Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Γιάννης Μποσταντζόγλου : Τίποτα δεν γίνεται στη ζωή χωρίς σκληρή δουλειά



Τίποτα δεν γίνεται στη ζωή χωρίς σκληρή δουλειά
Μιλάει για τον Μποστ ο γιος του, ο ηθοποιός Γιάννης
της ΜΑΡΙΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
Έχει πολλά νεύρα με την Αριστερά ο ταλαντούχος κωμικός ηθοποιός Γιάννης Μποσταντζόγλου με τη χαρακτηριστική βροντερή φωνή, την οποία λατρεύουν ο Αλέξανδρος Ρήγας και ο Λάκης Λαζόπουλος. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, καθώς από τα παιδικά του χρόνια είναι βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο. Ο πατέρας του άλλωστε ήταν ο γνωστός σε όλους μας Μποστ, ενώ στο πατρικό τους μπαινόβγαινε ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Κάρολος Κουν, η Ειρήνη Παπά, όπου συζητούσαν για την πολιτική και πολιτιστική ζωή του τόπου.
Το «ΠΑΡΟΝ» τον συνάντησε με αφορμή τη νέα κυπριακή σειρά «Παραμύθι να αρχινίσει», την οποία θα δούμε οσονούπω στον Alpha. Ο ίδιος, αγανακτισμένος που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, δηλώνει: «Το χρέος έχει πάει στα 380 δισ. ευρώ και αυτοί μας κοροϊδεύουν. Θα το δείτε, θα υπογράψουν νέο Μνημόνιο. Τη στιγμή που περπατάμε όλοι μας σαν τρελοί στον δρόμο από τα χρέη, θα έρθει και το τελειωτικό χτύπημα». Με 45 χρόνια παρουσίας στο σανίδι νιώθει προδομένος από την Αριστερά και με νόημα λέει: «Παιδάκι, θυμάμαι τον πατέρα στη φυλακή, κατά τη διάρκεια της χούντας, να μας λέει να αγωνιζόμαστε για το δίκιο και τη δημοκρατία. Σήμερα η Αριστερά έγινε Δεξιά. Δεν υπάρχουν ταυτότητες. Η έννοια της Αριστεράς έχει πάει πολύ πίσω»...


// Κύριε Μποσταντζόγλου, ο Λάκης Λαζόπουλος είπε ότι η λέξη «αριστερός» έχει «πεθάνει», ενώ σε πρόσφατη συνέντευξή του τόνισε ότι «η κυβέρνηση υποσχέθηκε ότι θα αλλάξει όλο το κτίριο και δεν έχει αλλάξει ούτε τη λάμπα». Και τα λέει κάποιος που έχει στοχοποιηθεί ως οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ. Συμφωνείτε;
Απόλυτα. Η σημερινή κυβέρνηση έδωσε πολλές ελπίδες και απογοήτευσε. Η έννοια της Αριστεράς πήγε πολύ πίσω. Μην αναρωτηθείτε αν ο κόσμος στις επόμενες εκλογές ψηφίσει Κυριάκο Μητσοτάκη. Να αναλογιστούν τις ευθύνες τους. Είναι δυνατόν να πλακώνουν τους ηλικιωμένους στα χημικά γιατί κάνουν μια ειρηνική διαδήλωση, φωνάζοντας ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με συντάξεις πείνας; Είναι αυτή αριστερή κυβέρνηση; Φεύγουν τα παιδιά μας μετανάστες για το εξωτερικό γιατί με 500 ευρώ δεν μπορούν να κάνουν όνειρα για οικογένεια και εγώ θα χτυπάω φιλικά την πλάτη στην εξουσία; Τα τελευταία χρόνια δεν ψήφιζα. Και πηγαίνω και ψηφίζω, ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, τον Αλέξη Τσίπρα. Μου έδωσε ελπίδα. Αυτός ο νέος πολιτικός δημιούργησε προσδοκίες για τον λαό, αλλά πήγε την Αριστερά χρόνια πίσω. Το μετάνιωσα, δυστυχώς. Έχουμε τον Φίλη να μαλώνει με τους αρχιμανδρίτες, την ώρα που έχουμε 2.000.0000 άνεργους; Δεν είμαι φανατικός χριστιανός, αλλά η Ελλάδα είναι και Ορθοδοξία και όταν θα περάσω από μια εκκλησία θα κάνω τον Σταυρό μου και θα πω «βοήθα, Παναγιά μου».
// Χάσατε πολλά με την οικονομική κρίση;
Είχα ένα όνειρο. Να ανοίξω ένα μαγαζί δώρων με αντικείμενα που είχε φτιάξει ο πατέρας μου. Ο πατέρας ήταν καλός και ως συγγραφέας και ως ζωγράφος. Η μητέρα μου, όταν τρώγαμε όλοι μαζί στο οικογενειακό τραπέζι, έλεγε: «Αχ, ρε Μέντη, αυτό που θα θυμάμαι από εσένα όταν θα γεράσω θα είναι η πλάτη σου». Και δεν του το έλεγε τυχαία. Ο κύριος Μποστ ήταν πάντα σκυμμένος σε ένα τραπέζι και ζωγράφισε πίνακες, κουτάκια, καραβάκια, ώρες ατελείωτες. Τίποτα δεν γίνεται στη ζωή χωρίς σκληρή δουλειά. Και πατέρας μου δούλεψε σκληρά. Το άνοιξα λοιπόν το μαγαζί μέσα στην κρίση και χρεοκόπησα. Έπεσα έξω. Ευτυχώς που βγήκα στη σύνταξη. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μπορώ να πληρώνω την καθημερινότητα με τα χίλια μου ευρώ. Αλλά όταν έρχεται ο γιος μου και μου λέει πατέρα ήρθε ο ΕΝΦΙΑ για το σπίτι και δεν έχω να του δώσω νιώθω μια μαχαιριά στην καρδιά. Όταν η κόρη μου, που δουλεύει για 300 ευρώ τον μήνα σε ένα site, μου λέει «μπαμπά, μπορείς να τσοντάρεις;» και δεν έχω να της δώσω, αγανακτώ και χτυπιέμαι. Τα έφαγαν κάποιοι «εξυπνάκηδες» τα λεφτά και τώρα λένε στον αγρότη, στον μεροκαματιάρη, τον συνταξιούχο «ζήσε με 300 ευρώ». Ντροπή τους!
Πλέον, ύστερα από τέτοια πίεση που έχω υποστεί με τα οικονομικά, μου λένε ένα, θα τους πω πέντε. Και επειδή είμαι και νευρικός και το ξέρουν, φοβούνται κάποιοι στις δημόσιες υπηρεσίες να μη φάνε και καμιά καρέκλα στο κεφάλι.

 Ο Χρύσανθος Μέντης Μποσταντζόγλου, γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Μποστ ήταν σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός

// Τι θυμάστε από τον κύριο Μποστ;
Με τον πατέρα μου τον Χρύσανθο, με καταγωγή από την Πόλη, με τη μητέρα μου τη Μαρία, μια βέρα Αθηναία, και τον αδερφό μου τον Κώστα ήμασταν όλοι μαζί μια γροθιά. Και οι δύο μας πήραμε κάτι από την τέχνη του μπαμπά.
Ο πατέρας ήταν χωμένος μέσα στις εφημερίδες. Αρθρογραφούσε -πέρασε από τις σπουδαιότερες εφημερίδες και από την «Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου- και έκανε φοβερές εικονογραφήσεις. Ο μπαμπάς είχε βαθιά γνώση, αφού στον ελεύθερο χρόνο του έπαιρνε την εγκυκλοπαίδεια και ξεκινούσε να διαβάζει το γράμμα «Α» και πάει λέγοντας. Τα θεατρικά του έργα «Φαύστα», «Μήδεια», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είχαν την ευρεσιτεχνία του δεκαπεντασύλλαβου. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η γλώσσα του και τα επιτηδευμένα ανορθόγραφα κείμενα. Ο ίδιος γελοιοποιούσε με αυτό τον τρόπο την καθαρεύουσα και πίστευε ότι με αυτήν τη σάτιρα ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει στην ταχύτερη καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας.
// Τα κατάφερε;
Νομίζω πως ναι. Η σάτιρά του στόχευε κυρίως τον μικροαστό Έλληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την ημιμάθεια, τον νεοπλουτισμό, την ξενομανία, τις έντονες ταξικές αντιθέσεις, την πολιτική ζωή. Οι τρεις χαρακτηριστικοί ήρωες των γελοιογραφιών του και προσωπικά του δημιουργήματα είναι η «Μαμά Ελλάς» με τα παιδιά της, τον «Πειναλέοντα» και την «Ανεργίτσα». Η «Μαμά Ελλάς» ήταν αρχαιοπρεπής, αλλά φτωχοντυμένη, ενώ τα δύο μικρά της παιδιά εξαθλιωμένα. Ώσπου να γίνει αποδεκτός όμως πέρασε πολύ δυσκολίες, καθώς υπονόμευε το σύστημα. Πόσο επίκαιρος φαντάζει σήμερα...
// Ποιες προσωπικότητες γνωρίσατε χάρη στον πατέρα σας;
Το να βλέπω τον Μίκη Θεοδωράκη στο σαλόνι μας, τον Σταύρο Ξαρχάκο στην αυλή μας, τον Μενέλαο Λουντέμη στην κουζίνα μας ή τον Κάρολο Κουν μου φαινόταν φυσιολογικό. Ο πατέρας τις βίωνε αυτές τις σχέσεις, εμείς απλώς ακούγαμε. Είναι κατάκτηση να φτάσεις να γνωρίσεις μια μεγάλη προσωπικότητα. Για εμάς ήταν μια καθημερινότητα εξ αντανακλάσεως. Θυμάμαι τον Κώστα Καζάκο και τα καλαμπούρια του. Ο πατέρας ακόμη και κατά τη διάρκεια της χούντας, παρόλο που εργαζόταν σε αριστερά έντυπα, δεν κυνηγήθηκε κτηνωδώς γιατί ήταν, παραδόξως, αποδεκτός από όλους. Δεν βασανίστηκε, δεν πήγε εξορία. Ωστόσο μας παρακολουθούσαν. Βέβαια, κακά τα ψέματα, όταν έγινε η δικτατορία ο πατέρας μου κρύφτηκε. Πήρε ένα πρωινό τηλεφώνημα από τον Μίκη που του είπε «Μέντη, τανκς στην Αθήνα» και μετά μας χαιρέτησε.


// Τον έπιασαν;
Έμεινε για λίγο στο διαμέρισμα του αδερφού της μητέρας μου, που ήταν πιο αστός, αλλά τον γράπωσαν. Συνελήφθη, πηγαίναμε και τον βλέπαμε στο τμήμα. Σε ένα μπουντρούμι, ένας ευγενικός, ήπιος άνθρωπος. Κλαίγαμε όλοι μας, άσχημες εποχές. Μετά, που ήρθε η Δεξιά, με έστελνε να πάρω εφημερίδα από το περίπτερο και μου έλεγε «να τη διπλώνεις καλά, να την κρύβεις, να μην ξέρουν». Εκείνος μετά άνοιξε ένα μαγαζί δώρων στην Ομήρου και μετά στο Κολωνάκι, που έφτυσε αίμα για να το κρατήσει. Αγοράσαμε και ένα σπίτι, τότε, στην Ακρόπολη. Το πατρικό, που λέω εγώ.
// Η γνωριμία με τον Κάρολο Κουν ήταν η αφορμή για να γίνετε ηθοποιός;
Δεν μπήκα λόγω γνωριμιών στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κουν. Στο Θέατρο Τέχνης αν δεν τα έλεγες, έφευγες. Ο Κουν με είχε προειδοποιήσει: «Αν δεν έχεις την πρόοδο που θέλω μέχρι τον Δεκέμβριο, άσχετα με την οικογενειακή μας φιλία, θα κάνεις άλλο επάγγελμα». Δυστυχώς δεν αποφοίτησα από εκεί. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής μου μου ζήτησαν να παίξω στην «Ιφιγένεια» του Μιχάλη Κακογιάννη με πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παππά. Το είδα ως ευκαιρία να νιώσω τον παλμό μιας μεγάλης κινηματογραφικής ταινίας. Ήθελα να μάθω τη δουλειά. Με παίρνει τηλέφωνο ο Λαζάνης και μου λέει: «Μην τολμήσεις να πατήσεις το πόδι σου εδώ. Άφησες τα μαθήματά σου και τρέχεις στις ταινίες». Πού; Στην «Ιφιγένεια» του Κακογιάννη; Τι έγκλημα έκανα; Και να σκεφτείτε ότι η Ειρήνη Παππά ήταν κολλητή φίλη της μάνας μου. Με έδιωξαν από τη σχολή εν μια νυκτί και έκανα έναν μήνα να κοιμηθώ. Μετρούσα τις νύχτες. Το Θέατρο Τέχνης είχε μια φασίζουσα καταπιεστική νοοτροπία. Τότε λοιπόν αποφάσισα να πάω στη Σχολή Κατσέλη και ένιωσα τι σημαίνει οικογένεια. Ο Πελοπίδας και η Αλέκα Κατσέλη ήταν μια πατρική και μητρική φιγούρα.
// Πότε νιώσατε ότι έχετε καταφέρει κάτι στο θέατρο;
Οι καλύτερες εποχές μου στο θέατρο ήταν με την «Ομάδα Θέαμα» του Γιάννη Κακλέα, με τον οποίο αλλάξαμε τότε το τοπίο. Παίζαμε στα χαλάσματα, στο παγοποιείο «Φιξ», στην Πατησίων, και 300 άτομα περίμεναν στην ουρά απ’ έξω. Είχαμε κάνει πάταγο για είκοσι χρόνια. Είμαστε η πρώτη ομάδα που έκανε μεταμεσονύχτιες παραστάσεις. Ο πατέρας μου έβλεπε ότι προσπαθούσα και χαιρόταν.


// Πού βρίσκετε την ηρεμία;
Στο Μεταξοχώρι Λαρίσης. Ο πατέρας της μητέρας μου, την περίοδο της Κατοχής, ζήτησε από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν να τον μεταθέσουν στην ύπαιθρο, αφού είχε τρία παιδιά να ζήσει και στην Αθήνα δεν είχαν ούτε ραδίκι να φάνε. Στο χωριό τουλάχιστον είχαν αβγά από τις κότες. Τα τέσσερα χρόνια της γερμανικής Κατοχής η μητέρα μου έμεινε στο Μεταξοχώρι. Βέβαια, όχι χωρίς τραύματα. Εκεί είδε να κουρεύουν και να βιάζουν την καλύτερή της φίλη. Ωστόσο αυτή η τοποθεσία έγινε το χωριό μας. Μας αγάπησαν οι ντόπιοι και εμείς αγαπήσαμε τη φύση. Έχουμε ένα σπίτι εκεί που επί 52 χρόνια το φτιάχνουμε και το διορθώνουμε. Είμαστε η τρίτη γενιά που καλλιεργούμε το κηπάκι και λέμε «δόξα τω Θεώ»...
// Παρόλο που τα οικονομικά σας είναι περιορισμένα, υπάρχει κάτι στο οποίο δεν μπορείτε να αντισταθείτε και θα το πάρετε;
Μου πέρασε ο πατέρας μου το μικρόβιο της αντίκας από την ηλικία των έξι ετών. Με έπαιρνε κάθε Κυριακή και πηγαίναμε στο Μοναστηράκι. Αγοράζαμε από καθρέφτες μέχρι πιατάκια. Έλεγε στη μητέρα μου: «Αυτά τα χρήματα, κυρία Μαρία, για να περάσει η οικογένεια αυτήν την εβδομάδα και αυτά για μένα, για τη βόλτα μου». Όταν μεγάλωσα και του έλεγα «πατέρα, πάρε και εκείνο, άσε αυτό κάτω», μου έλεγε: «Γιάννη, για να μη μαλώσουμε, θα μοιραζόμαστε τα χρήματα και ο καθένας θα αγοράζει ό,τι θέλει». Τι έχω από τον πατέρα μου δεν λέγεται. Πλέον πάνε και τα σκρίνια. Δεν μπορώ να ξέρω ότι ο άλλος πεινάει και εγώ να αγοράζω τασάκια από το Μοναστηράκι. Η ευτυχία βιώνεται κοινωνικά.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: