Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ανδρέα Καρκαβίτσα : Ανάσταση





ΑΝΑΣΤΑΣΗ

    Παππού ! ε, παππού ! φώναξε o Νάσος, σπρώχνοντας τον με το πόδι του.
    Tι είναι ;
  Α, σήκω να δούμε την Ανάσταση.
Σαν βγήκαν έξω από την καλύβα τους, άκουγαν σε όλη την κοιλάδα και γύρο από τις ράχες φωνές. Όλοι οι βλάχοι της περιφερείας εκείνης ήσαν στο πόδι, στολισμένοι, και με κεριά στα χέρια περίμεναν την Ανάσταση.
Είχε πια πλησιάσει ή ώρα. Ο αυγερινός φεγγοβολώντας ανέβαινε ψηλά. Οι βλάχοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους ήσαν έτοιμοι έξω από τις καλύβες τους. Οι χωρικοί από τα γύρο χωριά είχαν ανέβει στα υψώματα. Νέοι ζωηροί, γέροντες λευκόμαλλοι, παιδιά, γυναίκες νέες και γριές, όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια τους στο ανατολικό μέρος του ορίζοντος. Ήξεραν πώς από κει υψωνόταν μια ράχη, απ’ όπου θα φαινόταν ο πάπας με την λαμπάδα στα χέρια, κηρύσσοντας στους πιστούς την Ανάσταση του Σωτήρα. Οι μεγάλες πυρές λαμπάδιζαν ψηλά και έριχναν κοκκινωπές ακτίνες στα πρόσωπα και στα καθαρά ενδύματα.
Η καρδιά όλων βροντοχτυπούσε ανυπόμονη, όσο πλησίαζε η. μεγάλη και ιερή στιγμή. Κάθε άστρο, πού παρουσιαζόταν από την ράχη,  το έπαιρναν για την λαμπάδα του παπά και φώναζαν αναπηδώντας με χαρά :
— Νάτο, φάνηκε!               ,,
—Αμ’ που ακόμη..!
— Θ' ασπρίσει το μάτι σου για να το δεις.
Και πείραζε ο ένας τον άλλον και διηγείτο ιστορίες, και οι γεροντότεροι παραμύθια, για να περάσει ο καιρός.
Νάτο, νάτο ! Εκείνο είναι! φώναξε κάποιος χαρούμενος.
Πράγματι φάνηκε φως λαμπάδας, πού τρεμόσβηνε στου ανέμου την πνοή. Έσκιζε το σκοτάδι και έριχνε παρήγορη λάμψη γύρω.
Οι βλάχοι όλοι και οι χωρικοί απ' όλα τα γύρω μέρη κάρφωσαν προς τα εκεί τα μάτια τους και τέντωσαν  την ακοή τους.
— Χριστός ανέστη, παιδιά!...
Η φωνή ακούσθηκε από τη ράχη δυνατή. Έφτασε σαν κύματα στις καρδιές των απλοϊκών εκείνων ανθρώπων και έχυσε πάνω τους γλυκύτητα και συγκίνηση.  
— Χριστός ανέστη, παιδιά!...
Η φωνή ακούσθηκε τώρα πιο δυνατή. Οι βλάχοι και οι χωρικοί έσκυψαν την κεφαλή και έκαμαν τον σταυρό τους. Όλη εκείνη η μεγάλη κοιλάδα έμοιαζε την ώρα εκείνη σαν ένας μεγάλος ναός, όπου δοξαζόταν το μεγαλείο του Θεού.
  Χριστός ανέστη, παιδιά!...
Ή φωνή αντήχησε για τρίτη φορά. Μαζί με το φως της λαμπάδας φάνηκε και μία άλλη λάμψη και αμέσως ακούσθηκε ο βαθύς βρόντος πυροβόλου. Και ευθύς με τον πρώτο πυροβολισμό άλλοι πολλοί μαζί πυροβολισμοί σφύριζαν στις ράχες, τα λαγκάδια, τα δένδρα, τις καλύβες, τα πρόβατα και τα μανδριά. Οι βλάχοι, με τρελό ενθουσιασμό, μετέδιδαν ο ένας στον άλλο την ευχάριστη είδηση της Αναστάσεως.
  Χριστός ανέστη, αδέλφια!...
— Αληθώς ανέστη !... αληθώς ανέστη !...
  Ζει και βασιλεύει....ζει και βασιλεύει!... Πολυάριθμα μικρά φώτα πλανιώντουσαν παντού. Τα βλαχόπουλα έτρεχαν πρόθυμα να μεταφέρουν στους άλλους το άγιο φώς, πού έλαβαν από την λαμπάδα του παπά.
Σε λίγο όλες οι ράχες φεγγοβολούσαν εδώ και εκεί μέσα στο σκοτάδι, ως πολυάριθμα διαμάντια. Από κάθε καλύβα τα καριοφίλια και οι ασημοπιστόλες άστραφταν και βροντούσαν. Τα πρόβατα στα μαντριά βέλαζαν και πηδούσαν φοβισμένα από τους κρότους, οι σκύλοι αλυχτούσαν και τα άλογα χρεμέτιζαν.
Η  ράχη, που πάνω της φάνηκε το πρώτο φώς της Ανάστασης, ήταν τώρα κατάφωτη. Είκοσι ως είκοσι πέντε βλάχοι, ασκεπείς με την λαμπάδα αναμμένη στα χέρια, γονάτιζαν γύρω στον παπά. Και ο  παπάς, όρθιος, κινώντας την λαμπάδα του άνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, έψελνε το «Χρίστος ανέστη».  
                                                                                     Ανδρέας Καρκαβίτσας


Δεν υπάρχουν σχόλια: