Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΑΛΚΗ ΖΕΗ : Ο ΡΙΤΣΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ»




Ο ΡΙΤΣΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ»
Της Άλκης Ζέη
Κοριτσάκι, μπέμπα. Έτσι με φώναζε πάντα ο Γιάννης Ρίτσος, από τον καιρό πού ήμουνα κοπελίτσα ώσπου έγινα γιαγιά. Είχε μια απίστευτη τρυφερότητα για τους φίλους του. Σ’ έκανε να νιώθεις κοντά του χωρίς το απόμακρο του μεγάλου ποιητή πού, νομίζω, οπού ήθελε μπορούσε να το τηρήσει στον υψηλότερο βαθμό.
Το 1945 ετοιμαζόμασταν για γάμο με τον Γιώργο*, μα όλο εκείνος δεν προλάβαινε. Θέατρο, κόμμα... Κυρίως ήθελε να γίνει η παράσταση πού ετοίμαζε για τη μεγάλη γιορτή για τα δεκάχρονα του ΚΚΕ.
Ανέβαζε τον Επιτάφιο του Ρίτσου σαν χορό αρχαίας τραγωδίας, πού τον αποτελούσαν η Αλέκα Παϊζη, η Ασπασία Παπαθανασίου καί η Λούλα Ίωαννίδου. Η γιορτή έγινε στο κέντρο «Μαξίμ» στην οδό Αμερικής, εκεί πού πολύ αργότερα έγινε το θέατρο της Άλικης Βουγιουκλάκη.
Δεν έπεφτε βελόνα. Το κόμμα νόμιμο για πρώτη φορά κι ο κόσμος μετά τις τόσες ταλαιπωρίες (Κατοχή, Δεκέμβρης '44) και υστέρα από τη συμφωνία της Βάρκιζας πίστευε πώς αρχίζει μια καινούργια ζωή γεμάτη ελπίδες.
Πρώτη φορά πού ακουγότανε ο λόγος του Ρίτσου σε τόσο πλήθος. Ακόμα έχω στ’ αυτιά μου τις ζεστές μελωδικές φωνές της Ασπασίας και της Αλέκας. Εκεί νομίζω για πρώτη φορά γνώρισα από κοντά τον Ρίτσο. Ο Γιώργος με παρουσίασε σα μέλλουσα γυναίκα του κι ο Γιάννης με πήρε στην αγκαλιά του και του είπε γελώντας: «Αυτό το κοριτσάκι θα παντρευτείς; Θα σε πάνε μέσα για αποπλάνηση ανηλίκου». Ήμουνα είκοσι χρονών μα έμοιαζα για δεκαεφτά και το «κοριτσάκι» μου έμεινε για πάντα.
Από τότε τον συναντούσα όταν ερχότανε στο θέατρο των «Ενωμένων Καλλιτεχνών» να παρακολουθήσει τις παραστάσεις πού σκηνοθετούσε ο Γιώργος και πάντα με κρατούσε πολλή ώρα στην αγκαλιά του σα να ήμουνα ένα κοριτσάκι. Ο Γιώργος έφυγε κρυφά από την Ελλάδα - γιατί τον κάλεσαν να παρουσιαστεί στον στρατό σαν έφεδρος αξιωματικό και του έδωσαν φύλλο πορείας για τη Μακρόνησο, κι υστέρα από πολλές περιπέτειες βρέθηκε στην Τασκένδη. Εμένα με έστειλαν εξορία στη Χίο. Εκεί μάθαινα συχνά νέα του Γιάννη, γιατί έστελνε ταχυδρομικά δελτάρια από την εξορία πού ήταν κι εκείνος σε μια αγαπημένη φίλη του πού μου τα διάβαζε. Ήτανε πολύ τρυφερά κι έγραφε πώς αγναντεύει τη θάλασσα και μαζεύει πέτρες. Η λογοκρισία τον εμπόδιζε να γράφει σχεδόν τίποτα άλλο. Θυμάμαι μια φορά σε κάποιο δελτάριο έγραφε «χαιρετίσματα στο κοριτσάκι», είχε μάθει πώς βρισκόμουνα στη Χίο. Τη φίλη την προσφωνούσε «Αδελφούλα μου» και υπέγραφε «Σε γλυκοφιλώ, ο αδελφούλης σου». Ό λογοκριτής του στρατοπέδου πού φαίνεται έσπαγε πλάκα με την αλληλογραφία μας κι έκανε σχόλια με κόκκινο μολύβι, σημείωνε κάτω από την υπογραφή του Γιάννη: «Χά χά, ο αδελφούλης», με δύο τεράστια θαυμαστικά. Νόμιζε πώς είχε αποκαλύψει παράνομους έρωτες, αφού η κοπέλα πού έπαιρνε τα δελτάρια ήτανε παντρεμένη. Τι να καταλάβει ο χωροφύλακας λογοκριτής από την τρυφερότητα του Ρίτσου!
Δελτάριο του Γιάννη - είχε πάρει, φαίνεται, τη συνήθεια από την εξορία -έφτασε στον Γιώργο και σε μένα όταν πια είχαμε εγκατασταθεί στη Μόσχα. «Παιδάκια μου», έτσι μας προσφωνούσε κι αυτός πού είχε περάσει Μακρόνησο, μας λυπότανε η ψυχή του πού ήμασταν μακριά από την Ελλάδα και μας έδινε ελπίδες πώς σύντομα θα φτάσει η μέρα του γυρισμού μας. Του είχαμε γράψει μια φορά πώς θα πάμε εξοχή στην Κριμαία και σ' ένα άλλο δελτάριο έδινε συμβουλές στον Γιώργο πώς να κάνει ηλιοθεραπεία. Να μην ξαπλώνει ποτέ στον ήλιο, αλλά να κάνει βόλτες πάνω κάτω στην παραλία. Κι ο Γιώργος τήρησε κατά γράμμα τις συμβουλές του.

Η ΑΛΚΗ ΖΕΗ  ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΖΥΓΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ
 
Δεν μπορώ να περιγράψω τη χαρά του όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα. Φίλοι διοργάνωσαν για μας εκδρομές στους Δελφούς, στην Επίδαυρο, κι ο Γιάννης μαζί να μ' αγκαλιάζει κάθε τόσο και να λέει συγκινημένος «Κοριτσάκι, μου, κοριτσάκι μου». Τον θυμάμαι στο Τολό να περπατάει με τον Γιώργο πάνω κάτω στην παραλία και να φτάνουν μακριά, αποξεχασμένοι στη συζήτηση. Δεν άκουγα τί λέγανε μα έβλεπα τον Γιώργο ν’ απλώνει, τα μακριά του χέρια κι ο Γιάννης να υψώνει με ρυθμική κίνηση τα δικά του, λες και ήθελε να προσευχηθεί σε κάποιο θεό...
Η Χούντα μας χώρισε πάλι. Εμείς αυτοεξόριστοι στο Παρίσι, εκείνος εξορία στην Έλλά8α κι ύστερα περιορισμένος στο σπίτι του στη Σάμο, απ' οπού μας έφερνε νέα του ένας Γάλλος φίλος, μεταφραστής και θαυμαστής του πού κατάφερε να πάει να τον δει. Ο Γιάννης μας έστειλε μαζί του χαιρετίσματα και πάλι τη μεγάλη του λύπη πού ήμασταν μακριά από τον τόπο μας. Αυτός πού τόσα είχε τραβήξει, μας νοιαζότανε πού ήμασταν στην ξενιτιά.
Όταν η κατάσταση άλλαξε λίγο στην Έλλά8α κι ο Γιάννης ήτανε πια στο σπίτι του στην Αθήνα - θα 'τανε γύρω στο 1970 -, αποφάσισα να του στείλω το χειρόγραφο από το μυθιστόρημα πού είχα τελειώσει, Ο Μεγάλος περίπατος του Πέτρου. Δεν ήθελα νά το στείλω κατευθείαν στον «Κέδρο», στη Νανά Καλλιανέση πού ήμασταν πολύ φίλες και μαζί στην εξορία, για να μην τη φέρω σε 8ύσκολη θέση, αν 8έν της άρεσε. Η απάντηση του Γιάννη έφτασε πολύ γρήγορα. Ένα δελτάριο πάλι, πολύ τρυφερό και για τον Γιώργο και μένα, μα και γεμάτο ενθουσιασμό για το γραφτό μου. «Το πήγα κατευθείαν στη Νανά», έγραφε. Θυμάμαι απέξω τα λόγια του, μα, μια και δέν υπάρχει το δελτάριο, δεν θέλω να τα πω μήπως και νομιστεί πώς τα βγάζω από το μυαλό μου. Πριν φύγουμε για το Παρίσι δώσαμε σ' έναν συγγενή ένα βαλιτσάκι με την πιο πολύτιμη αλληλογραφία μας να μας τη φυλάξει. Όταν με τη μεταπολίτευση γυρίσαμε στην Ελλάδα και του ζητήσαμε το βαλιτσάκι, είπε πώς δεν θυμότανε να του είχαμε δώσει ποτέ κάτι τέτοιο. Ο Γιώργος έγινε έξω φρενών κι ορκίστηκε να μην του ξαναμιλήσει. Του θύμισα όμως πώς ο Γιάννης μας είχε διηγηθεί οτι το Δεκέμβρη του '44, όταν εγκατέλειπε την Αθήνα μαζί με πληθος κόσμου περνώντας με τα πόδια λαγκάδια και βουνά, άφησε όλα του τα τελευταία χειρόγραφα σε κάποιους φίλους και μετά τη Βάρκιζα πού γύρισε στην Αθήνα πήγε να τα ζητήσει κι εκείνοι του είπανε: «Γινότανε χαμός, φοβηθήκαμε μην μας κάνουν έρευνα και τα κάψαμε». Κι ό Ρίτσος τους συγχώρεσε. «Αφού φοβήθηκαν οι άνθρωποι...».

Όταν εγκατασταθήκαμε οριστικά πια στην Ελλάδα, πηγαίναμε και τον βλέπαμε στο μικρό του διαμέρισμα στην οδό Κόρακα. Ο Γιάννης καθότανε στην πολυθρόνα στο γραφείο του τριγυρισμένος από στοίβες βιβλία κι εμείς σ' ένα μικρό καναπεδάκι. Συζητούσε, με τον Γιώργο βέβαια πιο πολύ, για τα όσα δεν είχανε συζητηθεί όλα τα χρόνια της Χούντας. Είπανε τον Ρίτσο δογματικό. Κρίμα να μην έχουν μαγνητοφωνηθεί οι κουβέντες του με τον Γιώργο: βαθιά αντιδογματικός και κυρίως σε ό,τι είχε σχέση με λογοτεχνία και τέχνη. Κι αν έμενε προσηλωμένος σε κάποια δογματικά ιδανικά, ήτανε ίσως από φόβο μήπως χαθούν, όπως και χάθηκαν.
Δεν ξεχνώ τη χαρά του όταν, το 1981, βρεθήκαμε μαζί του στη Μόσχα. Εκείνος καλεσμένος από τους σοβιετικούς συγγραφείς, εμείς -πήγαμε μαζί με το Εθνικό Θέατρο πού θα παρουσιαζόταν σε θέατρο της Μόσχας ο Ορέστης του Ευριπίδη πού είχε ανεβάσει ο Γιώργος στην Επίδαυρο. Η ελληνική πρεσβεία έδινε μια δεξίωση για τους ηθοποιούς του «Εθνικού» και για τον Γιάννη. «Παιδάκια μου, τι ευτυχία να βρεθούμε στη Μόσχα» μας έλεγε κι έλαμπε ολόκληρος. Μια στιγμή κάθησαν όλοι σε ημικύκλιο, γιατί κάποια κοπέλα τον χορού σηκώθηκε να χορέψει έναν ανατολίτικο χορό. Εγώ στεκόμουνα όρθια κι ο Γιάννης με τράβηξε, με κάθισε στα γόνατα του. «Κάθησε μπέμπα μου, κάθησε κοριτσάκι μου», είπε και με χόρευε στα γόνατα του με το ρυθμό της μουσικής. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από το 1945!
Δεν γράφω τίποτα για την ποίηση του Ρίτσου, έχουν γράψει τόσοι ειδικοί και μη, ήθελα μόνο να μιλήσω για κάποιες ανθρώπινες στιγμές του πού μου μένουν βαθιά χαραγμένες μέσα μου.
Σαν έφυγε ο Γιάννης στις αρχές του '90, ούτε ο Γιώργος ήταν καλά. Όταν το έμαθε, είπε μόνο: «Με πρόλαβε». Στο τέλος του χρόνου έφυγε κι εκείνος.
Θα ήθελα να μπορούσα να πιστεύω πώς βρίσκονται κάπου κι οι δυο μαζί και περπατάνε πάνω κάτω σε μια παραλία, στη μουσκεμένη άμμο, και τα λένε.
Περιοδικό «η λέξη» Αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίτσο
* Πρόκειται για τον θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: