβδομάδα είχε κάνει κάτι λιακάδες καλοκαιριάτικες κι ούτε ένα σύννεφο δεν είχε σκοτεινιάσει το γαλάζιο τού ουρανού. Αλλά το προηγούμενο βράδυ, ξαφνικά, ο ορίζοντας είχε χλωμιάσει από ένα παγωμένο φώς και είχε σηκωθεί ένας δυνατός άνεμος, η θάλασσα είχε φουσκώσει χτυπώντας δυνατό θόρυβο στην παραλία, και η καταιγίδα είχε ξεσπάσει από την Αθήνα ως την Κόρινθο. Όλη τη νύχτα, σαν να 'χε ανάψει καβγάς ανάμεσα σε εξαγριωμένους θεούς, οι κεραυνοί είχαν σχίσει τον ουρανό, η βροχή είχε πλημμυρίσει τους δρόμους, και μόνο την αυγή είχε πέσει ησυχία με κείνο τον γκρίζο, μολυβένιο ουρανό, προμήνυμα συμφορών. Ξύπνησες νωρίς. Περιέργως είχες κοιμηθεί καλά και όταν ή μητέρα σου σού έφερε τον καφέ, ήσουν κιόλας όρθιος και κοίταζες απορροφημένος τον κήπο, τις ζημιές πού είχαν γίνει στα δέντρα. Η καταιγίδα είχε αποκεφαλίσει τις τριανταφυλλιές και ακρωτηριάσει τα δέντρα, πορτοκάλια και λεμόνια κείτονταν πάνω σ' ένα χαλί από κομμένα κλαδιά και φύλλα, είχε πέσει ακόμη και το μάτσο με τα σκόρδα πού ήταν δεμένο σε μια σχίζα της φοινικιάς για να διώχνει την κακοτυχία. ….
Πλύθηκες και ντύθηκες καλά, …. Ξυρίστηκες με σχολαστική προσοχή,… γέμισες τίς τσέπες με τά αντικείμενα πού κουβαλούσες πάντα επάνω σου: πίπα, πουράκια, καπνό, στυλό, ατζέντες, μπλοκ, ψαλιδάκι, αποκόμματα εφημερίδων. Στην εσωτερική τσεπούλα έκρυψες ένα ντοκουμέντο για τον Αβέρωφ πού δίσταζες να το βγάλεις σε φωτοαντίγραφα. Το είχες πει και σε έναν από τους φίλους σου: «Είναι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι επικίνδυνο να το βγάλω σε φωτοαντίγραφα. Καλύτερα να το κουβαλάω επάνω μου». ..  Αφού ετοιμάστηκες, βάλθηκες να γυρνάς πάνω κάτω στο σπίτι σαν να μήν ήθελες να βγεις ή σαν να 'ψαχνες για κάτι. Μια λυπηρή νοσταλγία, μια θύμηση; Σέρνοντας τις παντόφλες η μητέρα σου ερχόταν από πίσω σου έκπληκτη: «Τί θέλεις;» «Τίποτα. Σκαφτόμουν. Μένει ένας μήνας και δυό μέρες για τα γενέθλια μου. Τριάντα εφτά χρονών, στις 2 Ιουλίου. Γέρασα». Τελικά βγήκες ρίχνοντας μια ματιά στο μάτσο με τα σκόρδα πού κρεμόταν τώρα γερά από τη σχίζα της φοίνικας. Όμως φτάνοντας στην αυλόπορτα, σταμάτησες, γύρισες πάλι πίσω και με μια απότομη κίνηση το έκοψες και το έριξες στη γη: «Δεν πρέπει να 'μαστε προληπτικοί!» Εκείνη ανατριχιασμένη από τη φρίκη, αγανακτισμένη, μουρμούριζε ακόμη όταν κάθισες στο βολάν της  Άνοιξης και έφυγες μπαίνοντας στην οδό Βουλιαγμένης: στο δρόμο πού είχες κάνει χιλιάδες φορές και πού ήξερες κάθε του μέτρο, κάθε στροφή, κάθε λακκούβα. Γύρισες το κεφάλι περνώντας μπροστά από το γκαράζ με την επιγραφή Τexaco; Με μένα γύριζες πάντα γκρινιάζοντας ότι ή απουσία ενός μικρού τοίχου έκανε την κατηφοριά επικίνδυνη, μια καταπακτή για να φας το κεφάλι σου. Έδειχνες την πινακίδα πάνω από την κατηφοριά, Καλό Ταξίδι, και: «Καλό ταξίδι με σπασμένο κεφάλι!»
Στις εννιά ήσουν στην οδό Κολοκοτρώνη και πάρκαρες την Άνοιξη ακριβώς μπροστά στο μαγαζί με τις υφαντικές μηχανές, εκείνο δίπλα στην εξώπορτα σου, πού είχε κοινό τοίχο και τζαμαρία με το διάδρομο πού οδηγούσε στο ασανσέρ. Το μαγαζί ήταν ανοιχτό, υπήρχε κιόλας μέσα ένας πελάτης: ένας νεαρός με στρογγυλό πρόσωπο, γεμάτο ελιές. Ήταν ό ίδιος πού τον Ιούλιο τού εβδομήντα πέντε είχε έρθει στη Φλωρεντία μ' έναν έλληνα ναζιστή για να μείνει μια βδομάδα: ακριβώς την εβδομάδα πού είχες φύγει από την Αθήνα λέγοντας ότι πήγαινες στη Φλωρεντία και αντίθετα είχες πάει στην Κύπρο. Ό ίδιος πού είχε καυχηθεί τόσο στη Φλωρεντία για τις επιχειρήσεις του σαν καμικάζι, για τους δύσκολους ελιγμούς πού μπορούσε να κάνει με το Πεζώ του: χτύπημα με τη μούρη, χτύπημα με την ουρά και το άλλο αυτοκίνητο πετάγεται πέρα σαν βλήμα. Ό ίδιος πού στη διάρκεια της Χούντας είχε δουλέψει στο ατελιέ της Δέσποινας Παπαδοπούλου, και είχε ταξιδέψει πολύ στις χώρες όπου υπήρχαν πολλοί πολιτικοί εξόριστοι για παρακολούθηση, άλλα κυρίως στον Καναδά όπου είχε πάρει μέρος στους αγώνες ανοιχτού σιρκουί, στους τρομερούς αγώνες όπου συμμετέχεις για να καταστρέψεις τα άλλα αυτοκίνητα με ελιγμούς μούρη - ουρά, και κείνος πού νικάει είναι αυτός πού έχει το πιο ψυχρό μυαλό, το πιο γρήγορο μάτι. Με μια κουβέντα ο Μιχάλης Στέφας. Σήμερα παπανδρεϊκός σοσιαλιστής, υπάλληλος σε μια επιχείρηση ρουχισμού, στη Heim Fashion. και κάτοχος ενός ασημί Πεζώ 504. Και δες σύμπτωση: είχε έρθει κι άλλες φορές εκείνες τις μέρες στο μαγαζί με τις υφαντικές μηχανές.


Μπήκες στο γραφείο και δώ σε περίμενε o δικηγόρος. Τού διηγήθηκες τον καβγά με τον δράκο και: «Όπως βλέπεις ακολούθησα τη συμβουλή σου, άλλα είναι αδύνατο να έρθουμε σε συμφωνία. Δεν έχω τώρα πια άλλη επιλογή από το να φτάσω ως το τέλος αυτής της ιστορίας, κι ας μού στοιχίσει ό,τι στοιχίσει. Τη Δευτέρα θα κάνω τη σούπερ επερώτηση στον Καραμανλή». «Δε θα πετύχεις και σπουδαία πράγματα». «Το ξέρω. O Καραμανλής δε θα αφήσει να τον βγάλω από τη μέση (σς εννοεί τον τότε υπουργό Ευ. Αβερωφ) και δεν έχω κανένα με τη μεριά μου. Κανέναν». «Και λοιπόν;» «Λοιπόν τίποτα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου για να νικήσεις χρειάζεται να δώσεις ακόμη και την αναπνοή σου». «Και μετά την επερώτηση;» «Θα πάω στην Ιταλία για μερικές μέρες, κι από κει στην Κύπρο». Ο δικηγόρος σε παρατηρούσε με αμηχανία: ήσουν τόσο ήρεμος εκείνο το πρωί, τόσο σίγουρος. Ακόμη κι όταν ανέφερες τις βρισιές πού ανταλλάξατε με τον Αβέρωφ. Η φωνή σου δεν πρόδινε κανένα πάθος. Αλλά τί ήθελες να πεις με τη φράση υπάρχουν - περιπτώσεις - όπου - για - να - νικήσεις -χρειάζεται - να --δώσεις - ακόμη - και - την - αναπνοή - σου; Κυριευμένος από μια υποψία Ο δικηγόρος οδήγησε τη συζήτηση στα απειλητικά τηλεφωνήματα, την καταδίωξη με τ' αυτοκίνητα, το πόσο άστοχο ήταν να οδηγείς κάθε βράδυ μόνος σου μέσα σε έρημους δρόμους, να πηγαίνεις στη Γλυφάδα. «Τί βαρετοί πού γίνεστε όλοι σας», τού αποκρίθηκες, «τι θα 'θελες και συ, να κυκλοφορούσα με σωματοφύλακες, να γινόμουνα γελοίος;» Έπειτα σήκωσες το ακουστικό τού τηλεφώνου πού χτυπούσε και μίλησες με κάποιον, με τα χείλια τραβηγμένα σ' έναν ενοχλημένο μορφασμό. Τί σπάσιμο. Κάποια Σουγιουμτζόγλου σέ προσκαλούσε σε δείπνο για λογαριασμό τού γαμπρού της Βίκτωρα Νόλι, ενός Έλληνα από τη Μελβούρνη. Αυτόν τον Νόλι τον είχες γνωρίσει στη Ρώμη το εξήντα οχτώ, και πριν από κάνα μήνα είχε ξαναδώσει σημεία ζωής μέσω της Σουγιουμτζόγλου, πού ήταν αδελφή της γυναίκας του. Τώρα ήταν στην Αθήνα και ήθελε να σε βγάλει για φαγητό με τις δυό γυναίκες. «Ακριβώς σήμερα! Το τελευταίο πράγμα πού θα 'θελα να κάνω είναι να περάσω το βράδυ με τρείς μπούφους». «Έλα να φάμε μαζί. Θα 'ρθω να σε πάρω με το αυτοκίνητο κι έπειτα θα σε συνοδέψω εγώ στη Γλυφάδα, έτσι για μια φορά δε θα γυρίσεις μόνος μέσα στη νύχτα», συμβούλεψε ό δικηγόρος ξαναφέρνοντας τη συζήτηση στο σημείο όπου είχε διακοπεί από το τηλεφώνημα της Σουγιουμτζόγλου. «Όχι, ευχαριστώ. Ακόμη κι αν δε βγω μαζί τους, πρέπει να δειπνήσω με τον διευθυντή του Ολυμπία Εξπρές, οπότε είναι το ίδιο. Θα ιδωθούμε αύριο». «Σύμφωνοι, θα ιδωθούμε αύριο, άλλα σού το επαναλαμβάνω: μη γυρνάς μόνος τη νύχτα, και πήγαινε στη Γλυφάδα όσο λιγότερο γίνεται. Δε με πείθει καθόλου αυτή ή ιστορία με τους δυό πού σε ακολουθούν μόλις σκοτεινιάσει». «Ότι πρέπει να είναι θα είναι, ότι πρέπει να γίνει θα γίνει». Χωρίσατε μ' αυτά τα λόγια και αργότερα ξανατηλεφώνησες στον Νόλι: να ερχόταν εκεί κατά τις πέντε το απόγευμα και έπειτα, αν κατάφερνες να ακυρώσεις το ραντεβού με τον διευθυντή τού Ολυμπία Εξπρές, θα δειπνούσες μαζί μ' αυτόν, τη γυναίκα του και την κουνιάδα του. Στο μεταξύ ό Μιχάλης Στέφας (σς οδηγός του ΠΕΖΩ που κτύπησε το αυτοκίνητο του Παναγούλη) είχε φύγει από το μαγαζί με τις υφαντικές μηχανές και είχε πάει με ένα ταξί στη Heim Fashion. Χρησιμοποιούσε ταξί γιατί eδώ κι ένα μήνα δεν είχε το Πεζώ στην Αθήνα, θα έλεγε. Το είχε στην Κόρινθο, μπροστά στο σπίτι των γονιών του, γιατί είχε ακόμη γαλλικές πινακίδες και έπρεπε να πάρει ελληνικό αριθμό. Πριν ένα μήνα είχε διακινδυνέψει εκεί στην Αθήνα να φάει ένα γερό πρόστιμο εξαιτίας των πινακίδων.

Έφυγες από το γραφείο στις δυόμισι και ξαναγύρισες στις τρεισήμισι για να ακυρώσεις την υποχρέωση με το διευθυντή τού Ολυμπία Εξπρές, και από αυτή τη στιγμή αρχίζει ό συγχρονισμός των κινήσεων σου και των κινήσεων τού Στέφα. Στις πέντε ήρθε o Νόλις και τού είπες ναι, θα τον έβλεπες για δείπνο, άλλα προσκαλούσες εσύ αυτόν, τη γυναίκα του και την κουνιάδα του σε ένα εστιατόριο στη Γλυφάδα. Την ίδια ώρα, στις πέντε, o Στέφας κατέβασε το στορι της Heim Fashion και ήταν έτοιμος να παίξει το ρόλο του. Στις έξι απαλλάχτηκες από τον Νόλι, κανονίζοντας να πάς να τον πάρεις πριν από το δείπνο από την οδό Αλκυόνης 8 όπου έμενε και την ίδια ώρα, στις έξι, ό Στέφας πήγε στον Βασίλη Γεωργόπουλο: φίλο του και άλλοθι του. Στις εννέα σού τηλεφώνησε η Σουγιουμτζόγλου λέγοντας ότι είχε χαλάσει το αυτοκίνητο της: πριν πάς στην οδό Αλκυόνης, θα μπορούσες να περάσεις από αυτήν στην οδό Ανδρούτσου 15Α; Την ίδια ώρα, στις εννιά, ο Στέφας ανέβηκε στο πούλμαν για την Κόρινθο, για να πάει να πάρει το Πεζώ και να το φέρει στην Αθήνα. (Και οι γαλλικές πινακίδες πού έπρεπε να αλλαχτούν; Και ό κίνδυνος να φάει πρόστιμο; Ο Γεωργόπουλος τού είχε προτείνει, θα δικαιολογούνταν, να περάσουν την Πρωτομαγιά με δυό κοπέλες στην Αίγινα κι αυτό τον είχε κάνει να ξεχάσει κάθε προφύλαξη. Μα δεν είναι νησί ή Αίγινα; Δεν πάει κανείς με πλοίο στην Αίγινα; Τί νόημα είχε να τρέξει από την Αθήνα στην Κόρινθο με το πούλμαν, να πάρει το Πεζώ πού δεν είχε ελληνικό αριθμό, να το φέρει στην Αθήνα, να το επιβιβάσει στο πλοίο, να το αποβιβάσει, να το ξαναεπιβιβάσει, να το ξανααποβιβάσει, να το ξαναπάει στην Κόρινθο την επόμενη μέρα; Κανένα φυσικά. Μα ποιος είπε ότι το Πεζώ θά χρησίμευε πραγματικά για μια εκδρομή με τις κοπέλες στην Αίγινα; Θα μπορούσε πολύ καλά να χρησιμεύσει για κάτι άλλο, λογού χάρη για μια εκδούλευση, για μια χάρη πού απαιτεί ψυχρό μυαλό, γρήγορο μάτι, ικανότητα στους ελιγμούς μούρη - ουρά και οπωσδήποτε ένα παρελθόν καμικάζι εξασκημένου στις πίστες τού Καναδά στους αγώνες ανοιχτού σιρκουί και ένα γερό αυτοκίνητο πού ν' αντέχει στις συγκρούσεις περισσότερο από κάποιο πολύ ανοιχτό - σχεδόν - άσπρο αυτοκίνητο, πού τις προηγούμενες μέρες είχε δείξει να μην μπορεί ν' ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς. Στις εννιάμισι έφυγες από την οδό Κολοκοτρώνη γιά να περάσεις από τη Σουγιουμτζόγλου και να πάς στους Νόλι. Στις δέκα ήσουν στην οδό Αλκυόνης στους Νόλι πού σε κράτησαν για ένα απεριτίφ, μια γουλιά ουίσκι πού όμως δε σού άρεσε και έμεινε ανέπαφο στο ποτήρι. Στίς δέκα και τέταρτο βγήκες μαζί τους. Και ήταν δέκα ή ώρα όταν το πούλμαν με τον Στέφα έφτασε στην Κόρινθο, ό Στέφας κατέβηκε και έφτασε στην πλατεία όπου είχε το Πεζώ. Ήταν δέκα και τέταρτο όταν έφτασε στην πλατεία, ανέβηκε γρήγορα στο Πεζώ. Ήταν δέκα και είκοσι πέντε όταν μπήκε στον αυτοκινητόδρομο Κορίνθου-Άθήνας. Την ίδια ώρα εσύ πάρκαρες την Άνοιξη μπροστά στον Ψαρόπουλο, έπειτα μπήκες με τους Νόλι και τη Σουγιουμτζόγλου στον Ψαρόπουλο…….
Παράγγειλες το δείπνο ξαναμμένος. Ξαφνικά ή ηρεμία πού σε χαρακτήριζε το πρωί, η αταλάντευτη ισορροπία, η απουσία παθών, είχε δώσει το προβάδισμα σε μια απρόσμενη ευφορία. Έμοιαζες ξαναμμένος. Μιλούσες αδιάκοπα, αστειευόσουν, διηγιόσουν γελώντας για τα αρχεία και για τον Αβέρωφ και για τον Τσάτσο, για τη σούπερ επερώτηση πού θα 'κανες τη Δευτέρα στον Καραμανλή, για το σεισμό πού θα προξενούσες παραδίνοντας τα έγγραφα πού είχε απαγορέψει ο Ζούβελος.  Ακόμη εμπιστεύτηκες ότι έγραφες ένα βιβλίο, το είχες αρχίσει κιόλας, έλεγες, και τα προβλήματα το είχαν σταματήσει στη μέση, όμως τώρα το Μάη θα το ξανάπιανες για να το τελειώσεις μέσα στο χρόνο. ..  Υποσχέθηκες, ακόμη, να κάνεις ένα ταξίδι στην Αυστραλία: «Ναι, θέλω να μετακινηθώ, να γνωρίσω τον κόσμο. Μόλις τελειώσω το βιβλίο, θά 'ρθω πραγματικά στην Αυστραλία». Ήταν σα να 'χες μπροστά σου ένα ατέλειωτο μέλλον, γεμάτο υποσχέσεις, επιτυχίες, χαρά· Και τα μάτια σου έλαμπαν, τα χέρια σου έτρεμαν, όλα σού άρεσαν. Η συντροφιά των τριών ηλικιωμένων, το φαγητό, ο κόσμος. … Κάποια στιγμή, φέρνοντας το ποτήρι στα χείλη σου, είχες πει ότι οι σχέσεις σου με το κρασί είχαν επιδεινωθεί: είχες ξαναανακαλύψει τις αρετές της πορτοκαλάδας. «Και δε λυπάμαι, γιατί το σκοτάδι είναι γεμάτο παγίδες, σκιές πού ενεδρεύουν. Πρέπει να 'χω το μυαλό καθαρό και τα αντανακλαστικά σε ετοιμότητα».


Στο μεταξύ ο Μιχάλης Στέφας οδηγούσε βρίζοντας για τη βροχή πού είχε ξαναρχίσει δυνατή ανάμεσα στην Κόρινθο και τα Μέγαρα και τον εμπόδιζε να τρέξει όπως είχε την πρόθεση. Όμως έτρεχε αρκετά δεδομένου ότι στις δώδεκα παρά δέκα ήταν πάλι στο σπίτι τού Γεωργόπουλου, τού άλλοθι του, ως τη μιάμιση. (Περίεργη αυτή ή επιστροφή του σ' αυτόν μες στα μεσάνυχτα, αυτή η επιδίωξη λεπτομερών μαρτυριών). Και το κόκκινο Μπεεμβέ; Υπήρχε κι αυτό, δεν περίμενε φυσικά το Πεζώ τού Στέφα για να 'ρθει να σε συναντήσει. Αφού σε είχε ακολουθήσει ως το εστιατόριο, είχε απομακρυνθεί για να περιμένει τη σωστή στιγμή δίχως να χτυπάει στο μάτι και είχε διαπράξει ένα σημαντικό λάθος. Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα όταν ένας τρομαγμένος πολίτης παρουσιάστηκε στην αστυνομία γιά να καταγγείλει ότι στην οδό Βουλιαγμένης ένα βυσσινί Μπεεμβέ τον είχε ακολουθήσει από απόσταση για κάνα δυό χιλιόμετρα και ξαφνικά είχε χιμήσει κατά πάνω του, είχε περάσει ξυστά από δίπλα του με την καθαρή πρόθεση να τον πετάξει έξω από το δρόμο. Είχε αποφύγει την καταστροφή κρατώντας γερά το βολάν και σταματώντας το συντομότερο δυνατό, και όχι: δεν ήταν τυχαίο. Μπορούσε να το αποδείξει γιατί, ενώ στεκόταν εκεί να πάρει μια ανάσα, να αναρωτηθεί για ποιο λόγο τού επιτέθηκαν, το βυσσινί Μπεεμβέ είχε ξαναεμφανιστεί. Και είχε σταματήσει. Και οι δυό άντρες πού το επέβαιναν τον είχαν κοιτάξει καλά, έπειτα είχαν απομακρυνθεί με μια κίνηση απογοήτευσης: σαν να 'χαν κάνει λάθος στο πρόσωπο ή σαν να 'βριζαν τους εαυτούς τους για την ηλιθιότητα τους. Φέρνοντας στο νού τους ότι σέ είχαν αφήσει στον Ψαρόπουλο, είδαν ότι δεν μπορούσες να είσαι κιόλας στην οδό Βουλιαγμένης. Ό τρομαγμένος πολίτης είχε μουστάκι κι ένα πράσινο αυτοκίνητο. Όχι ζωηρό πράσινο, άλλα στο σκοτάδι σχεδόν ίδιο με το δικό σου.
Άφησες τον Ψαρόπουλο λίγο μετά τη μία το πρωί, και στο κατώφλι τού εστιατορίου προέκυψε μια μικρή συζήτηση: ήθελες να συνοδέψεις τους καλεσμένους σου στο σπίτι και κείνοι επέμεναν να πάρουν ταξί. Κοιμόσουν στη Γλυφάδα και το εστιατόριο ήταν στη Γλυφάδα, επαναλάμβαναν και οι τρείς, ήταν παράλογο να πάς ως την οδό Αλκυόνης και την οδό Ανδρούτσου, και οι δυό σε μακρινές συνοικίες, για να ξαναγυρίσεις έπειτα στη Γλυφάδα. Εσύ, μη δίνοντας σημασία, τους ανάγκασες να ανέβουν στην Άνοιξη, πρώτος σταθμός στην οδό Αλκυόνης, και ήταν σε μια πάροδο της οδού Αλκυόνης όταν, αφού χαιρέτησες τους Νόλι, συνέβη κάτι περίεργο: ένα ταξί σε προσπέρασε και σού έκλεισε το δρόμο φρενάροντας στη μέση της οδού. Φρενάρισες και συ και κατέβηκες λέγοντας: «Τώρα και τα ταξί! Θέλω πραγματικά να δω ποιος είναι». Έπειτα κατευθύνθηκες προς τον οδηγό και ή Σουγιουμτζόγλου σε είδε να μιλάς έντονα μαζί του για μερικά λεπτά. Άλλα όταν γύρισες πίσω έμοιαζες ξαλαφρωμένος: «Όχι, δε με ακολουθούσε. Είναι από τη Γλυφάδα, τον γνωρίζω». Ξανάβαλες μπρος και έστριψες στην οδό Ποσειδώνος. «Το ζήτημα είναι ότι έχω γίνει τώρα πια πολύ καχύποπτος με τα αυτοκίνητα». «Γιατί;» αναφώνησε η Σουγιουμτζόγλου. Δεν απάντησες. Ίσως και να μην την άκουσες. Με τα χείλη σφιγμένα, το μέτωπο συνοφρυωμένο, κοίταζες στο όπισθοσκοπικό καθρεφτάκι. Ξαφνικά: «Ελένη, έχετε διάθεση να πάμε για λίγο στα μπουζούκια; Όσο για να πιούμε μια πορτοκαλάδα και ν' ακούσουμε λίγη μουσική. Υπάρχει ένα μαγαζί εδώ κοντά, προς την άλλη μεριά». Η Σουγιουμτζόγλου δεν κατάλαβε, μαζεύτηκε. Όχι, ευχαριστώ, ήταν αργά, στην ηλικία της δεν πάνε στα μπουζούκια με όμορφους νεαρούς. «Εμπρός, ελάτε, Ελένη». «Όχι, ευχαριστώ, αλήθεια». «Δεν πειράζει». Και με το βλέμμα συνεχώς καρφωμένο στο οπισθοσκοπικό καθρεφτάκι, πάτησες γκάζι μπαίνοντας με μεγάλη ταχύτητα στη λεωφόρο Συγγρού. Μόλις έφτασες μπροστά στο ΦΙΞ φρέναρες απότομα, ζήτησες βιαστικά συγνώμη: δεν εγκατέλειπες συνήθως τις κυρίες στα πεζοδρόμια τη νύχτα άλλα ή οδός Ανδρούτσου δεν ήταν μακριά και το 15Α της οδού Ανδρούτσου ήταν πίσω από τη γωνία, της ήταν δύσκολο να κατέβει εδώ και να συνεχίσει με τα πόδια; Πάλι η κυρία Σουγιουμτζόγλου δεν κατάλαβε. Μόνο μετά το θάνατο σου θα καταλάβαινε ότι δεν ήθελες να μπεις στην οδό Ανδρούτσου, μικρή και σκοτεινή, κι ότι ανυπομονούσες πολύ να μείνεις μόνος. Απάντησε όχι, δεν της ήταν καθόλου δύσκολο, έπειτα κατέβηκε δίχως εσύ να κάνεις καμία κίνηση να την ακολουθήσεις ή να της ανοίξεις την πόρτα. Με το ένα χέρι στο βολάν και το άλλο στις ταχύτητες, ήσουν έτοιμος να χιμήσεις μπροστά. «Ευχαριστώ, Ελένη. Με συγχωρείτε, Ελένη». «Εγώ, ευχαριστώ, Αλέκο. Μα γιατί δεν πάτε να κοιμηθείτε στην οδό Κολοκοτρώνη; Είναι δυό βήματα, αξίζει τον κόπο να οδηγήσετε άλλα είκοσι λεφτά ως τη Γλυφάδα;» «Καλύτερα να κοιμηθώ τέσσερις ώρες στη Γλυφάδα παρά οχτώ στην Κολοκοτρώνη». «Τότε γεια σας...» «Γεια σας». Δεν περίμενες ούτε καν να διασχίσει το δρόμο και να φτάσει στο αντίθετο πεζοδρόμιο. Έφυγες αμέσως. Και ήταν μία και τριάντα πέντε, το πολύ μία και σαράντα, θα 'λεγε ή Σουγιουμτζόγλου. Θα το ανέφερε εξηγώντας ότι στη μία και σαράντα πέντε ήταν στο σπίτι: για να διανύσει τα διακόσια μέτρα πού τη χώριζαν από την οδό Ανδρούτσου 15Α, να ανοίξει την εξώπορτα, να καλέσει το ασανσέρ, να ανέβει στον τρίτο όροφο, να μπει στο σπίτι, χρειαζόταν το λιγότερο οχτώ με δέκα λεπτά. Σύμφωνοι, όμως τη νύχτα με τους μισοέρημους δρόμους, για να πάς από κείνο το σημείο της λεωφόρου Συγγρού στο σημείο όπου σε σκότωσαν στην οδό Βουλιαγμένης φτάνουν πέντε ή έξι λεπτά. Και το ρολόι της Άνοιξης σου θα σταματούσε με τη σύγκρουση στη μία και πενήντα οχτώ: ώρα επιβεβαιωμένη από τους μάρτυρες. Επομένως ανάμεσα στη στιγμή πού χαιρέτησες τη Σουγιουμτζόγλου και τη στιγμή της σύγκρουσης υπάρχει ένα κενό δέκα οχτώ με είκοσι τρία λεπτά, ας πούμε είκοσι λεπτά, πού κανείς δεν μπόρεσε ή δε θέλησε να εξηγήσει. Είναι τα είκοσι λεπτά της ταυρομαχίας σου με τους δολοφόνους σου.


Ξεπρόβαλαν ξαφνικά μαζί, ακριβώς την ίδια στιγμή, σαν να 'χαν ένα ραντεβού ακριβείας. Ξεπρόβαλαν αμέσως, ενώ έστριβες στην οδό Διάκου. Ένα κόκκινο Μπεεμβέ και ένα γκρίζο ασημί Πεζώ. Και βέβαια δεν ξαφνιάστηκες: το είχες καταλάβει ότι θα συνέβαινε, στην οδό Ποσειδώνος, όταν ήθελες να γυρίσεις πίσω και σταμάτησες με τη δικαιολογία των μπουζουκιών, έπειτα είχες βεβαιωθεί στη λεωφόρο Συγγρού όταν είχες απαλλαγεί από τη Σουγιουμτζόγλου. Άλλωστε οι μάρτυρες πού η αστυνομία της Εξουσίας θα αγνοούσε ή θα έκανε να σωπάσουν (έκτος από έναν πού δεν υποχώρησε ποτέ, έναν οδηγό με το όνομα Νικ. Γαρυφαλάκης) είπαν ότι πίσω από το πράσινο Φίατ δεν ήταν μόνο το Πεζώ: ήταν και ένα βυσσινί αυτοκίνητο ή ένα κεραμιδί αυτοκίνητο, ίσως ένα Τζάγκουαρ ή ένα Μπεεμβέ. Βρέθηκες ανάμεσα στα δυό αυτοκίνητα σαν ποντίκι πιασμένο στη φάκα, και μπορεί στην αρχή να 'θελες να διαφύγεις. Αλλά αμέσως μετά σού γεννήθηκε ή ακατανίκητη παρόρμηση να τους αντιμετωπίσεις, να δεις το πρόσωπο τους, ν' ανακαλύψεις ποιοί ήταν, με μια κουβέντα ν' αγωνιστείς με τον ίδιο τρόπο πού είχες αγωνιστεί στην Κρήτη και στη Ρώμη και στην Αθήνα και όλες τις φορές πού είχαν δοκιμάσει να σε τρομοκρατήσουν ή να σε προκαλέσουν ή να σε σκοτώσουν με αυτοκίνητο· ξαναγεννήθηκε η κούραση να ζεις πού προέρχεται από την κούραση να χάνεις, επομένως η ανάγκη να νικήσεις τουλάχιστον νεκρός, η υποσυνείδητη προμελέτη σύμφωνα με την όποια δεν υπάρχει ζωντανός ήρωας πού να αξίζει όσο ένας νεκρός ήρωας, και άρχισε η ταυρομαχία. Εκείνη πού στιγμές στιγμές αντιστρέφει τους ρόλους και μετατρέπει το διωκόμενο σε διώκτη, το διώκτη σε διωκόμενο, στιγμές στιγμές τους επαναπροσδιορίζει έτσι πού ο διώκτης ξαναγίνεται διώκτης και ο διωκόμενος ξαναγίνεται διωκόμενος, και ποια ήταν η αρένα αυτής της ταυρομαχίας πριν την οδό Βουλιαγμένης δεν το ξέρω, άλλα ξαναδιατρέχοντας τους δρόμους της αγωνίας σου θα έβγαζα το συμπέρασμα ότι η μόνη δυνατη διαδρομή είναι η διαδρομή οδός Διάκου, οδός Αναπαύσεως, οδός Λογγίνου, οδός Μουσούρου, οδός Υμηττού, οδός Ηλιουπόλεως, δηλαδή στην αρχή με κατεύθυνση το νεκροταφείο και έπειτα γύρω από αυτό, γιατί αν από τη λεωφόρο Συγγρού δεν μπεις αμέσως στην οδό Βουλιαγμένης και μπεις αντικανονικά πρέπει να πάρεις αναγκαστικά αυτούς τους δρόμους, και αυτοί οι δρόμοι οδηγούν στο νεκροταφείο, και φτάνοντας στο νεκροταφείο δεν μπορείς παρά να γυρίσεις γύρω του με την κυκλική κίνηση τού αστεριού μέσα στη δίνη πού θα το ρουφήξει στη μαύρη τρύπα. Σε βλέπω, σφιγμένο στο βολάν, χλωμό, να τους κυνηγάς ενώ σε κυνηγούν, να τους επιτίθεσαι ενώ σού επιτίθενται, μέσα σε μια τρελή αλληλοδιαδοχή από ντελαπαρίσματα, μαρσαρίσματα, φρεναρίσματα, τρακαρίσματα. Τα τρακαρίσματα, οι συγκρούσεις πού περιγράφονται στην πραγματογνωμοσύνη πού οι αξιωματούχοι της εξουσίας δε θα δέχονταν, τα ίχνη μιας καφετιάς μπογιάς πού θα μπορούσε να 'ναι βυσσινί ή κεραμιδί. Σέ ποια στιγμή ένιωσες την ανώφελη παρόρμηση να επιζήσεις, το σπαρτάρισμα τού αστεριού πού για να ξεφύγει από τη δίνη εγκαταλείπεται στη ρουφήχτρα; Ποια στιγμή σκέφτηκες να κατευθυνθείς στην οδό Βουλιαγμένης για να φτάσεις στο σπίτι με τον κήπο με τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές, μοναδική σωτηρία; Ξαφνικά να σε πού ξεφεύγεις στο φριχτο γύρω γύρω όλοι, πού ξεγλιστράς στον ίδιο δρόμο άπ' όπου είχες έρθει, στην οδό Αναπαύσεως, πού εισβάλλεις στην οδό Βουλιαγμένης, όπου οι μάρτυρες πού ανέφερα θα διηγηθούν ότι είδαν να πετάγονται σαν βέλη ένα πράσινο αυτοκίνητο, ένα κόκκινο αυτοκίνητο και ένα ασημί αυτοκίνητο. Τέσσερις μάρτυρες: ένας ταξιτζής πού βρισκόταν διακόσια μέτρα πιο πίσω, ο επιβάτης πού είχε μέσα, ένας δεύτερος ταξιτζής πού προπορευόταν, ένας τρίτος πού ήταν σταματημένος σε μια διασταύρωση, θα το διηγηθούν πηγαίνοντας αυθόρμητα στην αστυνομία, και στην αρχή η αστυνομία, δεν θα τους, ζητήσει ούτε τα ονόματα, ύστερα θα τους τα ζητήσει και οι τρείς από αυτούς θα τροποποιήσουν την περιγραφή, θα ξεχάσουν το κόκκινο αυτοκίνητο. Μόνο ό Νικ. Γαρυφαλάκης θα επιμείνει, όμως δε θα τον ακούσουν ή θα τον αποτρέψουν, δηλαδή θα τον απειλήσουν. Πράγματι, με τους δημοσιογράφους πού θα θελήσουν να μάθουν περισσότερα θα μιλήσει όλο και πιο απρόθυμα, με μια διστακτικότητα πού είναι καρπός τού φόβου. «Ναί, ένα κόκκινο και ένα άσπρο... Άσπρο, όχι, μπεζ... Όχι, γκρίζο». Μια το ένα και μια το άλλο, μια από δεξιά και μια από αριστερά σε προσπερνούσαν και σού 'κλειναν το δρόμο, έμπαιναν μπροστά σου και σύ έπρεπε να τα αποφύγεις και τα δυό για να προσπεράσεις με τη σειρά σου, και μόλις τα κατάφερνες ξανάκαναν τον ελιγμό. Με μέθοδο, με ακρίβεια, με τέλειο συγχρονισμό. «Μα - εγώ - δεν - ξέρω - τίποτα – κύριοι, έγώ - δεν - είδα - τίποτα, για όνομα τού θεού. Εγώ δε θέλω μπλεξίματα, έχω γυναίκα και παιδιά, έχω οικογένεια, μη με μπλέκετε σε φασαρίες. Αν δε με μπλέξετε σε φασαρίες, αν ορκιστείτε ότι δε θ' αναφέρετε το όνομα μου, θα σάς πω ότι το πράσινο αυτοκίνητο βρισκόταν συνεχώς φυλακισμένο ανάμεσα στο κόκκινο αυτοκίνητο και το ανοιχτόχρωμο αυτοκίνητο. Μέσα στο κόκκινο αυτοκίνητο ήταν δυό άτομα, και κάποια στιγμή το κόκκινο αυτοκίνητο έκανε κάτι ακόμη χειρότερο: τράκαρε το πράσινο αυτοκίνητο ακριβώς πάνω στον αριθμό. Τότε το πράσινο αυτοκίνητο ξεστράτισε, ξανααπέκτησε τον έλεγχο του σαν από θαύμα, συνέχισε να τρέχει με διεύθυνση τη Γλυφάδα. Αλλά - εγώ - δεν - ξέρω - τίποτα, κύριοι, δεν - είδα - τίποτα, δε - μίλησα, για όνομα τού Θεού». Έτρεχαν και οι τρείς πολύ. Εκατόν δέκα, εκατόν είκοσι, εκατόν τριάντα, και με κείνη την ταχύτητα έφτασες στην εκκλησία τού Αγίου Δημητρίου: μετά από την οποία τα σπίτια τελειώνουν και ο δρόμος ανεβαίνει σ' ένα μικρό υψωματάκι. Μετά το υψωματάκι η οδός Βουλιαγμένης φαρδαίνει και γίνεται μια διπλή λεωφόρος χωρισμένη στη μέση από μια νησίδα. Στα πενήντα μέτρα δεξιά είναι το γκαράζ με την επιγραφή Texaco.


Ήταν στο ύψος τού Αγίου Δημητρίου πού το κόκκινο αυτοκίνητο σε τράκαρε στον αριθμό. Και ήταν μετά το υψωματάκι πού σε προσπέρασε για τελευταία φορά για να απομακρυνθεί και να χαθεί μεσα στο σκοτάδι. Αλλά ενώ σε προσπερνούσαν για να απομακρυνθούν και να χαθούν μέσα στο σκοτάδι, οι δυό άντρες μέσα στο κόκκινο αυτοκίνητο χρησιμοποίησαν ή όχι το περίστροφο με το αναισθητικό αέριο; Ένα περίστροφο όμοιο με κείνο πού αρχειοθέτησε με τόση αναίδεια ο ανακριτής τον Αύγουστο. Αριθμός μητρώου 159789, made in West Germany· κοντή κάνη, κοντόχοντρη λαβή. Ό γεμιστήρας παίρνει πέντε κυλινδρικά βλήματα, πέντε μεταλλικά φυσίγγια με μια μικρή τρύπα άπ' όπου βγαίνει ένα αέριο πού εξατμίζεται σχεδόν χωρίς να αφήσει ίχνη. (Αλλά και να υπήρχαν ίχνη, στο νεκροτομείο δε φρόντισαν να τα ψάξουν. Δεν έκαναν καμιά ανάλυση πού θα 'χε σκοπό την ανακάλυψη υπολειμμάτων παραισθησιογόνος πτητικών ναρκωτικών ουσιών). Λοιπόν και πάλι: χρησιμοποίησαν ή όχι αυτό το περίστροφο με το αναισθητικό αέριο; Οι συνθήκες το επέτρεπαν, εφόσον οδηγούσες με το αριστερό τζάμι σχεδόν εντελώς κατεβασμένο· άλλωστε η Άνοιξη βρέθηκε με το αριστερό τζάμι σχεδόν εντελώς κατεβασμένο. Και αν δεν το χρησιμοποίησαν, αν εκείνος ο ανακριτής δεν έκανε λάθος να αρχειοθετήσει με τόση αναίδεια το περίστροφο με τον αριθμό μητρώου 159789, τί άλλο σε νάρκωσε τυλίγοντας σε σ' ένα πέπλο λήθαργου και ύπνου; Τί άλλο σού θόλωσε την όραση και τη θέληση; Ξέφευγες κι έβγαινες από την πορεία σου όταν σ' έφτασε το Πεζώ, έχανες σχεδόν τον έλεγχο τού αυτοκινήτου, έτσι δε δυσκολεύτηκε ο Στέφας να ολοκληρώσει τη δουλειά. Πρώτα σε χτύπησε με το μπροστινό δεξί φτερό του στο πίσω αριστερό φτερό σου, έπειτα κόλλησε στην αριστερή πλευρά σου και σε έσυρε για μερικά μέτρα, ύστερα ξεκόλλησε με ένα απότομο στρίψιμο τού τιμονιού και σού έδωσε τη θανάσιμη σπιρουνιά: ένα χτύπημα με το πίσω μέρος τού αυτοκινήτου του στο μπροστινό αριστερό φτερό σου. Εσύ πετάχτηκες πέρα σαν βλήμα ενώ αυτός, με έναν ελιγμό μεγάλου καμικάζι, φονιά εξασκημένου στα ανοιχτά σιρκουί του Καναδά, έπαιρνε στροφή σχεδόν σε ορθή γωνία για να χωθεί στο τμήμα τού δρόμου στο τέλος της νησίδας με το παρτέρι πού χωρίζει την οδό Βουλιαγμένης. Πετάχτηκες πέρα λοξά, ανέβηκες πάνω στο φαρδύ πεζοδρόμιο, στο πλάτωμα δίπλα στο γκαράζ με την επιγραφή Τexaco, απέφυγες κατά μερικά μέτρα έναν ηλεκτρικό στύλο και, μέσα από το πέπλο της κατάπληξης, τού ύπνου, προσπάθησες μάταια να επιβραδύνεις την πορεία φρενάροντας. Αλλά η Άνοιξη σου είχε κιόλας απογειωθεί. Πετώντας ψηλά και αποφασιστικά, κατευθυνόταν αμείλικτα προς την κατηφοριά πού οδηγεί στο γκαράζ, στην καταπακτή με την πινακίδα Καλό Ταξίδι, και τίποτα δε θα μπορούσε να τη σταματήσει. Ίσως, αν η πτήση διαρκούσε δύο μέτρα περισσότερο, να μπορούσε να πηδήξει την τρύπα της κατηφοριάς και να προσγειωθεί πάλι στον κόσμο των ζωντανών: θα μπορούσες να σωθείς. Αλλά αυτό δεν ήταν μέσα στα σχέδια των θεών, της γραμμένης κιόλας μοίρας σου, και γρήγορα έχασε ύψος, κατέβασε τη μούρη στοχεύοντας τον τοίχο πού μια στιγμή πριν δε φαινόταν και ξαφνικά φαινόταν, έπεφτε πάνω σου με μια τρελή ταχύτητα, έπαυε να 'ναι τοίχος και γινόταν πάταγος, ο δυνατός κρότος μιας βόμβας πού σκάει, το τέλος. Και ενώ σήκωνες τα μπράτσα σε ένδειξη παράδοσης, νίκης και παράδοσης, ενώ οι παλάμες των χεριών σου άγγιζαν την είσοδο τού τίποτα, όλα συνέβησαν όπως έπρεπε να συμβούν, όπως είχες προβλέψει ότι θα συνέβαιναν στους υποσυνείδητους υπολογισμούς σου, στις προφητείες σου, στις τελευταίες σειρές τού βιβλίου πού είχε σταματήσει στη σελίδα είκοσι τρία. «Λυπάμαι, μόνο, πού δεν τα κατάφερα. Είναι η φωνή μουυ πού δίνει αυτή την απάντηση. Τί παράξενη φωνή, μακρινή. Από πού έρχεται; Από έναν άλλο κόσμο; Και ο ευγενικός αξιωματικός μοιάζει παράξενος, μακρινός. Από πού έρχεται; Από έναν άλλο κόσμο κι αυτός; Τώρα απομακρύνεται σιωπηλός, και μόλις βγαίνει οι στολές ξαναρχίζουν να θυμώνουν. Πιο πολύ, όλο και πιο πολύ. Με χτυπούν στα πέλματα των ποδιών, στα μάτια. Εγώ επαναλαμβάνω: Λυπάμαι, μόνο, πού δεν τα κατάφερα. Ναι, λυπάμαι, μόνο, πού δεν τα κατάφερα. Έπειτα ένα φοβερό χτύπημα. Με τί; Από ποιόν; Αισθάνομαι μια παράδοξη δύναμη να με πιέζει στο στομάχι, και το λαιμό, το στήθος, την καρδιά να χώνονται μέσα σαν να σπάνε όλα μαζί σκάζοντας, και δεν ξεχωρίζω πια τίποτα. Κρατώ τα μάτια κλειστά και...»


Ό πρώτος πού έτρεξε ήταν ό οδηγός τού ταξί με τον επιβάτη, και στην αρχή δεν είδε άλλο από ένα πολύ πυκνό σύννεφο. Τη στιγμή της σύγκρουσης είχε σηκωθεί ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης και σκέπαζε τα πάντα με σκοτάδι. Ό οδηγός προχώρησε ψηλαφιστά μέσα στο σύννεφο, μέσα στο σκοτάδι, κι όταν βρέθηκε στο χείλος της καταπακτής σκέπασε το πρόσωπο του, ανίκανος να το πιστέψει και γεμάτος φρίκη: έμοιαζε αδύνατο ένα τόσο μεγάλο αυτοκίνητο να μπορούσε να χωθεί μέσα σ' ένα τόσο μικρό άνοιγμα. Αλλά ακριβώς όπως ένα αστέρι πού πεθαίνει και για να μπορέσει να το καταπιεί η μαύρη τρύπα μαζεύει και συμπυκνώνεται ώσπου γίνεται μια γροθιά, ένα λεμόνι, μια πετρούλα, έτσι και η Άνοιξη σου είχε ζουληχτεί και μαζευτεί και μικρύνει ώσπου να γίνει μια μικρή μάζα από στραβωμένα σίδερα, ξεκολλημένες λαμαρίνες, θρυμματισμένα τζάμια. Κειτόσουν ανάμεσα σ' όλα αυτά, ακόμη ζωντανός και φαινομενικά ανέγγιχτος. Ανοιξες τά βλέφαρα, κούνησες τα χείλη: «Είμαι... Μού έχουν...» «Σιωπή, σιωπή», ικέτευσε ο οδηγός δίχως να σ' αναγνωρίσει. «Ήταν...» «Σιωπή, σιωπή, θα σε τραβήξουμε έξω». Και με τη βοήθεια τού επιβάτη σε έβγαλε από το μπέρδεμα, σε έσυρε στην ανηφοριά, σ' απόθεσε στο πεζοδρόμιο. Εδώ σε αναγνώρισε και κατάλαβε ότι δεν ήσουν ανέγγιχτος: από τις πληγές το αίμα ανέβλυζε ασυγκράτητα, μουσκεύοντας την άσφαλτο. «Στο νοσοκομείο, γρήγορα, στο νοσοκομείο!» τραύλισε. «Στο νοσοκομείο ή στο νεκροτομείο;» αποκρίθηκε ο επιβάτης. Και δίχως πεποίθηση σε σήκωσαν από τα χέρια πού ήταν εξαρθρωμένα, από τα πόδια πού ήταν σπασμένα, σε ξάπλωσαν στο πίσω κάθισμα τού ταξί. Δυό τυφλά τώρα πια μάτια. Δυό χείλη πού προσπαθούσαν μάταια να κουνηθούν για να πουν κάτι. Το νοσοκομείο ήταν πολύ μακριά, όπως και να 'ταν δε χρησίμευε πια. Στη μέση της διαδρομής κούνησες για τελευταία φορά τα χείλη και επικαλέστηκες καθαρά: «Ώ Θεέ, Θεέ μου!» Έπειτα πήρες μια βαθιά, παρατεταμένη ανάσα, και η καρδιά σου έσκασε.


Απόσπασμα από το βιβλίο της Οριάννα Φαλάτσι "Ένας Αντρας"
Εκδοσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: