Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Νίκου Αμμανίτη : Κάποιοι, κάπου, κάποτε...





ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ & ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
μέσα στον χρόνο

Κάποιοι, κάπου, κάποτε...

Tου Νίκου Αμμανίτη

Δεν ξέρω εάν είναι θείο δώρο ή μια διαβολική τιμωρία της φύσης να σου έρχονται στη μνήμη στιγμιότυπα από τα περασμένα μιας ολόκληρης ζωής, ενώ ηλικιακά έχεις φτάσει στο Βλαδιβοστόκ, το «τέρμα που δεν έχει παρακάτω», που έλεγε κι ο Λάσκος.
Και όχι μόνον να θυμάσαι, αλλά την ώρα που σε πιάνει πάνω στην καρέκλα ένας γεροντικός υπνάκος να ονειρεύεσαι στιγμιαία πως το «τότε» είναι «τώρα», και, έφηβος εσύ, με μπόλικη μπριγιαντίνη «φιξατέρ Brillat» στο κεφάλι, κατάφερες να ψήσεις την όμορφη πωλήτρια του Κατράντζου να δεχθεί να της προσφέρεις ένα γλυκό στο πατάρι του «Πέτρογραδ». Μια γλυκιά νάρκη σε καταλαμβάνει στον φευγαλέο σου υπνάκο, καθώς θαρρείς πως πίνεις αργά αργά το βερμούτ με τον πάγο στο κολονάτο το ποτήρι, απόδειξη πως είσαι πια άντρας με μουστάκι, ενώ εκείνη, με αβρές κινήσεις, απολαμβάνει την άσπρη πάστα, που αγνοώντας το όνομά της -νουγκατίνα- την παρήγγειλε στο γκαρσόνι με το χρώμα της.
Άλλοτε πάλι έρχονται στο μυαλό σου κάτι χρόνια περασμένα και ονειρεύεσαι πως ήσουν παιδί με κοντά πανταλονάκια, μαθητής της πρώτης οκταταξίου γυμνασίου στο Λεόντειο Λύκειο της οδού Σίνα. Έρχεται και σε καλωσορίζει στο όνειρο, όπως τότε μπροστά στη βαριά εξώπορτα, ο Γιάννης ο θυρωρός, που ήταν ο «οφθαλμός ος τα πάνθ’ ορά» του σχολείου. Ασήκωτη ήταν η γεμάτη βιβλία σάκα στον ώμο. Βιβλία μπόλικα, να φάνε κι οι κότες, όπως τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα, η Γραμματική του Αχιλλέα Τζάρτζανου, τα Αρχαία Ελληνικά -«Λύκος διώκει αμνόν, ο δε αμνός εις Ναόν καταφεύγει…»-, η Γεωγραφία με τα σύνορα της Ευρώπης που όλο άλλαζαν, η Φυσική με τον φασίολο, η βαρετή Αριθμητική και άλλα, χώρια τα γαλλικά που μας ταλαιπωρούσαν με την Ζαν ντ’ Αρκ, που καλά της έκαναν και την κάψανε, αφού και εκείνη μας έκαιγε με τα καμώματά της. Θυμάμαι όλους τους Freres και τον καλοσυνάτο αξέχαστο frere Chrysologue, τον δάσκαλό μου στα γαλλικά από την πρώτη μέρα που πήγα σχολείο. Ακούω θαρρείς τις ψαλμωδίες στα λατινικά στο ράδιο του γραφείου. Στην πέτσινη σάκα υπήρχε ακόμη η διώροφη ξύλινη κασετίνα με το μολύβι Φάμπερ νούμερο δύο, το δίχρωμο μολύβι μπλε-κόκκινο και τον καφετί κονδυλοφόρο. Σε ένα σπιρτόκουτο φύλαγα τα πενάκια, το «Χ» για την καλλιγραφία, την «καμπουρίτσα» για την αντιγραφή και την αριστοκρατική Ιridinoid για να πουλάω μούρη στους συμμαθητές μου.
Ο Μάιος, που έμπαινε σε λίγο, μου θύμιζε πως ήταν ένας μήνας παραφορτωμένος με υποχρεώσεις, που δεν άφηναν ούτε ελάχιστο χρόνο να ρεμπελέψεις. Πρώτον επειδή οι φρέρηδες τον εόρταζαν ως μήνα αφιερωμένο στην Παναγία, οπότε κάθε απόγευμα συγκεντρωνόμασταν στην αίθουσα του εστιατορίου και τραγουδούσαμε με τους ήχους αρμόνιου που κουλάντριζε ένας φραγκόπαπας: «C’ est le mois de Marie, c’ est le mois le plus beau…» δηλαδή «είναι ο μήνας της Μαρίας, ο πιο όμορφος μήνας». Με το φινάλε μας προσφέρανε ένα μεγάλο κομμάτι άσπρο ζεστό ζεστό ψωμί, μόλις ξεφουρνισμένο, και μισή πλάκα σοκολάτα υγείας. Παράλληλα έπρεπε να προετοιμαστούμε για τις εξετάσεις στο τέλος του σχολικού έτους. Χρειαζόταν να διαβάσουμε για να φρεσκάρουμε τη διδαχθείσα ύλη μιας ολόκληρης χρονιάς ή να μάθουμε όσα δεν μάθαμε όταν έπρεπε.
Το τέλος του σχολικού έτους έκλεινε με γυμναστικές επιδείξεις και με ποικιλία εκδηλώσεων από θεατρικά μονόπρακτα και απαγγελίες ποιημάτων που προετοιμάζαμε με κανονικές πρόβες. Εγώ αποστήθιζα «Βαλαωρίτη»: «…Κοιμάται κι ονειρεύεται και τότε θα ξυπνήσει, όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα βροντήσει, το φοβερό μας κήρυγμα: ‘‘Χτυπάτε, πολεμάρχοι! Μη λησμονήτε το σχοινί, παιδιά του Πατριάρχη!’’». Ο πατριωτισμός καλλιεργούνταν εξ απαλών ονύχων. Οι εκδηλώσεις και οι επιδείξεις γίνονταν παρουσία κοινού, δηλαδή των γονιών μας, που τις παρακολουθούσαν γεμάτοι υπερηφάνεια από τα επιτεύγματα των παιδιών τους.
Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει την ευτυχία που ένιωθε ένας γεράκος αναπολώντας τους πεθαμένους από χρόνια γονείς του, όταν οι φευγαλέες αναμνήσεις του από το σχολείο τους έφερναν στη συνέχεια ζωντανούς σαν τότε κοντά του. Και εάν ο υπνάκος στην πολυθρόνα τραβούσε σε μάκρος, ονειρευόταν πως η νεαρή τότε μάνα του τον έπαιρνε από το χέρι και τραβούσανε στου Φλόκα για να επιβραβεύσει τις σχολικές του επιτυχίες κερνώντας τον μια τάρτα με φράουλες και σαντιγί.
Η λαιμαργία ξυπνά τον γεράκο, μα τώρα προβάλλει ολοζώντανο εκείνο το κέρατο ο γιατρός του, που του λέει αυστηρά: «Μην τρως. Έχεις σάκχαρο. Δεν κάνει!».
Πόσο καλά και πόσο χρειαζούμενα είναι τα εξπρές όνειρα των παππούδων…

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: