Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΑΠΟΙΚΙΕΣ, ΠΡΟΞΕΝΟΙ, ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΕΣ




ΑΠΟΙΚΙΕΣ, ΠΡΟΞΕΝΟΙ, ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΕΣ
Ι. Ίδρυση αποικίας.
H πίεση των εξωτερικών εχθρών, η αύξηση του πληθυσμού, οι εσωτερικές έριδες, τέλος το επιχειρηματικό πνεύμα και άλλα αίτια, πάντοτε σοβαρά, ενέπνευσαν από πολύ νωρίς στους Έλληνες την ιδέα της αποστολής αποίκων σε χώρες απομακρυσμένες. Όλες σχεδόν αυτές οι αποικίες ιδρύθηκαν επί παραλίων, όπως παρατήρησε ο Κικέρων. Οι άποικοι προσελκύονταν δια διαφόρων τρόπων. Σε μερικές περιπτώσεις μετανάστευε ολόκληρη φρατρία* άλλοτε το Κράτος δημοσίευε προκήρυξη, καλούσε όσους επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν·  μερικές φορές εκλεγόταν με κλήρο ένα μέλος από κάθε οικογένεια και εξαναγκαζόταν σε εκπατρισμό· τέλος, όπως συνέβη με τους Θούριους το 443 π.Χ., πολλές πόλεις συνεταίριζοντο τους μετανάστες τους. Αρχικά συμβουλεύονταν το μαντείο των Δελφών για την θέση της μέλλουσας αποικίας και μετά εξέλεγαν ένα οικιστή, στον οποίο δινόταν απόλυτη πληρεξουσιότητα για τον καθορισμό των συνόρων και για την εγκατάσταση της αποικίας. Όταν έφτανε επί τόπου, υπεδείκνυε τους γεωνόμους, οι όποιοι προέβαιναν στην διαίρεση του εδάφους. Μετά την εκλογή του μεριδίου των θεών το υπόλοιπο διανεμόταν εξ ίσου μεταξύ των αποίκων. Ο οικιστής δημοσίευε τους νόμους της νέας πόλης και μετά τον θάνατον του λατρευόταν σαν τοπικός ήρωας.
ΙΙ. Σχέσεις των αποικιών με την μητρόπολη
Οι άποικοι, εγκαταλείποντας την μητέρα πατρίδα, έφερναν μαζί τους  πυρ από την κυριότερη εστία της (Πρυτανείο), με την οποία άναβαν την νέα εστία. Διατηρούσαν την λατρεία των θεοτήτων της μητροπόλεως· πολλάκις απέδιδαν ιδιαίτερες τιμές στον Απόλλωνα, τον θεό που το μαντείο του είχε εμπνεύσει στον αρχηγέτη της αποικίας των την ιδέα της αποδημίας· αποδεχόντουσαν επίσης κάποιους από τους θεούς της χώρας, στην οποία εγκαθίσταντο. Η πολιτική σύνθεση μιας αποικίας είχε στο σύνολο της αντιγραφεί από την μητρόπολη, εξ ου και οι δεσμοί άδολης αγάπης και οικογενειακής, κατά κάποιο τρόπο, στοργής μεταξύ των δυο πόλεων. Η αποικία έστελνε αντιπροσώπους και προσφορές κατά τις εορτές της μητροπόλεως, εξέλεγε δε μεταξύ των πολιτών της τον οικιστή κάθε νέας αποικίας, την οποίαν και μπορούσε να ιδρύσει αύτη με την σειρά της. Οι άποικοι έσπευδαν σε βοήθεια της μητροπόλεως σε ώρα κίνδυνου, ανέμεναν δε και αυτοί επίσης την συνδρομή της σε παρόμοια περιπτώσει. Αποικίες και μητροπόλεις προσπαθούσαν πάντοτε να εξομαλύνουν, χωρίς προσφυγή στα όπλα. Διαφορές που  μπορούσε να παρουσιαστεί μεταξύ τους· έριδες, όπως η εκραγείσα μεταξύ Κέρκυρας και Κορίνθου, ήσαν σπάνιες,  η δε δημοσία γνώμη τις έκρινε αυστηρώς.
ΙΙΙ. Κληρουχίες.
Η ίδρυση κληρουχιών ήταν μια ιδιάζουσα μορφή αθηναϊκών αποικιών, στις περιοχές των σύμμαχων πόλεων. Οι αθηναϊκές κληρουχίες διέφεραν απ’ αυτές των αποικιών ως προς το εξής: Οι μετανάστες παρέμεναν πολίτες Αθηναίοι και δεν είχαν απόλυτη ανεξαρτησία. Κληρουχίες απεστάλησαν κατά τον ΣΤ' και Ζ' αιώνα σε ορισμένες νήσους του Αιγαίου πελάγους και της Θρακικής παραλίας, άλλοτε για ν’ ανακαταλάβουν κατακτηθείσα χώρα, άλλοτε για να επιβάλουν πειθαρχία σε ορισμένα ανυπότακτα μέλη της 'Αθηναϊκής ομοσπονδίας, άλλοτε, τέλος, για να ελαττώσουν τον αριθμόν των πτωχών και ν’ αυξήσουν τους πολίτες των τριών πρώτων τάξεων, οι όποιες όφειλαν να υπηρετήσουν ως οπλίτες. Γινόντουσαν κάτοχοι γαιών, είτε δια καταλήψεως, είτε δια του εξής ιδιορρύθμου συμβολαίου : ότι ο φόρος μιας νήσου θα ελαττωνόταν, σε αναλογία προς τον αριθμόν των κληρούχων, τους οποίους θα δεχόταν. Όταν  η περιοχή επιλεγόταν, διαιρείτο σε τρία μερίδια, το ένα για τους θεούς, το άλλο για τους Αθηναίους, οι οποίοι το εξεμίσθωνα, και το τρίτο για τους άποικους. Αυτοί παρέμεναν πολίτες  Αθηναίοι, ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους, να  παρέχουν στρατιωτική υπηρεσία και περιλαμβάνονταν στους καταλόγους των δήμων, σαν να ήταν κάτοικοι της Αττικής. Επίσης έστελλαν αντιπροσώπους στα Μεγάλα Διονύσια και στα Παναθήναια. Οι κληρούχοι είχαν επίσης την εκκλησία των και άλλα έθιμα κατ’ απομίμηση των Αθηνών· εν τούτοις η αυτονομία των δεν ήταν πλήρης. Ορισμένες δικαστικές υποθέσεις υπαγόντουσαν στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων της μητροπόλεως και διεξήγοντο υπό την επίβλεψη Αθηναίου επιμελητού περιβεβλημένου με ευρεία δικαιοδοσία.
IV. Πρόξενοι.
Έτσι  αποκαλούντο ορισμένα πρόσωπα τα οποία ασκούσαν καθήκοντα ανάλογα προς αυτά των σημερινών προξένων. Οι πρόξενοι διορίζονταν από ένα κράτος σε ένα άλλο ξένο κράτος με το οποίο διατηρούσε το πρώτο διαρκείς πολιτικές η εμπορικές σχέσεις και ήταν πολίτες του ξένου κράτους. Το καθήκον του προξένου ήταν να παρέχει την αναγκαία συνδρομή στους πρέσβεις, εμπόρους και άλλους πολίτες του Κράτους που τον διόρισε και, του οποίου ήταν ο επίσημος φίλος. Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών αυτών ελάμβανε ο ασκών τα καθήκοντα προξένου τον τίτλο τού ευεργέτη και διάφορα προνόμια. Στην  Αθήνα γινόταν δεκτός στην Βουλή και την 'Εκκλησία, κατείχε τιμητική θέση στα θεάματα και είχε το δικαίωμα να κατέχει ακίνητα. Το αξίωμα του προξένου ήταν γενικώς κληρονομικό, αναστελλόταν δε προσωρινά, μόνο όταν το Κράτος, εις το οποίον ήταν διαπιστευμένος ο πρόξενος, βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση προς εκείνο, του οποίου ο πρόξενος ήταν υπήκοος.
V. Αμφικτυονίες.
Η ανάμνηση μερικών συμμαχιών, πολύ παλιών, αναζωογονείτο κατά την διάρκεια θρησκευτικών εορτών, που τελούντο από κοινού από κάποια Κράτη· των καλουμένων αμφικτιόνων (και αργότερα αμφικτυόνων), δηλαδή γειτόνων. Έτσι υπήρχε στην Καλαύρια, κοντά στη Τροιζήνα, αμφικτυονική εορτή, στην οποίαν λάμβαναν μέρος ιδίως οι κάτοικοι των λιμένων του Σαρωνικού κόλπου, μια άλλη υπήρχε στην Ογχηστό της Βοιωτίας, στο ιερό του Ποσειδώνα, και μια τρίτη στην Δήλο. Αλλά οι μεγαλύτερες και επισημότερες από τις Αμφικτυονίες  ήταν το Συνέδριο που λάμβανε χώρα δύο φορές τον χρόνο, την άνοιξη στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και το φθινόπωρο στο ιερό της Δήμητρας στην Ανθήλη κοντά στις Θερμοπύλες. Τα έθνη τα αντιπροσωπευόμενα ήταν δώδεκα, ήτοι: οι Θεσσαλοί, οι Περραιβοί και οι Δόλοπες, οι Μάγνητες, οι Αχαιοί της Φθιώτιδος, οι Μαλιείς, οι Οιταίοι, οι Αινιάνες, οι Λοκροί, οι Φωκείς (οι οποίοι αντικατεστάθηκαν το 345 π.Χ. υπό του Φιλίππου του Μακεδόνος μετά τον Τρίτο Ιερό πόλεμο), οι Βοιωτοί, οι Δωριείς και οι Ίωνες. Η αμφικτυονία συνερχόταν το φθινόπωρο και την άνοιξη κάθε έτους, τόσον στις Θερμοπύλες (πλησίον του ναού της Δήμητρας εις Ανθήλην), όσο και στους Δελφούς (πλησίον του ναού του Απόλλωνα), άλλα το όνομα πυλαία, το οποίον έφεραν εξ ίσου οι συνελεύσεις της άνοιξης και του φθινοπώρου, δηλώνει ότι κατ’ αρχάς οι Θερμοπύλες ήταν ο μόνος τόπος συγκέντρωσης της αμφικτυονίας. Ο σύνδεσμος αυτής με το ιερό των Δελφών δεν εμφανίζεται προ του 590, εποχής του πρώτου Ιερού πολέμου, ο οποίος διεξήχθη με την βοήθεια των Αθηνών κατά των κατοίκων της Κίρρας, οι όποιοι κακοποιούσαν τους προσκυνητές που   ερχόντουσαν από  τη Σικελία και Ιταλία. Οι Αμφικτύονες κατέστρεψαν την πόλη, τους κατοίκους της τους εξανδραπόδισαν. Μετά την εποχή αυτή, ο κυριότερος σκοπός της συγκεντρώσης υπήρξε η επιμέλεια του ναού των Δελφών ως και η τέλεση των Πυθικών αγώνων.
Κάθε  έθνος διέθετε μέσα  στην αμφικτυονία δυο ψήφους εμπιστευμένες σε δυο ιερομνήμονες, οι ψήφοι των Δωριέων είχαν διανεμηθεί μεταξύ των Δωριέων της Δωρίδος και των Δωριέων της Πελοποννησου, οι δε ψήφοι των Ιώνων μεταξύ των Αθηναίων και των Ευβοέων. Εκτός των ιερομνημόνων των εκλεγομένων δια το έτος, κάθε έθνος έστελνε επιπροσθέτως τους πυλαγόρας, τρεις για την Αθήνα, οι οποίοι φαίνεται ότι εκλέγοντο υπό έκαστης συνελεύσεως. Αυτοί υποστήριζαν τα συμφέροντα των πόλεων που αντιπροσώπευαν, άλλα φαίνεται ότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Καθένα έθνος έδινε όρκο ότι δεν θα προέβαινε στην καταστροφή άλλων αμφικτυονικών πόλεων η οιανδήποτε παρεμπόδιση ποσίμων υδάτων είτε σε καιρό ειρήνης, είτε σε καιρό πολέμου. Η αμφικτυονία σχεδόν ποτέ δεν αναμίχθηκε σε πολιτικές υποθέσεις προ των μέσων του Δ' αιώνα, άλλα και τότε ακόμη μόνον δείγματα της αδυναμίας αυτής παρέσχε. Διότι καθώς κάλεσε τον Φίλιππο σε βοήθεια της εναντίον των Φωκέων (346) παρασκεύασε την υποδούλωση της Ελλάδος.
(*) Φρατρία χαρακτηρίζεται στην αρχαία Ελληνική κοινωνία μια κοινωνικοπολιτική ομάδα ανθρώπων ενταγμένη τυπικά σε ένα σύνολο με συγκεκριμένους στόχους, επιδιώκοντας κοινούς ιδιοτελείς σκοπούς. Απαρτίζονταν από όμαιμους που είχαν έναν κοινό πρόγονο - γενάρχη, έτρωγαν απ' την ίδια χύτρα και ανέπνεαν τον ίδιο αέρα, προϋποθέσεις κοινής διαμονής. Ετυμολογικά προέρχεται απ' την λέξη Φράτηρ-Φράτερ/Φράτωρ, προερχόμενη απ' τη Μινωική Γλώσσα, όπου δηλώνει τον «αδελφό», μιας και τα μέλη της φρατρίας ήταν «αδέλφια» μεταξύ τους ή αλλιώς «αδελφά γένη».
(1) Στη μιας πλευρά υπάρχει η κεφαλή της Δήμητρας, και στην άλλη ο  ομφαλός των Δελφών, πάνω στον οποίο κάθεται ο Απόλλων κρατώντας κλάδον δάφνης, μπροστά του δε τρίποδας, και τριγύρω η λέξη ΑΜΦΙΚΤΙΟ[ΝΩΝ].
Απόσπασμα από το βιβλίο «Αθήνα» του Γκόου-Ρέϊνακ έκδοση ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ (1930) σε μετάφραση Κ.Δ. Ελευθερουδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: