Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

ΚΑΪΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΔΕΣ




ΚΑΪΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΔΕΣ
της Μαρίας Καζάντη
Βαρκούλες με κουπιά, καΐκια με πανιά, ψαρότρατες και τρεχαντήρια, μεγάλα καράβια και πλοία φορτηγά στολίζουν τα ελληνικά λιμάνια και τις θάλασσες. Για τους παλιούς καραβοκύρηδες, ο κόσμος των καραβιών ήταν ολόκληρη η ζωή τους. Δεν ήταν μόνο η γοητεία του ταξιδιού, ήταν και η χαρά της δημιουργίας ενός γερού σκαριού. Κάθε καΐκι -όπως και σήμερα- είχε δικό του όνομα, το όνομα της αγαπημένης του ιδιοκτήτη ή ενός προστάτη Αγίου. Βαμμένα με χρώματα φωτεινά, είχαν στην πλώρη και στην πρύμνη γοργόνες και Παναγιές ζωγραφιστές. Στον πολύχρωμο κόσμο των μικρών λιμανιών μάς ξεναγεί με τρόπο μοναδικό ο Φώτης Κόντογλου στο κείμενο που ακολουθεί. Ας ακούσουμε μαζί του το βουητό της θάλασσας και το τακ τακ που κάνουν τα σφυριά των μαστόρων, ας μυρίσουμε τη θαλασσινή αύρα ανακατεμένη με τη μυρουδιά της πίσσας κι ας αγναντέψουμε το ανοιχτό πέλαγος και τα πλοία που αρμενίζουν κάτω από τον πορτοκαλί ήλιο που βασιλεύει.


Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες

ΤΑ αγαπώ αυτά τα καράβια, προ πάντων τα φτωχοκάικα. Γιατί εκεί πέρα βλέπεις τη ρωμιοσύνη τη βασανισμένη, μα που δεν χάνει το κέφι της και το μεράκι της, ύστερ' από τόσα μαρτύρια που τράβηξε και που τραβά ακόμα. Σαν εικονίσματα είναι οι καθρέφτες πίσω στην πρύμη, κι έχουνε γραμμένο τ' όνομα του κάθε καϊκιού, σκέτο είτε ζωσμένο με λουλούδια και με κορνίζες πλουμισμένες. Πολλά αρχοντοκάραβα έχουνε και σκαλίσματα με πλουμιά και με γοργόνες· το 'να γράφει «η Ελεούσα» Χίος, τ' άλλο γράφει «η Παναγιά» Θεσσαλονίκη, τ' άλλο «Άγιος Γεώργιος» Λίτόχωρο, τ' άλλο «Χρυσοπηγή» Σελίνου Κρήτης, τ' άλλο «Αρίων» Μυτιλήνη, τ' άλλο «Άγιος Ισίδωρος» Θάσος, τ' άλλο «Αγία Βαρβάρα» Σάμος, τ' άλλο «Άγιος Νικόλαος» Τρίκερι κ.λπ.
Απάνω στην κουβέρτα κάθουνται και κουβεντιάζουνε ή τρώνε το φτωχικό φαγί τους οι ναύτες, είτε δουλεύουνε δρασκελίζοντας λογιών-λογιών πράγματα, νεροβάρελα, καρπούζια ξύλα, πετσιά, κάρβουνα, κανάτια, κρεμμύδια, καφάσια, κασόνια που 'ναι φορτωμένο το καΐκι τους. Απάνω στο καμπούνι, στην πλώρη, γαυγίζει κανένας σκύλος δεμένος, στεκάμενος απάνω στο καπόνι της άγκουρας. Ξεχωρίζει και κανένα καντήλι αναμμένο στα εικονίσματα, μέσα στην κάμαρα. Ένας μούτσος, μαύρος σαν αράπης πλένει τα πιάτα, και κουβεντιάζει με κάποιο άλλο παιδί που πουλά τσιγάρα απάνω στο μουράγιο. Στα φτωχοκάικα βλέπεις και κανένα γέρο θαλασσινό με γένια σαν τ' άγιου Νικόλα, είτε δυο-τρεις γυναίκες με μαύρα τσεμπέρια, που κάθουνται πικραμένες σαν την Παναγία. Ένα κοριτσάκι βαστά ένα γατί στην ποδιά του και το χαϊδεύει, κ' είναι και τα δυο τρομαγμένα τα ματάκια τους. Τι πονεμένη φυλή που 'ναι η ρωμιοσύνη! Τι τυραννισμένη! Φτωχή και χαροκαμένη!
 Ο Κόντογλου όπως τον ζωγράφισε ένας ομότεχνος του, ο Γ. Κόρδης
Τον καιρό που ήμουνα μικρός, υπήρχανε ακόμα πολλά καράβια. Έφθασα σκαριά που χαθήκανε σήμερα και που τα βλέπει κανένας μονάχα ζωγραφισμένα. Τα έμορφα σκαριά και τις αρματωσιές(1) τα 'φαγε ο ατμός κ' η μπενζίνα. Σήμερα, όπως γίνεται σ' όλα τα πράγματα, όλα τα σκαριά σαν να βγαίνουνε από φάμπρικα, ενώ στα πρωτινά χρόνια, ο κάθε καπετάνιος είχε και το μεράκι του. Όπως διάλεγε την κοπέλα που θα 'παιρνε για γυναίκα έτσι διάλεγε και το σχέδιο του καραβιού του, στο σκαρί και στην αρματωσιά. Οι παλιοί καπετάνιοι ήτανε μερακλήδες, τα βάφανε και τα ξαναβάφανε ζωγραφίζανε γοργόνες στη μάσκα, ψάρια στα όκια (2) γράφανε τ' όνομα της Παναγίας ή του Αϊ-Νικόλα στην πλώρη και στην πρύμη, και καμιά φορά και κανένα τραγούδι.
(...) Όποιος δεν έζησε μέσα σε τέτοιο καράβι, δεν μπορεί ποτέ να καταλάβει την αγάπη του και το μυστήριο του. Θυμάμαι τότε που ήμαστε μικροί, πως μας τραβούσε ο τόπος που φτιάνανε και τιμαρεύανε (3) τα καράβια και τα καΐκια. Τις ώρες που φεύγαμε από το σχολείο, στριφογυρίζαμε ολοένα ανάμεσα στα πόδια των καραβομαραγκών, που δουλεύανε αποκάτω από τις μαύρες κοιλιές των καραβιών οπού ήτανε ίδια θεόρατα θεριόψαρα. Άλλοι πελεκούσανε με το σκερπάνι τα μαδέρια, άλλοι κορφολογούσανε, άλλοι καλαφατίζανε με τη ματσόλα, τακ-τακ-τακ! Σαν τα τραβούσανε έως απάνω σε κάτι μακριά και χοντρά δοκάρια που τα 'χανε αλείψει με ξίγκι, τα λεγόμενα «βάζα», πηγαίναμε κι εμείς και σπρώχναμε τις μανέλες στον αργάτη. Φωνές! Πανηγύρι μεγάλο! Καπετάνιοι με βρακιά και με πλατιά ζωνάρια, καραβομαραγκοί, καλαφάτηδες, όλοι ξυπόλυτοι, ηλιοψημένοι, με ένα μαντίλι στο κεφάλι, σαν κουρσάροι, γεμιτζήδες, μούτσοι, φάτσες λογιών λογιών, πολεμούσανε ίδια μερμήγκια ανάμεσα στα καΐκια, που ήτανε αραδιασμένα το 'να πλάγι στ' άλλο. Τα σπίτια της ακρογιαλιάς ήταν τόσο κοντά, που τα μπαστούνια των καραβιών φθάνανε ως τα παράθυρα και στα μπαλκόνια. Μαύρος καπνός ανέβαινε από τα καζάνια κι από τους μασαλάδες που καίανε τις κοιλιές των καραβιών για να τις παστρέψουνε, και σκοτείνιαζε τον ήλιο. Η μυρουδιά της πίσσας γέμιζε τον αγέρα. Αποκάτω από τις ψηλές σκάφες το χώμα ήτανε γεμάτο από σανίδια και σύνεργα, ζεμπίλια με τα ψεργαλεία, ματσόλες, καλέμια του καλαφάτη, ροκάνια, πίσσες, στουπιά, ξίγκια για το παλάμισμα, καρφιά, βελόνια, περόνια, τρυπάνια, μεγάλες κι ασήκωτες άγκουρες, αλυσίδες, μαντέμια της σαβούρας, παλαμάρια, σχοινιά, καραβόπανα, αντένες, νεροβάρελα, μακαράδες. Όλα αυτά κάνανε την καρδιά μας να χτυπά δυνατά.
Άλλοι πελεκούσανε, άλλοι κάνανε την κάρφωση με μπακιρένια καρφιά, άλλοι βράζανε τις πίσσες και παλαμίζανε με τα μαλαχτάρια, άλλοι ζουμπάρανε τα καρφιά, κι άλλοι κοιμόντανε στον δροσερόν ίσκιο της καρίνας, με όλη εκείνη τη βουή, έχοντας κρεμασμένο αποπάνω τους ολόκληρο εκείνο το θαλασσινό θηρίο που μύριζε άρμη και που κρεμόντανε από την κοιλιά του μούσκλια κι άλλα θαλασσοχόρταρα, άλλος παραπέρα σήκωνε την κανάτα για να πιει νερό και ύστερα σφούγγιζε τα μουστάκια του. Μια ξεχωριστή μυρουδιά μυρίζανε όλα, μια μυρουδιά καραβίσια.
Λίγο μακρύτερα από τα πολλά καράβια, ήτανε τραβηγμένη έξω μια μπομπάρδα, με φαρδιά κοιλιά. Η λοξή πλώρη της φάνταζε σαν τη μασέλα κανενός θεριόψαρου. Η κοιλιά της η φουσκωμένη έριχνε πηχτόν ίσκιο, μέσα στην κάψα του μεσημεριού. Εκεί, στο δροσό, μάζευε τα παιδιά η κυρία-Ευρώπη (αυτό το παράξενο όνομα είχε) ως πενήντα χρονών δασκάλα, και τα «δίδαχνε», όπως μαζεύει η κλώσσα τα πουλιά της.
Τα μάθαινε εργόχειρο και ποιήματα:
Ποιος κάμνει τα φυτά
και διατηρεί αυτά;
ρωτούσε η κυρία Ευρώπη. Και τα παιδιά αποκρινόντανε:
Ο Θεός! Ο Θεός!
Ανοιχτά από το πέλαγο φυσούσε ο μπάτης, και τα δροσερά κύματα σκάζανε με γλυκιά βουή στην ακροθαλασσιά. Τα καράβια που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά, σκαμπανεβάζανε, γυρίζοντας το μπαστούνι τους κατά τον αγέρα. Κοντά στην ακροθαλασσιά ήτανε αραγμένα τα μικρά, οι ψαρόβαρκες, τα περάματα, τα μπατέλα, οι φελούκες. Πέρα, μέσα στη γαλανή άχνη του πελάγου, φαινόντανε άσπρα πανιά που κόβανε βόλτες. Τι ειρηνική ζωή! Τι παράδεισος!
1  Πανιά.
2 Όκια είναι οι τρύπες που βγαίνει η άγκουρα.
3 Διασώνανε.

Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες, εκδ. Εστία·


 Ο Φώτης Κόντογλου σε νεανική ηλικία
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας γεννήθηκε το 1896 ο σπουδαίος λογοτέχνης και ζωγράφος Φώτης Κόντογλου. Παιδί ακόμη ορφανεύει από πατέρα και την ανατροφή του αναλαμβάνει ο αδελφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου, που ήταν ιερομόναχος. Κοντά του μεγάλωσε ο μικρός Φώτης και από ευγνωμοσύνη πήρε το δικό του επίθετο.
Πολύ νωρίς ξεδιπλώνεται η πολυτάλαντη προσωπικότητα του. Πριν καλά καλά τελειώσει το γυμνάσιο, τυπώνει και εικονογραφεί το περιοδικό Μέλισσα όπου γράφουν κείμενα οι συμμαθητές του και ο ίδιος. Λίγο αργότερα έρχεται στην Αθήνα, για να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δεν μένει ικανοποιημένος και φεύγει εργάτης στη Γαλλία όπου γρήγορα θα γίνει γνωστός για το ταλέντο του. Η νοσταλγία για την πατρίδα του θα τον κάνει να επιστρέψει στο Αϊβαλί όπου θα διδάξει Ιστορία της τέχνης.
Στη Μικρασιατική εκστρατεία θα υπηρετήσει την πατρίδα του. Μετά την αποτυχία της θα επιστρέψει στην Ελλάδα, πρόσφυγας πια.
Επισκέπτεται το Άγιο Όρος και μελετά με πάθος τη βυζαντινή τέχνη. Θεωρείται έτσι ειδικός στη συντήρηση και αποκατάσταση εικόνων, τοιχογραφιών και μωσαϊκών, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Αξεπέραστες είναι και οι βυζαντινές εικόνες που ο ίδιος δημιουργεί. Παράλληλα δεν εγκαταλείπει το γράψιμο και τη λογοτεχνία. Αρθρογραφεί σε περιοδικά τέχνης και λόγου και σε εφημερίδες, γράφει βιβλία. Εμπνέεται από την ελληνική παράδοση, τη μετουσιώνει σε γραπτό λόγο.
Ο κύκλος της ζωής του θα κλείσει το 1965.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: