Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Πέτρος Μάρκαρης και το Νέο Ελληνικό Αστυνομικό Μυθιστόρημα





Πέτρος Μάρκαρης και το Νέο Ελληνικό Αστυνομικό Μυθιστόρημα

Ο Πέτρος Μάρκαρης μέχρι το έτος 1995 ήταν γνωστός στο ελληνικό κοινό ως μελετητής και μεταφραστής του έργου του Μπέρτολντ Μπρεχτ και σεναριογράφος της τηλεόρασης (ανατομία ενός εγκλήματος) και του κινηματογράφου (ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου).
Γεννήθηκε στην Πόλη, όπου πέρασε τα εφηβικά του χρόνια. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε μόνιμα από το 1964. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες και δούλεψε για πολλά χρόνια ως στέλεχος επιχειρήσεων.
Άρχισε να γράφει αστυνομικό μυθιστόρημα στα 58 του χρόνια. Όπως λέει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Κατ’ εξακολούθηση» (Γαβριηλίδης, 2006) «δεν θα είχα καταλήξει ποτέ στο μυθιστόρημα εάν δεν είχε εμφανιστεί μπροστά μου ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος… Ξεφύτρωσε μπροστά μου το φθινόπωρο του 1993…Μόλις έμπαινα στο γραφείο μου, τον έβρισκα να με περιμένει, έτοιμος να τριβελίσει το μυαλό. Πάνω στο μήνα, η παρουσία του είχε μετατραπεί σε καθημερινό μαρτύριο… Ένα πρωί καθώς έκανα την απέλπιδα προσπάθεια να τον διαολοστείλω, μου πέρασε σαν αστραπή η ιδέα ότι αυτός ο τύπος, για να με βασανίζει έτσι, ή οδοντίατρος πρέπει να είναι ή μπάτσος… Μόλις ξεκαθάρισα ότι ήταν μπάτσος, τα υπόλοιπα κομμάτια του χαρακτήρα του άρχισαν να ταιριάζουν από μόνα τους».

Ο Αστυνόμος Χαρίτος


 Ο Μηνάς Χατζησάββας ως Αστυνόμος Χαρίτος στην τηλεοπτική σειρά "Άμυνα Ζώνης

Ο Ευρωπαϊκός τύπος τον αποκαλεί πια «ο έλληνας Μαιγκρέ». Είναι ο προϊστάμενος του τμήματος ανθρωποκτονιών της ασφάλειας.
Ο Κώστας Χαρίτος είναι αυτή τη στιγμή ο πιο γνωστός ήρωας της ελληνικής λογοτεχνίας, τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο και ιδιαίτερα στον γερμανόφωνο, χάρη στη μεγάλη επιτυχία που γνωρίζουν οι μεταφράσεις των βιβλίων του Μάρκαρη. Ο αστυνόμος Χαρίτος, ανάμεσα στο Παγκράτι και στον Βύρωνα όπου ζει και στο κτίριο της Γενικής Ασφάλειας όπου δουλεύει, μοιάζει να εκφράζει μια παλιά τάξη πραγμάτων ή καλύτερα ένα ήθος τόσο διαφορετικό σε σχέση με το μη ήθος της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας του πολτού. (Μπακουνάκης, 2003)
Ο Χαρίτος δεν είναι ιδιοφυής όπως ο Σέρλοκ Χολμς ή ο Ηρακλής Πουαρό και οι πρωταγωνιστές των παλιών αστυνομικών. Δεν είναι ένας μοναχικός και «χαμένος» όπως ο Φίλιπ Μάρλοου και οι ήρωες της αμερικανικής παράδοσης των «νουάρ». Και δεν είναι ένας διεφθαρμένος ή πωρωμένος όπως οι πρωταγωνιστές των σύγχρονων αστυνομικών μυθιστορημάτων, π.χ. του Ελρόι ή του Τσάριν. (Χαρτουλάρη, 1998). Είναι ένας αστυνόμος παλαιάς κοπής, που θυμίζει κάπως τον Λογοθετίδη στο «Ένας ήρωας με παντούφλες» που είναι ένας πραγματικός ήρωας της παντόφλας, παραδομένος στα υπερπροστατευτικά χέρια της γυναίκας του και σκλαβωμένος προπαντός από τα γεμιστά της
• που προσπαθεί να κρύψει τον συναισθηματισμό του πίσω από την (όχι εντελώς αταίριαστή του, πάντως) μάσκα του άξεστου μπάτσου
• που λατρεύει και καμαρώνει τη σπουδαγμένη μοναχοκόρη του
• που κυκλοφορεί, όσο μπορεί να κυκλοφορήσει κανείς, στην Αθήνα μ’ ένα προϊστορικό «Μιραφιόρι»
• που διαβάζει μόνο το λεξικό της ελληνικής γλώσσας του Δημητράκου, ψάχνοντας να βρει στις έννοιες των λέξεων ό,τι του διαφεύγει στις έρευνές του
• που, φύλακας του νόμου αυτός, ανακαλύπτει ολοένα ότι πρέπει να τον υπερασπίσει ενάντια στους ίδιους εκείνους που τον όρισαν φύλακά του
• που δεν το βάζει κάτω, γιατί πίσω από το χωριάτικο πείσμα του κρύβεται κάτι το οποίο θα τον έκανε να βάλει τις φωνές, αν του το απέδιδε κανείς ευθέως: ρομαντισμός. (Κούρτοβικ, 2003).
Ο Χαρίτος είναι ένα συνονθύλευμα χαρακτηριστικών. Με τα χούγια του (ανάγνωση λεξικών, η αγάπη του για τα γεμιστά), με τη δυσπιστία του προς τις μοντέρνες τεχνικές ανάκρισης, με τη διπλωματία του, λες και ό,τι κάνει το κάνει για να μη χάσει τη θέση του ως Προϊστάμενος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών. Χωρίς να είναι ιδιαίτερα έξυπνος, είναι επίμονος και δουλευταράς και έχει καταφέρει να διατηρήσει ένα ήθος που αυτό τον κινεί και τον κάνει να ξεπερνά τις αδυναμίες του (Χαρτουλάρη, 2000).
Έχει απόλυτη γνώση του εαυτού του και του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος (πολιτικού, επαγγελματικού, οικογενειακού), μέσα στο οποίο κινείται. Είναι φιλοσοφημένος, σοβαρός, έξυπνος, εύστροφος, δραστήριος, με χιούμορ, σκληρός ή τρυφερός, ανάλογα με την περίσταση. Ξέρει πότε να «επιτίθεται» και πότε να «υποχωρεί». Γνωρίζει τα όριά του, τα οποία, όμως, δεν διστάζει να υπερβεί, ακόμη και με κίνδυνο της ζωής του, όταν το κρίνει σκόπιμο, και πάντοτε στο όνομα της αλήθειας. Εκπροσωπεί το νόμο, αλλά δεν είναι ούτε άτεγκτος ούτε μονολιθικός. Είναι, κυρίως, γήινος, δηλαδή ανθρώπινος. Και είναι, τελικά, αυτή η αφοπλιστική καθημερινή ανθρωπινότητά του, άμεση και σχεδόν συγκινητική, που αποκαλύπτει μέσα από τη δική του προσωπική περιπέτεια το σκοτεινό σύμπαν μιας κοινωνίας που καρκινοβατεί στα επικίνδυνα όρια μιας μη αναστρέψιμης μοντέρνας βαρβαρότητας. (Πανώριος, 2002).
Ο Μάρκαρης δίνει βάρος στην προσωπική-οικογενειακή ζωή του ήρωά του. Ο μικροαστισμός του Χαρίτου είναι αυτό που τον διακρίνει ουσιαστικά κι από άλλους, επίσης έντιμους και χαμηλότονους ντέντεκτιβ της νέας γενιάς αστυνομικών συγγραφέων. (Χαρτουλάρη, 2000). Ο Χαρίτος θυμίζει αρκετά τον αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή και συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά του ελληνικού μικροαστισμού. Είναι ένας τυπικός, αρκετά παραδοσιακός σε πολλές εκδηλώσεις του μεσήλικας, με έναν συμβατικό τρόπο ζωής και τις αντίστοιχες συμπεριφορές και νοοτροπίες, τις προσδοκίες και τα όριά του: τη δουλειά του, το τακτοποιημένο σπιτικό του, τη μονίμως βαριεστημένη και ιδιαίτερα ασφυκτική γυναίκα του, τη μοναχοκόρη και τις σπουδές της, τα σουβλάκια όταν βρίσκεται έξω και τα καλομαγειρεμένα γεμιστά στο σπίτι του ως ένδειξη πια συζυγικής τρυφερότητας (Καρακώστας, 2003)
Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει για τον ήρωά του (Παπαγιαννίδου, 2002): «…δεν είναι ένας αστυνομικός μεγαλοφυΐα, αλλά ένας κοινός μικροαστός, δημόσιος υπάλληλος, με όλες τις προκαταλήψεις και τις παρωπίδες του μικροαστού, ενισχυμένες μάλιστα από το γεγονός ότι ο Χαρίτος ξεκίνησε την καριέρα του ως αστυνομικός στα χρόνια της χούντας. Η συμπάθεια που νιώθουν για αυτόν οι ξένοι είναι μια συμπάθεια του «παρ’ όλα αυτά»• δηλαδή, παρ’ όλες τις προκαταλήψεις του, τις αντιλήψεις του περί συζύγου-αφέντη και το πορτρέτο του δημοσίου υπαλλήλου που κουβαλάει, κατορθώνει εν τέλει να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη». Ο Χαρίτος, λέει ο Μάρκαρης (Χαρτουλάρη, 1998), «λύνει τα προβλήματα όχι επειδή είναι ιδιαίτερα έξυπνος, αλλά επειδή αντιλαμβάνεται πίσω από τις περίπλοκες σχέσεις πόσο απλά είναι τα κίνητρα. Είναι ένας μικροαστός με σχέση αγάπης – μίσους με τη γυναίκα του, με μία κόρη που σπουδάζει νομικά, που φοβάται τους ανωτέρους του. Είναι όμως έντιμος και τον διακρίνει ένα φοβερό πείσμα. Τέτοιο, που την κρίσιμη στιγμή ξεχνά το δημοσιοϋπαλληλίκι και παρακάμπτει τη γραφειοκρατία για να κάνει ό,τι πρέπει να κάνει» .
Τελικά, ο Χαρίτος είναι αυτός που από την κόλαση της Αθήνας μας προκαλεί να ψάξουμε για την ανθρωπιά μας, εκεί στα σκουπίδια που την πετάξαμε (Χαρτουλάρη, 2000).



Η Νεοελληνική Κοινωνία και η Αθήνα

Ο Μάρκαρης, όπως και οι άλλοι σύγχρονοι έλληνες ομότεχνοί του, μέσω της αστυνομικής πλοκής θίγει καίρια ζητήματα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας. Τα μυθιστορήματά του αποτελούν μια γοητευτική τοπογραφία της Αθήνας, της υπερτροφικής μεγαλούπολης, όπου συμβιώνουν λίγο πολύ αρμονικά γηγενείς, οικονομικοί μετανάστες και πολιτικοί πρόσφυγες από γειτονικές χώρες. Μιλάει για τον κόσμο των αστών και των νεόπλουτων, των επιτήδειων που πλουτίζουν από τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των φοροφυγάδων, τους νησιώτες που κλέβουν τους ξένους τουρίστες, τα σκουπίδια που πνίγουν την Αθήνα, τους γιατρούς που παίρνουν «φακελάκια», τους διαιτητές που χρηματίζονται, τις στημένες δημοσκοπήσεις, τα ριάλιτι σόου. (ΕΚΕΒΙ & Φιλίππου, 1998). Οι εξερευνήσεις του Χαρίτου στα άδυτα της αθηναϊκής κοινωνίας και η κοφτή ειρωνεία των σχολίων του μάς δείχνουν πράγματα πολύ πιο σημαντικά και πρωτότυπα από την απάντηση στο «ποιος ο δράστης;». (Κούρτοβικ, 1999).
Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει (Παπαγιαννίδου, 2002) «Πάει ο καιρός που το αστυνομικό μυθιστόρημα ήταν ένα σταυρόλεξο για να το λύνει ο αναγνώστης. Σήμερα είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή. Στο κάτω κάτω η αστυνομική πλοκή στις μέρες μας δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, δεν κάνει καν εντύπωση, αν σκεφτούμε ότι ζούμε πια σε κοινωνίες όπου η παρανομία και το οργανωμένο έγκλημα αναπτύσσονται παράλληλα με τις «νόμιμες» εκδοχές της επιτυχίας και της κτήσης χρημάτων. Στο κάτω κάτω, όταν το πρώτιστο κριτήριο είναι η – υλική – επιτυχία, ποιος νοιάζεται αν αυτή κατακτάται με νόμιμα ή παράνομα μέσα… Όπως και αν έρθει, καλοδεχούμενη είναι».
Το πέρασμα του ήρωα από το ένα σημείο στο άλλο της Αθήνας δεν γίνεται χωρίς σχολιασμό για όλα όσα συμβαίνουν στους δρόμους, από το κυκλοφοριακό μέχρι την καθημερινή ζωή στις γειτονιές. Διαβάζουμε έτσι ότι η Αθήνα εκτός από το χάος, διαθέτει τις γειτονιές της, τις πλατείες, τα παγκάκια, τα καφενεία, τα μικρά τοστάδικα και άλλα παρόμοια στέκια που χρωματίζονται ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση από πολλές φυλές, νέους, γέρους, περαστικούς, τουρίστες, φοιτητές, ψαγμένους, χαμένους, άνεργους, επιχειρηματίες, κ.α.. Στο τελευταίο μυθιστόρημα παρουσιάζεται γλαφυρά η Αθήνα των μεγάλων έργων και της εσωτερικής κινητικότητας με τη δημιουργία «νέων συνοικιών» των αλλοδαπών, των μικροαστών και των αστών-επιχειρηματιών.
Σε μια κριτική παρουσίαση βιβλίου του, που δημοσιεύτηκε σε ελβετική εφημερίδα, ο κριτικός έγραφε ότι τα βιβλία του Μάρκαρη έχουν έναν ακόμη δυνατό ήρωα, που δεν είναι άλλος από την ίδια την πόλη του αστυνόμου Χαρίτου, την Αθήνα. Ο Μάρκαρης έχει αναδείξει την Αθήνα σε noir πόλη με τόσο ζωντανό τρόπο που η γερμανίδα μεταφράστριά του, η οποία όταν βρέθηκε στην Ελλάδα, ζήτησε να δει τα μέρη του Χαρίτου. Ο Μάρκαρης της έδειξε το κτίριο της Ασφάλειας στην Αλεξάνδρας, την περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας, το Παγκράτι και τον Βύρωνα, όπου μένει ο Χαρίτος, και την περιοχή του Πόρτο Ράφτη, όπου εκτυλίσσεται ένα μέρος του βιβλίου Ο Τσε Αυτοκτόνησε. «H Αθήνα είναι πολύ ωραίος χώρος για αστυνομικό» λέει ο Μάρκαρης, αναγνωρίζοντας τις οφειλές του στον Χαρίτο που τον έκανε να αγαπήσει την πόλη. «Είναι μια πόλη με αντιθέσεις, μια πόλη αποσπασματική, και δεν έχεις παρά να ανέβεις την Ερμού, από την Πειραιώς ως το Σύνταγμα, για να έρθεις αντιμέτωπος με τέσσερις, ίσως και περισσότερες Αθήνες». (Μπακουνάκης, 2003)


Η Ελληνική Αστυνομία
Ο Μάρκαρης περιγράφει με αληθοφάνεια «αστυνομικές καταστάσεις» με τα εσωτερικά της αστυνομίας, όπως τις ίντριγκες, τη μάχη για τις «καλές θέσεις», τις εκπαιδεύσεις και τη μεταφορά αστυνομικών μεθόδων από το εξωτερικό (FBI), τη διαπλοκή με τους πολιτικούς, τη χρήση «παλαιών μεθόδων» ερευνών και ανάκρισης, την δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία.
«Θα φτάσει μία εποχή», λέει ο Μάρκαρης, «που θα συμπαθούμε τους αστυνομικούς επειδή δίνουν έναν άνισο αγώνα. Παλιά ήταν το ισχυρό και βίαιο εκτελεστικό χέρι της εξουσίας. Σήμερα, είναι ένα χέρι ανίσχυρο μπροστά στην παγκοσμιοποίηση του οργανωμένου εγκλήματος». «Το παιχνίδι είναι τόσο μεγάλο, που αυτοί οι αστυνομικοί που κάποτε αισθάνονταν ασφαλείς ως χέρι εξουσίας, σήμερα αισθάνονται ανασφαλείς». (Χαρτουλάρη, 2000).
Όπως γράφει ο Φιλίππου (1998), ο απλός αναγνώστης διαβλέπει την προσπάθεια του ­αριστερού­ Πέτρου Μάρκαρη να «ηρωοποιήσει» τον ήρωά του και μέσω αυτού το αστυνομικό σώμα εδώ, σε έναν τόπο όπου ακόμη και σήμερα δεν είναι εφικτό να αποκτήσουν οι αστυνομικοί την έξωθεν καλή μαρτυρία ­οι πρεσβύτεροι έχουν γνωρίσει καλά τον «φόβο του χωροφύλακα», έχουν βιώματα από το «κράτος του χωροφύλακα». Το κυνηγητό, βεβαίως, από την Αστυνομία έχει σταματήσει ­δεν υφίσταται πλέον ο «κομμουνιστικός κίνδυνος»­, τα πάντα έχουν αλλάξει, οι ένστολοι πολίτες είναι και αυτοί εργαζόμενοι με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους υπολοίπους. Όταν ο Μαρής επέλεγε τον Μπέκα για ήρωά του, δεν ήθελε να δείξει «τι καλό πράγμα είναι η Αστυνομία», οι καιροί δεν του επέτρεπαν να έχει ως ήρωα έναν ντέντεκτιβ ή ένα δημοσιογράφο π.χ. Ο Μπέκας ήταν ο ίδιος συμπαθητικός, έπαιρνε όλη τη δόξα, η Αστυνομία στο σύνολό της δεν εκαρπούτο συμπάθεια χάρη στα κατορθώματά του.
Κατά τον Φιλίππου (1998), ο συγγραφέας επέλεξε τον συγκεκριμένο τύπο αστυνομικού για κεντρικό του ήρωα, διότι ήθελε να γράψει παρωδίες, να διακωμωδήσει το αστυνομικό σώμα. Η περιγραφή και μόνο της οικονομικής κατάστασης του Κώστα Χαρίτου αρκεί για να σκεφθεί κανείς πόσο εξωπραγματικός είναι. Παρουσιάζεται ως «πτωχός πλην τίμιος» αστυνομικός, ύστερα από 30 χρόνια υπηρεσίας. Υποτίθεται ότι ο μισθός του είναι τόσο χαμηλός που δεν μπορεί να πάει με τη σύζυγό του κανονικές διακοπές σε νησί αλλά φιλοξενείται σε συγγενικό σπίτι• η γυναίκα του κόβει τα κουπόνια από τις εφημερίδες για να πάρει κατσαρολικά• η γυναίκα του φοράει φουστάνι αγορασμένο από τις περυσινές εκπτώσεις• ο ίδιος φοράει παμπάλαιο κοστούμι. Άλλο παρατραβηγμένο περιστατικό που στοιχειοθετεί την άποψη ότι έχουμε μπροστά μας μια παρωδία είναι η συνεργασία του Χαρίτου με έναν κομμουνιστή που «φοίτησε» στη Μακρόνησο ­αυτός, ένας αντικομμουνιστής  που υπηρέτησε τη χούντα και την εποχή του Πολυτεχνείου ξυλοκοπούσε τους φοιτητές. Τρίτο στοιχείο που υποδηλώνει τον παρωδιακό χαρακτήρα του Χαρίτου είναι η γιατροφοβία του. Σχεδόν σηκωτό τον πάει η γυναίκα του στο νοσοκομείο για εξετάσεις, αυτόν, τον ατρόμητο διώκτη των παρανόμων.
Στο «ο Τσε Αυτοκτόνησε» ρίχνει μια ακόμη πιο βαθιά ματιά στα εσωτερικά της αστυνομίας, μέσα από τον αγώνα του Χαρίτου να γυρίσει ξανά στη χαμένη του θέση ως προϊστάμενος στο τμήμα ανθρωποκτονιών. Περιγράφονται έτσι οι μάχες για τις «καλές θέσεις», η διαπλοκή αστυνομικών με τους πολιτικούς και οι «παλαιές μέθοδοι» των κατασκευασμένων κατηγοριών.
Στο «Βασικό Μέτοχο» με αφορμή την πειρατεία πλοίου από τρομοκράτες περιγράφονται σκηνές μετα-ολυμπιακής αστυνομικής επιχείρησης με ιλαρές στιχομυθίες των αστυνομικών της ασφάλειας με τους συναδέλφους τους της αντιτρομοκρατικής και τους αμερικανούς ειδικούς (Θεοδοσοπούλου, 2006).


Το Έγκλημα
Κατά τον Μάρκαρη, «Οι σημερινοί εγκληματίες δεν είναι πιστολέρο. Κάθονται στα γραφεία τους με κοστούμια και τρώνε σε ακριβά εστιατόρια. Η γλώσσα που μιλούν δεν διαφοροποιείται σε τίποτα από εκείνη των νόμιμων επιχειρηματιών. Μόνο η δραστηριότητά τους είναι παράνομη. Αλλά και πάλι, τα όρια μεταξύ της νόμιμης και της παράνομης απόκτησης χρημάτων είναι ασαφή, αφού χρήματα που κερδίζονται παράνομα επενδύονται νόμιμα, οπότε η ανακύκλωση θολώνει τα νερά. Είναι γνωστή η «επίθεση» της ρωσικής μαφίας στην αγγλική αγορά ακινήτων… Τα λεφτά αυτά δεν προέρχονται από «προστασία» και μικροεγκλήματα, αλλά από ναρκωτικά, παράνομη διακίνηση όπλων, παράνομο εμπόριο πετρελαίου κ.ο.κ.». Όταν ανοίγουν τα σύνορα για την οικονομία, ανοίγουν και για το έγκλημα που είναι πλέον, οικονομικό κατά τον Μάρκαρη. (Χαρτουλάρη, 2000).
Ο Μάρκαρης στην πρώτη του ιστορία τοποθέτησε στο κέντρο της ίντριγκας τα ΜΜΕ, τις συνέπειες από την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και το εμπόριο ανθρώπων (Νυχτερινό Δελτίο). Προχώρησε έπειτα, θέτοντας το πρόβλημα της διαπλοκής μεταξύ νυχτερινών κέντρων, ποδοσφαιρικών ομάδων και εταιρειών δημοσκοπήσεων (Άμυνα Ζώνης). Γίνεται ακόμα οξύτερος στην κριτική του (Ο Τσε Αυτοκτόνησε) παραλαμβάνοντας «τους κυρίους με τις γραβάτες και τα Samsonite και τις κυρίες με τις τουαλέτες, που εκπροσωπούν το σύγχρονο οργανωμένο έγκλημα (Χαρτουλάρη, 2000) (μεγάλα έργα, εκμετάλλευση μεταναστών, διαφθορά, επιχειρήσεις βιτρίνα). Στο τελευταίο μυθιστόρημά του (Βασικός Μέτοχος) βασικοί άξονές του είναι ο εθνικισμός και η διαφήμιση, μέσα από τη δράση εθνικιστών τρομοκρατών αλλά και δολοφόνων, οι οποίοι επιθυμούν την απαλλαγή της κοινωνίας από τη «διαφημιστική κοροϊδία (Περαντωνάκης, 2006).
«Καταλαβαίνω εκ των υστέρων ότι δεν στράφηκα τυχαία, ετούτη την εποχή, στο αστυνομικό μυθιστόρημα», λέει ο Πέτρος Μάρκαρης. «Πέρα από το γεγονός ότι μου αρέσει ως είδος, το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί κατάλληλο όχημα για να δείξω ότι η διαπλοκή είναι η ίδια η υπόσταση της κοινωνίας. Αν τη βγάλεις, το σύστημα θα καταρρεύσει. Γι’ αυτό και ενώ όλοι φωνάζουν για τη διαπλοκή, κάνουν πίσω ένα βήμα πριν από το τέλος. Ξέρουν ότι αν φθάσουν στο τέλος όλα θα γκρεμιστούν. H διαπλοκή είναι ένας ιστός πάνω στον οποίο στηρίζεται και κυκλοφορεί το χρήμα. H κοινωνία είναι ένα σύστημα αποχέτευσης. Σε όλες τις χώρες μπαίνει παράνομο χρήμα στη ροή του νόμιμου. Έτσι θα ‘ρθει η στιγμή που δεν θα μπορούμε να αποσύρουμε το παράνομο χρήμα χωρίς να προκαλέσουμε κρίση» (Πιμπλής, 2003α).

ΙΩΣΗΦ ΚΑΜΠΑΝΑΚΗΣ
Από άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Αστυνομική Ανασκόπηση, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2008, 25(251), 44-48.

Δεν υπάρχουν σχόλια: