Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

ΦΡΑΝΤΣ ΣΟΥΜΠΕΡΤ




ΦΡΑΝΤΣ ΣΟΥΜΠΕΡΤ
(1797-1828)

Στο σύντομο πέρασμα του από τη γη, ο Φραντς Σούμπερτ σημάδεψε την αρχή μιας σπουδαίας εποχής. Η εξέλιξη του ρομαντισμού θα ήταν ασφαλώς διαφορετική χωρίς τις καταθέσεις του Βιεννέζου συνθέτη. Αυτός πρώτος κατόρθωσε να συνδέσει ουσιαστικά τη μουσική με την ποίηση και να επιτύχει την απόλυτη νοηματική ταύτιση της μουσικής έκφρασης με το λόγο. Τα υπερεξακόσια τραγούδια που συνέθεσε επιβεβαιώνουν την κυριαρχία του και στη μουσική και στο λόγο. Αναδεικνύεται έτσι σε έναν αληθινό ποιητή των ήχων.
Ο Σούμπερτ υπήρξε, όμως, πρώτα άνθρωπος και μετά ποιητής. Ένιωσε βαθιά τον ανθρώπινο πόνο, γι' αυτό και κατόρθωσε να τον μετουσιώσει με συγκινητική ειλικρίνεια σε μουσική. Η λεπτή μελαγχολία, που ανιχνεύεται ακόμα και στις πλέον φωτεινές στιγμές της μουσικής του, γίνεται οδηγός στην κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και καταλύτης στην προσπάθεια διερεύνησης του ανθρώπινου συναισθήματος.
Όλα του τα έργα κυριαρχούνται από την ευγενική αγωνία της μάταιης αναζήτησης μιας προσωπικής ευτυχίας. Η μορφή του οδοιπόρου υπάρχει παντού, κυριαρχική και απόμακρη. Ακόμα και στις συνθέσεις καθαρής μουσικής, κάθε φράση ισοδυναμεί με ένα θεσπέσιο τραγούδι χωρίς λόγια, αποδεικνύοντας την υπεροχή του δημιουργού σε μελωδικές επινοήσεις. Τα βήματα του οδοιπόρου ακούγονται να σβήνουν καθώς απομακρύνεται προσπερνώντας όχι μόνο την ευτυχία και τις χαρές της ζωής, μα και την ίδια τη ζωή.

Γιώργος Β. Μονεμβασίτης


Ο Σούμπερτ... εν συντομία
1797: Γεννιέται στις 31 Ιανουαρίου, στη Βιένη.
1802: Αρχίζει μαθήματα πιάνου, στην ηλικία των 5 χρόνων.
1805: Συμμετέχει στη χορωδία της τοπικής εκκλησίας, αρχίζει μαθήματα βιολιού.
1810: Συνθέτει το πρώτο του έργο που έχει διασωθεί.
1812: Συνεχίζει τις σπουδές του με το συνθέτη της αυτοκρατορικής αυλής Αντόνιο Σαλιέρι.
1814: Αρχίζει μια σύντομη σταδιοδρομία ως δάσκαλος.
1820: Παρουσιάσεις κάποιων έργων του, συμπεριλαμβανομένου του διάσημου τραγουδιού του Ο Βασιλιάς των Σκλήθρων.
1823: Εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων μετά από προσβολή σύφιλης. Συνθέτει τον κύκλο τραγουδιών Η Ωραία Μυλωνού (Die schòne Mullerin)
1825: Συνθέτει την τελευταία του συμφωνία (αρ. 9 σε Ντο, η Μεγάλη).
1827: Συνθέτει τον κύκλο τραγουδιών Χειμωνιάτικο Ταξίδι. Λαμβάνει μέρος στην επικήδεια πομπή του Μπετόβεν ως λαμπαδηφόρος.
1828: Επιτυχία των συναυλιών του. Πεθαίνει στις 19 Νοεμβρίου, 31 ετών. Ενταφιάζεται κοντά στον Μπετόβεν.

 Ο ΣΟΥΜΠΕΡΤ
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΤΟΒΕΝ
Ήταν ατυχής συγκυρία το γεγονός πως ο Σούμπερτ εργάστηκε στο ίδιο μέρος και την ίδια εποχή με τον μεγάλο μάστορα της μουσικής Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.
Το 1819, τέσσερα χρόνια μετά τη μάχη του Βατερλό και το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, ο Βιεννέζος εκδότης μουσικής Άντον Ντιαμπέλι έγραψε έναν απλό σκοπό βαλς και προσκάλεσε 50 περίπου συνθέτες που ζούσαν στην αυστριακή αυτοκρατορία να συνεισφέρουν την προσωπική τους παραλλαγή πάνω στο θέμα. Ολόκληρο το έργο αποτέλεσε την Πατριωτική Ανθολογία κι ένας από τους συνθέτες που έλαβε μέρος ήταν και ο 22χρονος Φραντς Σούμπερτ.
Πρώιμα δείγματα
Ο Μπετόβεν ήταν ένας άλλος συνθέτης που του ζητήθηκε να λάβει μέρος. Αρχικά απέρριψε την πρόταση ως ανάξια της προσοχής του, στη συνέχεια όμως άλλαξε γνώμη και συνέθεσε όχι μια, αλλά 33 παραλλαγές. Αυτές οι μνημειώδεις Παραλλαγές του Ντιαμπέλι επισκίασαν όλες τις άλλες, συμπεριλαμβανομένης και της εξαίρετης Παραλλαγής σε Ντο ελάσσονα του νεαρού Σούμπερτ.
Αυτή η ιστορία είναι αξιομνημόνευτη γιατί μας βοηθά να κατανοήσουμε σε πόσο μεγάλο βαθμό η δημιουργική ζωή του Σούμπερτ επισκιάστηκε από αυτή του ισχυρού Μπετόβεν.
Ο Φραντς Πέτερ Σούμπερτ γεννήθηκε στη Βιένη το 1797. Εκείνη την εποχή ο Μπετόβεν ήταν 27 χρονών και είχε γίνει ήδη διάσημος στην πόλη όπου είχε μετακομίσει από τη γενέτειρα του Βόνη, τρία χρόνια νωρίτερα. Τα παιδικά και νεανικά χρόνια του Σούμπερτ, που υπήρξε μέλος χορωδίας, σπουδαστής μουσικής (μαθητής του Αντόνιο Σαλιέρι, όπως επίσης ο Μπετόβεν και ο Λιστ) και άσκησε μάλλον απρόθυμα το επάγγελμα του δασκάλου, ακολούθησαν παράλληλη πορεία με την εμφάνιση πολλών σημαντικών έργων του Μπετόβεν, όπως οι συμφωνίες Ηρωική, Πέμπτη και Ποιμενική, το Αυτοκρατορικό κοντσέρτο για πιάνο και οι σονάτες για πιάνο του Σεληνόφωτος, Βάλντσταϊν και Απασιονάτα.
Αναμφισβήτητα ο Σούμπερτ εμπνεύστηκε και επηρεάστηκε από τον Μπετόβεν. Το ότι ζούσε όμως τόσο κοντά του, ίσως αποτέλεσε εμπόδιο στην προσωπική του ανάπτυξη. Ακόμα κι αν ο Σούμπερτ ήταν προικισμένος με τη δυναμική προσωπικότητα του Μπετόβεν, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα γι' αυτόν. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο Σούμπερτ δε διέθετε ούτε τη φυσική ισχύ ούτε το σθένος να ανταγωνιστεί το μεγάλο μαέστρο. Η συμπεριφορά του υπήρξε μάλλον αδέξια και ντροπαλή, και αντιμετώπιζε το έργο του με ιδιαίτερη σεμνότητα - σε αντίθεση με την ακραία αυτοπεποίθηση που επέδειχνε ο Μπετόβεν.

Αυτό το σκίτσο του Μόρις φον Σβιντ (1804-1871) δείχνει το Σούμπερτ να πίνει και να κουβεντιάζει με δυο καλούς του φίλους, τον οργανίστα Φραντς Λάχνερ (1803-1890) και το συγγραφέα Έντουαρντ φον Μπάουερνφελντ (1813-1890). Ο Σβιντ, που είχε ζωγραφίσει και τον Μότσαρτ, ήταν ένας από τους καλύτερους φίλους του Σούμπερτ παρά το γεγονός ότι ήταν έξι χρόνια νεότερος του. Οι συζητήσεις των τεσσάρων φίλων συχνά κρατούσαν έως αργά τη νύχτα. "Είναι σίγουρο πως το θέμα της τέχνης είναι ανεξάντλητο", έλεγε ο Μπάουερνφελντ.

Ο συνθέτης
Λαμβανομένων όλων αυτών υπόψη, είναι ίσως άξιο απορίας το ότι ο Σούμπερτ είχε τέτοια επιτυχία. Ο Άντον Ντιαμπέλι ήταν ένας από τους πρώτους εκδότες του, που εξέδωσε γύρω στα 40 τραγούδια και άλλα έργα του συνθέτη.
Αν και ο Σούμπερτ δε διέθετε τόσες χάρες, προσήλκυε ωστόσο έναν αφοσιωμένο κύκλο φίλων, που συγκεντρώνονταν σε τακτά διαστήματα για να παρουσιάσουν τα τελευταία ενόργανα έργα και τραγούδια του. Αυτές οι χαρούμενες συγκεντρώσεις ήταν γνωστές ως Σουμπερτιάδες. Ένα διασωθέν φλιτζάνι του καφέ που φέρει το πορτρέτο του συνθέτη και χρονολογείται από το 1822 μαρτυρεί τη δημοτικότητα του.
Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν άλλαξε τη στάση του ούτε τους ευρύτερους στόχους και φιλοδοξίες του ως συνθέτη, μια και ο Σούμπερτ δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη σκιά του Μπετόβεν. "Ελπίζω ακόμη να καταφέρω να κάνω κάτι εγώ ο ίδιος", εμπιστεύτηκε σ' έναν φίλο. "Ποιος όμως μπορεί να κάνει κάτι μετά τον Μπετόβεν;"

 Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, ο Σούμπερτ διέμενε στο Άτσενμπρουγκ, σε απόσταση 20 μιλίων από τη Βιέννη, στην ιδιοκτησία ενός φίλου. Κάθε χρόνο, μια παρέα νέων που μοιράζονταν τις ίδιες απόψεις έφταναν εκεί για τις διακοπές τους, με διάθεση να απολαύσουν μουσική, να χορέψουν, να επιδοθούν σε αθλήματα. Εδώ απεικονίζονται να διασκεδάζουν με μια μπάλα, σε μια υδατογραφία ανώνυμου καλλιτέχνη.



Ατελείωτα έργα
Αυτή η ισχυρή επίγνωση της παρουσίας του Μπετόβεν και του μεγέθους των επιτευγμάτων του εξηγεί γιατί ο Σούμπερτ άρχισε τόσες συνθέσεις εγκαταλείποντας τες στη συνέχεια, όπως στην περίπτωση της διάσημης Ημιτελούς Συμφωνίας (αρ. 8 σε Σι ελάσσονα). Ίσως ένιωσε ότι δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τον Μπετόβεν και έχασε το θάρρος του.
Δε γνωρίζουμε εάν ο Σούμπερτ κι ο Μπετόβεν συναντήθηκαν ποτέ. Το ότι ζούσαν σε μια τόσο πυκνοκατοικημένη πόλη, όπως ήταν η Βιέννη, και κινούνταν σε κοινούς κλειστούς μουσικούς κύκλους ισχυροποιεί την άποψη πως θα βρέθηκαν πολλές φορές ο ένας δίπλα στον άλλο. Το να βρήκε όμως ποτέ ο Σούμπερτ το κουράγιο να συστηθεί στον απότομο, απρόβλεπτο και κουφό Μπετόβεν μοιάζει αμφίβολο.
Ο Αντον Σίντλερ, ωστόσο, πιστοποιεί πως ο Μπετόβεν γνώριζε τη μουσική του Σούμπερτ. Ο Σίντλερ υπήρξε φίλος και βιογράφος του Μπετόβεν και ανακαλεί στα απομνημονεύματα του πως προς το τέλος της ζωής του παρουσιάστηκαν στον Μπετόβεν κάποια από τα τραγούδια του νεότερου συνθέτη. Προφανώς εντυπωσιάστηκε, διότι δήλωσε: "Πράγματι θα πρέπει να υπάρχει μια θεϊκή φλόγα σ' αυτόν το Σούμπερτ".
Δυστυχώς, οι έπαινοι του Μπετόβεν έφτασαν πολύ αργά για να βοηθήσουν τον Σούμπερτ. Ο Μπετόβεν πέθανε στις 26 Μαρτίου του 1827. Λίγες μέρες μετά ο Σούμπερτ συμμετείχε ως λαμπαδηφόρος στην εντυπωσιακή πομπή των χιλιάδων ατόμων που παρακολούθησαν την κηδεία του μεγάλου άντρα. Ο ίδιος ο Σούμπερτ έζησε μόλις λίγο περισσότερο από ένα χρόνο.
Κύκνεια άσματα
Το 1828, την τελευταία χρονιά της ζωής του, ο Σούμπερτ συνέθεσε κάποια από τα σημαντικότερα έργα του, όπως το Κουιντέτο Εγχόρδων σε Ντο μείζονα και τον κύκλο τραγουδιών Το Χειμωνιάτικο Ταξίδι (Winterreise). Όταν όμως το 1828 πέθανε, μόλις 31 ετών, ο κόσμος ερχόταν ακόμα σε επαφή με την κληρονομιά της μουσικής του Μπετόβεν.
Κατά συνέπεια, πολλά εξαίρετα έργα του -όπως αυτά που παρέμειναν για χρόνια στα ράφια του εκδότη Άντον Ντιαμπέλι αχρησιμοποίητα- παραγνωρίστηκαν, δεν παρουσιάστηκαν και δεν εκδόθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με την επιθυμία του, ο Σούμπερτ ενταφιάστηκε κοντά στον αγαπημένο του Μπετόβεν. Ήταν ο κατάλληλος τόπος ανάπαυσης για ένα συνθέτη που αναγνωρίστηκε δίκαια ως μουσικός γίγαντας.


ΣΟΥΜΠΕΡΤ, ΜΟΤΣΑΡΤ
Σε απόσταση μικρότερη από σαράντα χρόνια, δυο ανάλογα  έργα  και   δυο ανάλογες μοίρες.
Ο  Μότσαρτ πεθαίνει τριανταέξη χρονών, ο Σούμπερτ τριανταενός. Όπως κι ο Μότσαρτ, και πιο πολύ ακόμη  αν σκεφτούμε τα αριστουργήματα του, ο Σούμπερτ   δείχνει   μια  εκπληκτικά  πρόωρη   ωριμότητα (συνθέτει   τα   λήντερ «Η Μαργαρίτα στο Ροδάνι» στα δεκαεφτά του χρόνια  και  το  διάσημο «Βασιλιά των Σκλήθρων» -Roi des Aulnes- στα δεκαοκτώ, καθώς και μια γονιμότητα, που μας αφήνει άναυδους: πάνω από 600 λήντερ, 15 όπερες, 9 συμφωνίες, 16  κουαρτέτα, κ.λ.π. Κι όταν σκεφτούμε ότι πολλές συνθέσεις του είναι  μεγάλες σε  έκταση  (τα περίφημα «μάκρη» που φαίνεται κοίμιζαν τον Στραβίνσκι   στα νιάτα του), τότε  θα καταλάβουμε πώς η δουλειά και η αρρώστια μπόρεσαν να δαμάσουν γρήγορα μια τόσο ασθενική φύση.
Μα ο συσχετισμός που κάνουμε με τον Μότσαρτ, και θα μπορούσαμε να τον συνεχίσουμε θυμίζοντας την ταπεινή καταγωγή του Σούμπερτ, τη φτώχεια του, την έλλειψη κατανόησης πού γνώρισε, αν εξαιρέσουμε τη ζεστασιά μερικών πιστών φίλων του αυτός ο συσχετισμός δεν θα μπορούσε να περιοριστεί μόνον σε βιογραφικές λεπτομέρειες. Η συγγένεια στο πνεύμα τους είναι ακόμη πιο  βαθειά.
Στον Σούμπερτ - όπως και στον Μότσαρτ - η μουσική κυλάει πηγαία, εντελώς φυσικά, και είναι σα να εκφράζει χωρίς να το θέλει τις πιο συγκλονιστικές συγκινήσεις, δίχως ποτέ να παραιτείται, ωστόσο, από εκείνη τη χαρά του τραγουδιού, που είναι σαν ένας χαμένος και συνεχώς ξανακερδισμένος παράδεισος. Σ' αυτό, ο Σούμπερτ δεν είναι ρομαντικός όπως ο μεγάλος συγκαίρινος του Μπετόβεν. Δεν υπάρχουν εδώ οι μεγάλες συνειδησιακές συγκρούσεις που ή μουσική είναι σα να τις αντιγράφει, άλλα μια άκρα αιδώς ακόμα και στην πιο μεγάλη δυστυχία, που γίνεται αντιληπτή άλλα ποτέ δεν επιδεικνύεται.


Ο Φράντς Σούμπερτ, άσχημος και φτωχός, που πέθανε στα τριανταένα του χρόνια, από σύφιλη, αυτός ο τόσο άτυχος στον έρωτα, ήταν μια αγνή καρδιά και στις αγνές καρδιές απευθύνεται ή τουλάχιστον σε όση αγνότητα παραμένει στον καθένα μας.
Ο βιαστικός ακροατής θα κρατήσει βασικά απ’ αυτό το φωτεινό έργο μια επιλογή από λήντερ, τα κομμάτια για πιάνο και προπάντων τη μουσική δωματίου : τρίο, κουαρτέτα κι αυτή την κορυφή πού αποτελούν το δίχως άλλο, τα δυο κουϊντέτα. Η Πέστροφα - για πιάνο και έγχορδα- και το Κουϊντέτο για έγχορδα με δύο βιολοντσέλα σε ντο μείζονα.
Τα Λήντερ όμως είναι το πιο επιβλητικό μέρος από το έργο του Σούμπερτ· πάνω από 600 κομμάτια. Αυτή η φόρμα, με την άπειρη ευλυγισία, όπου ή μουσική εναγκαλίζεται το κείμενο λέξη προς λέξη, είναι βασικά ρομαντική εφόσον ξεπερνάει τα πλαίσια και το εύρος της κλασικής μελωδίας. Αν κι ο Σούμπερτ παραμένει συχνά πολύ κοντά στο λαϊκό τραγούδι, είναι ένας σταθερός ανανεωτής σ' αυτό τον τομέα και απονέμει τους τίτλους της ευγένειας στο μεγάλο γερμανικό λήντ, είδος πού θα δοξάσουν και μετά απ' αυτόν ο Σούμαν και ο Μπράμς κι απ' το οποίο θα εμπνευστούν, στο τέλος του αιώνα, οι μεγάλοι Γάλλοι μελωδιστές Ντυπάρκ και Φωρέ.
Jacques Lory

Πηγές:
Οδηγός δίσκων κλασικής μουσικής
Schubert instrumental masterpieces
Διαδίκτυο

1 σχόλιο:

Νεαπολίτης είπε...

Βιέννη του 1800. Καθώς ανατέλλει ο αιώνας του ρομαντισμού, ο γέρο-Χάϋδν αντιπροσωπεύει ακόμα αυτή την παρωχημένη μορφή του αυλικού-μουσικού, του υπηρέτη με λιβρέα και περούκα.
Από την άλλη μεριά ο αναμαλλιασμένος Μπετόβεν ανεμίζει κιόλας τα ατημέλητα ρούχα του χειραφετημένου καλλιτέχνη, του πλέον εξιδανικευμένου «ελεύθερου επαγγελματία».
Και ο Σούμπερτ; Τι αντιπροσωπεύει ο Σούμπερτ ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο κόσμους; Ποιο πρότυπο προτείνει;
Σήμερα, δυο αιώνες μετά, μέσα στη γενικευμένη λατρεία της «επιτυχίας», ο υπέροχος Σούμπερτ έρχεται να μας υπενθυμίσει το ταπεινό μεγαλείο του ιδανικού «ερασιτέχνη». Του ανθρώπου που ξέρει να αφοσιώνεται υπακούοντας μόνο στην εσωτερική ανάγκη και την ατέλειωτη αγάπη του για τη μουσική. Με μια συγκινητική συνέπεια σ’ όλη τη σύντομη ζωή του ο Σούμπερτ δεν θα σταματήσει να κάνει μουσική για τον εαυτό του και τους φίλους του, μια μεγάλη μποέμικη συντροφιά που μετουσίωνε τα καφενεία και τα καπηλειά της Βιέννης σε χώρους καλλιτεχνικής μυσταγωγίας.
Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε σήμερα ότι η γενέθλια γη ενός συγκλονιστικού μουσικού έργου, από τα πιο εντυπωσιακά σε όγκο και ποιότητα, δεν ήταν ούτε τα μέγαρα κάποιων ηγεμόνων ούτε οι δημόσιες αίθουσες και τα θέατρα, αλλά τέτοιες φιλικές μαζώξεις, οι περίφημες «σουμπερτιάδες», όπου η μουσική γινόταν ένα με τη βαθιά σχέση που ένωνε αυτούς τους φίλους.
Ο Σούμπερτ δεν ήταν επαγγελματίας συνθέτης. Αλλά δεν ήταν και κανένας χομπίστας εκ του ασφαλούς. Ένας δασκαλάκος ήταν σαν τον πατέρα του, μονίμως με οικονομικά προβλήματα. Και επί πλέον άσχημος, άχαρος και ερωτικά στερημένος. Οι μουσικές του σπουδές μετριότατες. Τις αντιστάθμιζε όμως με το αστείρευτο πλεόνασμα ταλέντου και με τη χειμαρρώδη έμπνευσή του.
Στα έντεκά του συμμετείχε σε μια από τις περίφημες βιεννέζικες χορωδίες αγοριών. Η όμορφη παιδική φωνή σοπράνο χάθηκε με την εφηβεία, έμεινε όμως η προνομιακή σχέση του με το τραγούδι. Η πηγαία δημιουργικότητα είχε βρει το δρόμο της. Μέχρι το θάνατό του ο Σούμπερτ θα γράφει τραγούδια με την ίδια φυσικότητα που ανέπνεε. Και εδώ ακριβώς θα βρούμε το κλειδί για το μουσικό σύμπαν του Σούμπερτ. Το ληντ, το τραγούδι-σημαία του γερμανικού ρομαντισμού, ένα ταπεινό είδος που χρωστά τους τίτλους ευγενείας του στον ίδιο τον Σούμπερτ. Φαινομενικά απλό, με τη στροφική δομή του και τη συλλαβική μελωδία του, με τη διακριτική πιανιστική συνοδεία του, αφηγείται χαμηλόφωνα το ποιητικό κείμενο μεταφέροντας τη συγκίνησή του από πρωτόγνωρους μέχρι τότε δρόμους, την αμεσότητα, την εσωτερικότητα, το υπαινικτικό παιχνίδι των λεπτών αποχρώσεων… Μέχρι τον πρόωρο θάνατό του από την τρομερή τότε σύφιλη στα 31 του χρόνια, ο Σούμπερτ θα γράψει πάνω από 600 λήντερ.
Η μουσική του, ακόμα και στα πιο μεγαλόπνοα έργα του, εκεί όπου συνεχίζει επάξια τη μεγάλη κλασική παράδοση, στις συμφωνίες, στις σονάτες και στη μουσική δωματίου, είναι μπολιασμένη με το ήθος του ληντ. Ποτέ δεν θα απαρνηθεί τη χάρη και τη φυσικότητα του τραγουδιού.
Όλα τα άλλα, το τρομερό πολλές φορές συγκινησιακό περιεχόμενό της, η έκφραση των πιο εσωτερικών αγωνιών, κυλούν υπογείως με την υπέρτατη ευγένεια, τη διακριτικότητα και τη συστολή που διδάσκει το ληντ. Και πρέπει να τ’ ανακαλύψει κανείς κάτω από μια πρόδηλη και εκθαμβωτική ομορφιά.