Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ



ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ
Οι Τσάμηδες και η ιταλική επίθεση
Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΚΟΤΟΒΟΥ
Με όσα συμβαίνουν στην Αλβανία είναι ευκαιρία να θυμίσουμε τον ρόλο που έπαιξαν στην ιταλική επίθεση του 1940 κατά της Ελλάδας ηγετικοί παράγοντες των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, ειδικά τώρα που ο αλβανικός σοβινισμός εμφανίζει κοινά σημεία με τον τότε αλβανικό αλυτρωτισμό.


Θα αφήσουμε να μιλήσει για τον ρόλο αυτό, εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά, ο μοίραρχος Ευστρ. Ζάκκας, που το 1948 συντάσσει εκτενέστατη έκθεση για τα εγκλήματα των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, άγνωστη δυστυχώς μέχρι σήμερα στους περισσότερους Έλληνες. Στην έκθεση αυτή γράφει:
«Τα δύο πρώτα εισβαλόντα εις Σαγιάδα και Φιλιάταις Θεσπρωτίας τας απογευματινάς ώρας της 28ης Οκτωβρίου 1940 Αλβανικά Τάγματα απετελούντο κυρίως εκ Μουσουλμάνων της Θεσπρωτίας, επικεφαλής δε αυτών ήσαν οι:
1) Αζίζ Τσιάμης εκ Ριάνιαρης – Κονισπόλεως – Τσαμουριάς – Β. Ηπείρου, 2) Σκενδέρ Τσιάμης, άλλοτε ονομαζόμενος Γεώργιος Καμμένος, εκ Μαλουνίου – Φιλιατών, Χριστιανός εξισλαμισθείς υπό του Χασάν Πιλάφη, οργάνου της Αλβανικής προπαγάνδας Καλπακίου – Φιλιατών.[…], 3) Μπράχο Τσαπούνι, εκ Λιόψης Φιλιατών, 4) Τζελάλ Τσαπούνι εκ Λιόψης – Φιλιατών, 5) Τζέλιο Ελμάζ εκ Λιόψης Φιλιατών και 6) Ζεϊνέλ Ισμαήλ εκ Λιόψης – Φιλιατών.
Τα δύο ταύτα τάγματα ηκολούθει κατά την εις την Ελλάδα εισβολήν των και ο κύριος οργανωτής αυτών Ρετζέπ Πλιάκος εκ Κονισπόλεως – Β. Ηπείρου.
Άμα τη εισβολή των επεδόθησαν κατ’ αρχήν εις διαρπαγάς και λεηλασίας των οικιών και καταστημάτων των χριστιανών κατοίκων. Εν συνεχεία επέβαλον εις τους Χριστιανούς ν’ αντικαταστήσουν τα καλύμματα της κεφαλής των (καπέλα) δι’ αλβανικών λευκών σκούφων. Ακολούθως δε επεδόθησαν εις εγκλήματα κατά της ελευθερίας, της σωματικής ακεραιότητος και της ζωής των χριστιανών, διά συλλήψεων, φυλακίσεων, αγρίων βασανισμών και φόνων.
Ευθύς μετά την είσοδον των άνω δύο ταγμάτων εισήλασεν εις το Ελληνικόν έδαφος, προερχόμενος εξ Αλβανίας, και ο εκ Θεσπρωτίας απανθρωπότερος και εγκληματικότερος πάντων των άλλων Νουρί Μπέη Ντίνος, ο οποίος υπήρξεν ο ιθύνων νους της εγκληματικής οργανώσεως και δράσεως κατά του χριστιανικού στοιχείου των Μουσουλμάνων της Θεσπρωτίας και περί ου γενήσεται λόγος και κατωτέρω, και εγκατεστάθη εις το χωρίον Λιόψη – Φιλιατών.
Εις αυτόν ήρχισαν, ευθύς αμέσως, προερχόμενοι και παρουσιαζόμενοι οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες της Θεσπρωτίας (Τσαμουργιάς) και τω εδήλουν την επιθυμίαν των να καταταγώσι εις τα υπ’ αυτού οργανούμενα τρομοκρατικά τουρκαλβανικά Τμήματα, μεθ’ ο εξωπλίζοντο υπ’ αυτού, τελούντος εις συνεννόησιν με τον εισβαλόντα Ιταλικόν στρατόν, παρά το πλευρόν του οποίου συνεπολέμησαν μετά δυσπεριγράπτου φανατισμού και αγριότητος. Προελαύνοντες μετά των ιταλικών στρατευμάτων, έφθασαν εις Ηγουμενίτσαν, πρωτεύουσαν του Νομού Θεσπρωτίας, έθεσαν πυρ εις τας οικίας και τα καταστήματα ταύτης και συνέλαβον και εξετέλεσαν ευθύς αμέσως πρώτον τον έμπορον Χρήστον Πιτούλην. Ακολούθως συνέλαβον τον έμπορον Ηγουμενίτσης Νικόλαον Δαφνιάν, παραδόντες αυτόν εις τους Ιταλούς, παρ’ ων απεστάλη εις Ρώμην της Ιταλίας, ένθα απεβίωσεν. Και εις τα εγκλήματα τα οποία διέπραξαν μετέπειτα κατά τον χρόνον της κατοχής οι Ιταλοί και οι Γερμανοί κατακτηταί συμμετείχον πάντοτε ως συνεργοί, και πρωτεργάται μάλιστα τας περισσοτέρας φοράς, οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες της Θεσπρωτίας, συλλαμβάνοντες ούτοι και παραδίδοντες εις τους Ιταλούς και τους Γερμανούς τους Χριστιανούς της Θεσπρωτίας, οίτινες ακολούθως εξετελούντο υπ’ αυτών. Αυτοί δε οι ίδιοι οι Τσάμηδες επεδίδοντο πάντοτε εις τας λεηλασίας των κατοικιών και των καταστημάτων (πλιάτσικο), διότι ήσαν μοναδικοί, ούτως ειπείν εκ παρορμητικής ιδιοσυστασίας προς τοιούτο έγκλημα.
Εν συνεχεία έφθασαν μέχρι Πέρδικας και Μαργαριτίου με επικεφαλής τον Γιασίν Σαντίκ, καταγόμενον εκ Θεσπρωτίας και εξελιχθέντα εις δεινόν τρομοκράτην κατά του χριστιανικού στοιχείου και επεδόθησαν και εκεί εις φόνους, λεηλασίας οικιών και καταστημάτων, εμπρησμούς, βιασμούς γυναικών και κορασίδων και αρπαγάς ατόμων χριστιανών. Ο Γιασίν Σαντίκ ούτος, διά ν’ αναφέρωμεν γεγονός χαρακτηριστικόν του εξάλλου μίσους του κατά του χριστιανικού στοιχείου, κατέκαυσε και την ιδίαν αυτού οικίαν, την οποίαν είχε πωλήσει όλως αβιάστως και αντί λίαν ικανοποιητικού τιμήματος εις τον χριστιανόν κτηνοτρόφον Νικόλαον Μάμον.»
Τον Ιούλιο του 1943 καταφθάνουν στη Θεσπρωτία τμήματα της γερμανικής Μεραρχίας Εντελβάις με αντικειμενικό στόχο να αποκρούσουν ενδεχόμενη συμμαχική απόβαση στα ηπειρωτικά παράλια. Η συνεργασία των Τσάμηδων με τη νέα κατοχική δύναμη όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά αναβαθμίζεται. Η βία κλιμακώνεται με την καταστροφή των χωριών του Φαναρίου τον Αύγουστο του 1943 και την εκτέλεση των 49 στην Παραμυθιά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η ελληνική διοίκηση στον νομό ουσιαστικά καταργείται και μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού είτε εξοντώνεται, είτε εκτοπίζεται, είτε εγκαταλείπει την περιοχή και κρύβεται στο Σούλι. Η Θεσπρωτία βρίσκεται μόλις ένα βήμα από την ένωση με τη Μεγάλη Αλβανία. Το βήμα όμως αυτό δεν θα γίνει ποτέ: Οι Γερμανοί οπισθοχωρούν και οι συνεργάτες τους μένουν μετέωροι. Και αναγκάζονται να περάσουν τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Είναι τα θύματα μιας τραγωδίας την οποία προκάλεσαν οι ίδιοι, υπολογίζοντας, στα τέσσερα χρόνια της Κατοχής, ότι θα παραμείνουν πάντα οι θύτες και ότι τα θύματα θα είναι διαρκώς οι άλλοι.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ


Τσάμηδες και Tσαμουριά
 Η ιστορική αλήθεια
Του Ιωάννη Αθ. Μπαλτζώη*
Το θέμα των Τσάμηδων,  κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια  στην Αλβανική πολιτική σκηνή, λόγω της πίεσης που ασκεί το κόμμα αλλά και οι λεγόμενες Τσάμικες οργανώσεις, δημιουργώντας αλυτρωτικές αντιλήψεις στην Αλβανική κοινωνία, αλλά και μια αναθεωρητική διάθεση της Αλβανίας, με την στήριξη και υποστήριξη, ποιανού άλλου, μα της Τουρκίας φυσικά, που υποδαυλίζει και υποστηρίζει (παντοιοτρόπως) τέτοιες αντιλήψεις και ενέργειες κατά της Ελλάδος. Έτσι ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το εν λόγω θέμα και να δούμε τις μεγάλες αλήθειες που αποκρύπτονται και τα μεγάλα ψέματα που αναδύονται. Η παρακάτω ανάλυση είναι μέρος (Κεφάλαιο) της εργασίας του γράφοντος στο Μεταπτυχιακό του «Γεωπολιτική ανάλυση Γεωστρατηγική Σύνθεση και σπουδές Άμυνας και διεθνούς Ασφάλειας» του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αλβανία
Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους, σύμφωνα με τον καθηγητή Ιωάννη Μάζη απετέλεσε τον καρπό του ανταγωνισμού της Αυστρουγγαρίας, η οποία έχοντας μαζί με την Γερμανία επεκτατικές βλέψεις προς  το γεωπολιτικό σύμπλοκο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, επεδίωκε την ανάσχεση των  της σλαβικής καθόδου προς την Αδριατική και την Μεσόγειο , όπως και την ανάσχεση των  αντιστοίχων επεκτατικών βλέψεων της Ιταλίας προς το αυτό γεωπολιτικό σύμπλοκο. Αλλά   οι ιταλικές βλέψεις ελέγχου του στομίου της Αδριατικής απαιτούσαν, από πλευράς Ρώμης, τον έλεγχο της Κέρκυρας και της Αλβανίας. Ταυτόσημες, σχετικά με την Αδριατική και την Μεσόγειο, άρα και ανταγωνιστικές ήσαν και οι βλέψεις της Σερβίας, που επεδίωκε προβολή ισχύος επί της Αλβανίας. Ακόμη θα πρέπει να αναφέρουμε και τις Ιταλικές βλέψεις που αφορούσαν την Κέρκυρα  και την Αλβανία, με σκοπό τον έλεγχο του άξονος Οτράντο – Αυλώνος, αλλά και της Νήσου Σάσσωνος, την οποία ονόμαζαν «Γιβραλτάρ της Αδριατικής», αλλά και των Διαποντίων Νήσων, με στόχευση τους εμπορευματικούς διαύλους.
Τα σύνορα του κράτους της Αλβανίας καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκ. 1913). Στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος συμπεριελήφθη και τμήμα της Ηπείρου, το οποίο  από τότε ονομάσθηκε  «Βόρειος Ήπειρος», τμήμα της οποίας είχε ήδη απελευθερωθεί κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13)  από τον Ελληνικό στρατό. [1] . Ο όρος «Βόρεια Ήπειρος» είχε έννοια πολιτική και διπλωματική, δηλώνοντας το τμήμα εκείνο του Ηπειρωτικού εδάφους «το κείμενο εκείθεν της γραμμής, των δια του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας του 1913 καθορισθέντων Ελληνοαλβανικών συνόρων»[2].
Με τις ενέργειες των Μεγάλων Δυνάμεων παραχωρήθηκε στο Αλβανικό κράτος μια περιοχή (Βόρεια Ήπειρος), όπου έγινε καταφανής παράβλεψη των δημογραφικών στοιχείων, με την πλειοψηφία των κατοίκων να είναι Έλληνες, με ισχυρά εθνική συνείδηση και μάλιστα αυτόχθονες!!!! Παρά του ότι είχαμε διανύσει μισή περίπου χιλιετία κατοχής και εξισλαμισμών, η ενιαία Ήπειρος στις αρχές του 20ου αιώνα εμφάνιζε Ελληνική πλειοψηφία. Σε τουρκική απογραφή του 1908, από τους 500.000 κατοίκους της Ηπείρου, οι 308.000 δήλωσαν Έλληνες Χριστιανοί[3] το 1914, η Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικού Ελέγχου έδωσε στοιχεία που καταδείκνυαν την συντριπτική υπεροχή του Ελληνικού πληθυσμού.


Τσάμηδες - Τσαμουριά
Τσαμουριά ονομάζεται η περιοχή εκείνη της Ηπείρου, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής ανάμεσα στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα και μέχρι το Βουθρωτό και ανατολικά μέχρι τους πρόποδες του όρους Ολύτσικας (Τόμαρος). Η περιοχή ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία και ένα μικρό της τμήμα ανήκει σήμερα στην Αλβανία με κέντρο την κωμόπολη Κονίσπολη. Για την προέλευση της ονομασίας υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η περισσότερο ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα φαίνεται να είναι η εκδοχή που κάνει λόγο για παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις (Καλαμάς), με παραφθορά του με την πάροδο του χρόνου: Θύαμις, Θυάμις, Τσ(ι)άμης, δηλ. ο κάτοικος που βρίσκεται κοντά στον Θύαμη ποταμό, την Θυαμυρία (Θιαμουρία), την Τσ(ι)αμουριά. Στο ελληνικό τμήμα της Τσαμουριάς ζούσαν το 1923 περίπου 20.000 μουσουλμάνοι που είχαν την αλβανική ως μητρική γλώσσα. Για την καταγωγή των Τσάμηδων υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις.[4]
Στο θέμα των Τσάμηδων ενδιαφέρουσα  προσέγγιση είναι της Λέκτορος Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ Ελευθερίας Κ. Μαντά, η οποία  κατάφερε να προσεγγίσει ένα σύνθετο και ευαίσθητο θέμα με προσοχή, συστηματικότητα και χαμηλούς τόνους.[5]  Κατά την Μαντά, οι Τσάμηδες ήταν ένας παραδοσιακός αγροτικός, συμπαγής και κλειστός πληθυσμός που για συγκυριακούς λόγους εξαιρέθηκε της ανταλλαγής του 1922. H συμβίωσή τους με το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής υπήρξε εξαρχής προβληματική: η πολιτισμική διαφοροποίηση, οι κτηματικές διαφορές και η στάση του ελληνικού κράτους απέναντί τους, ενίσχυσαν την καχυποψία τους και επέτρεψαν τη δράση εξτρεμιστικών αλυτρωτικών στοιχείων στην Αλβανία. Πάνω εκεί βασίστηκε και η Ιταλία για να θέσει τσαμικό θέμα και να δικαιολογήσει την εισβολή του 1940.
Η υποχώρηση των Ιταλών και η επιστροφή των Ελλήνων κατοίκων έθεσε σε κίνηση μια δυναμική αντεκδικήσεων που κατέληξε στην εκδίωξη  των Τσάμηδων το 1944, από τις ανταρτικές ομάδες του ΕΔΕΣ, που κυριαρχούσαν στην περιοχή. Η Ιταλική, αρχικά, και η Γερμανική Κατοχή συνοδεύτηκαν από βία. Οι ηγέτες των Τσάμηδων αποδεδειγμένα συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές, καθ’ όλη την διάρκεια της κατοχής  και συμμετείχαν σε διώξεις, λεηλασίες,  καταστροφές, καταδόσεις  και μαζικές εκτελέσεις, η πιο γνωστή από τις οποίες υπήρξε η εκτέλεση 49 επιφανών κατοίκων (προκρίτων)  της Παραμυθιάς, τον Σεπτέμβριο 1943, γεγονός που συγκλόνισε και στιγμάτισε την συνείδηση των Ελλήνων κατοίκων και  έθεσε τους Τσάμηδες εκτός της Ελληνικής κοινωνίας της Θεσπρωτίας. Αυτό το γεγονός, το μίσος και την απέχθεια του τοπικού πληθυσμού εκμεταλλεύτηκαν οι τοπικοί ηγέτες του ΕΔΕΣ, καταγόμενοι από την ευρύτερη περιοχή, οι οποίοι έδρασαν με υπερβάλλοντα ενθουσιασμό και με πρωτοβουλίες που αγνοούσε η ηγεσία του ΕΔΕΣ, πλην όμως δεν το απέτρεψε.  Παρόλο που ο ΕΔΕΣ ήταν μια αποκεντρωμένη οργάνωση όπου, αντίθετα με το EAM, η κεντρική διοίκηση δύσκολα έλεγχε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τίποτε δεν δείχνει ότι η ηγεσία του είχε την παραμικρή (και πραγματική) διάθεση να τους συγκρατήσει. Η κοινωνική-τοπική-ιστορική-πολιτική συγκυρία τον Σεπτέμβριο του 1944 επέτρεπε την «τελική λύση» του τσαμικού ζητήματος στην περιοχή της Θεσπρωτίας. Με την εκδίωξη των Τσάμηδων από την περιοχή της Θεσπρωτίας, οι περιουσίες των διαμοιράστηκαν δια κλήρου στους Έλληνες κατοίκους.[6]


Ένοπλα τμήματα Τσάμηδων στην Θεσπρωτία, επιθεωρούνται από Γερμανό Αξιωματικό.

Είναι δεδομένο από τις ιστορικές μαρτυρίες των κατοίκων της Θεσπρωτίας ότι οι Τσάμηδες ποτέ δεν αισθάνθηκαν Έλληνες.
Και όταν κατά την Ιταλική επίθεση της 28 Οκτωβρίου ο Ελληνικός Στρατός υποχώρησε στο Νότιο Τομέα, οι Τσάμηδες αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή του Ιταλικού Στρατού. Με γιορτές και πανηγύρια ύψωσαν στο Μαργαρίτι την Αλβανική σημαία. Με την αντεπίθεση του Ελληνικού Στρατού και την υποχώρηση των Ιταλών οι ένοπλοι Τσάμηδες, πυροβολώντας από τα νώτα τα προελαύνοντα Ελληνικά τμήματα, προξένησαν πολλά θύματα εις αυτά. Για τα διαπραχθέντα αδικήματα από τους Τσάμηδες κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων το Ελληνικό Κράτος έδειξε μεγαλοψυχία και γενναιοφροσύνη. Κατά την Κατοχή τάχθηκαν ανεπιφύλακτα όλοι στο πλευρό του Ιταλικού Στρατού Κατοχής, με την ελπίδα, ότι θα αποσπάσουν την συγκατάθεση της Ιταλικής Κυβερνήσεως για ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στο Αλβανικό Κράτος.
Στα τρία χρόνια της Κατοχής οι Τσάμηδες βοηθούσαν με ένοπλα τμήματα τα Ιταλικά κι αργότερα τα Γερμανικά στρατεύματα στις επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων ανταρτών. Προέβησαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε ανομολόγητα εγκλήματα κατά του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Οι αναρίθμητοι φόνοι, οι βιασμοί των γυναικών, οι πυρπολήσεις των σπιτιών, η κλοπή ολοκλήρων ποιμνίων και άλλων κινητών πραγμάτων, ήταν συνηθισμένες πράξεις. Μεταξύ άλλων φόνευσαν και το Νομάρχη Θεσπρωτίας.
Στις 29-9-1943, ύστερα από την απόφαση της Τσάμικης ηγεσίας, της Μιντζιλισί Ινταρέ, αποφασίζεται ο “αποκεφαλισμός” της Ελληνικής ηγεσίας της περιοχής. Επιλεκτικά, συλλαμβάνονται πενήντα δύο Έλληνες και δεμένοι οδηγούνται ενάμισι χιλιόμετρο έξω από την Παραμυθιά, στον Αη Γιώργη, με συνοδεία πενήντα Τσάμηδων και δεκαπέντε Γερμανών. Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός γλυτώνει τρεις και εκτελούνται οι υπόλοιποι σαράντα εννιά. Παπάς, γιατρός, Γυμνασιάρχης, Σχολάρχης, Δήμαρχος, καθηγητές, δάσκαλοι, επιχειρηματίες, αγρότες, έπεσαν τραγουδώντας το “Γέρο Δήμο” και το “Έχε γεια”. Την ίδια μέρα της εκτέλεσης μπαίνει στην Παραμυθιά ο καινούργιος Δεσπότης Δωρόθεος, παρόλο που ο Πρόεδρος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Ελβετός Μπίκελ, τον προέτρεπε να μη πάει. Κανένας Χριστιανός δεν παραβρέθηκε στην υποδοχή. Παντού τρόμος θανάτου. Ο Δεσπότης, τριαντάχρονος τότε, μόνο με το Διάκο του, πηγαίνει κατ’ ευθείαν στον Γερμανό φρούραρχο, τον πείθει και αφήνει ελεύθερους τους πεντακόσιους Χριστιανούς, κρατούμενους Παραμυθιώτες και την επομένη, με συνοδεία δύο Γερμανούς στρατιώτες παίρνει και πέντε χριστιανούς, πηγαίνει στον τόπο της θυσίας και ενταφιάζει τους σαράντα εννιά άταφους μάρτυρες.


Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 30 Ιουνίου 1994 η Αλβανική βουλή καθιέρωσε ομόφωνα την 27 Ιουνίου ως ημέρα "γενοκτονίας" των Τσάμηδων. Το θέμα των Τσάμηδων δεν έχει τελειώσει και συνεχίζεται σε διεθνές επίπεδο, σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις.[7]
Πρόσφατα,  Φεβρουάριος 2016, οργανώσεις Τσάμηδων  προσέφυγαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, που εξετάζει κυρίως εγκλήματα πολέμου, όπου κατατέθηκε ο φάκελος για τις διεκδικήσεις των Τσάμηδων στην Ελλάδα, ο οποίος έγινε δεκτός από τον Εισαγγελέα. Έτσι ένα θέμα, που έμενε ουσιαστικά κλειστό επί εβδομήντα και πλέον χρόνια, φαίνεται ότι ανοίγει με επίσημο τρόπο. Αν μάλιστα έχουν έστω και πολύ μικρή δόση αλήθειας, όσα αναφέρουν σε ανακοινώσεις τους ακραίες οργανώσεις Τσάμηδων από την Αλβανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι δηλαδή στην κίνηση αυτή έχουν την υποστήριξη πολλών δυτικών χωρών, τότε τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά σοβαρά. Οι Τσάμηδες ζητούν πέρα από αποζημιώσεις πολλών δις, εδάφη της Ηπείρου, όπως της Ηγουμενίτσας, της Πάργας κι άλλων περιοχών.   Στην παράδοση του φακέλου παραβρέθηκαν εκπρόσωποι πολλών εθνικιστικών συλλόγων από την Αλβανία αλλά και από περιοχές όπου ζουν αλβανόφωνοι πληθυσμοί. Ο φάκελος είναι σε τρεις γλώσσες, αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά και σύμφωνα με δηλώσεις που έγιναν στη Χάγη, οι οργανώσεις έχουν την στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το (ψευδο)-ζήτημα των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς, με την διεκδίκηση όχι μόνο της Θεσπρωτίας και των περιουσιών των στην περιοχή αυτή, αλλά και της περιοχής μέχρι του Αράχθου ποταμού παραμένει ακόμη, ως το κορυφαίο θέμα αλυτρωτισμού των Αλβανών ίσως και πιο οξυμένο το δηλητήριο, που δηλητηριάζει συνεχώς τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών. Το θέμα όμως έχει κλείσει. Οι Τσάμηδες ήσαν αποδεδειγμένα ανθέλληνες, συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, προέβησαν σε λεηλασίες, κακοποιήσεις κατοίκων της Θεσπρωτίας, δολοφονίες και αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την Ελλάδα, φοβούμενοι την άφιξη και τις διαθέσεις του ΕΔΕΣ. Έτσι το Δικαστήριο Δωσίλογων των  Ιωαννίνων, με αμετάκλητες αποφάσεις του καταδίκασε ως προδότες και δήμευσε την περιουσία των. 
Βιβλιογραφία:
-  Μαλκίδης Θ., ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, Αθήνα, 2007
- Αντωνόπουλος Η., ΑΛΒΑΝΙΑ & ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ (1912-1994), Αθήνα 1995
- Πέτιφερ Τ, Βίκερς Μ., Αλβανία: Από την αναρχία σε μια βαλκανική ταυτότητα, Αθήνα 1997
- Κόντης, Β., Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις, Αθήνα, 1995.
- Ευσταθιάδης, Κ., Μελέται διεθνούς δικαίου 1929-1959, Κλεισούνη, Αθήνα 1959, σ.549
- ΓΕΣ, Χάρτης εθνογραφικός της Βορείου Ηπείρου τω 1913, Αθήνα 1919.
- Μαντά Ε., Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου. Αθήνα (1923-2000), Αθήνα 2004
- Καλλιβρετάκης, Λ., Ο Ελληνισμός της Αλβανίας, Αθήνα 1995
- Ντάγιος, Σ., ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑ, 50 Χρόνια αμοιβαίας δυσπιστίας,  Θεσσαλονίκη 2015.
- Διάλεξη Ι. Μάζη στο Αμφιθέατρο του ΥΠΕΞ, την 10-11-15.
- Χριστόπουλος, Δ., Τσιτσελίκης, Κ., Legal aspects of religious and linguistic otherness in Greece. Treatment of minorities and homogeneis in Greece: Relics and challenges
- ΑΧΑΡΙΣΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ ΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ Επιμέλεια Στίβενς Σμιθ (S. J. SMITH)
- Από το Αρχείο της Πανελλήνιου Συνομοσπονδίας Εθνικών Αντιστασιακών Οργανώσεων
* Ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), Tactical Intelligence School (U.S. Army), Μεταπτυχιακό στην Γεωπολιτική Ανάλυση του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.      
Διαχειριστής: www.analystsforchange.org
[1] Κόντης, Β., Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις, Εστία, Αθήνα, 1995, τόμος 1.
[2] Ευσταθιάδης, Κ., Μελέται διεθνούς δικαίου 1929-1959, Κλεισούνη, Αθήνα 1959, σ.549
[3] Μαλκίδης, Θ., ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, Γόρδιος, Αθήνα , 2007, σ.61.
[5] Μαντά, Ε., Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000), Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 2004.
[6] Ο γράφων κατάγεται από την Ήπειρο και οι αναφορές και το περιγραφόμενο κλίμα ανήκουν στον πατέρα της συζύγου μου, ο οποίος καταγόμενος από την Παραμυθιά, βίωσε όλα τα γεγονότα αυτά και αποτελούν βιωματικές προσωπικές εμπειρίες και αντιλήψεις.



Ο Γιώργος Καραμπελιάς συνομιλεί με τον συγγραφέα και καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αθανάσιο Γκότοβο. Θέμα συζήτησης: "Τσάμηδες, το ιστορικό και οι αλβανικές διεκδικήσεις στην Ελλάδα"

Δεν υπάρχουν σχόλια: