Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Νεκρολογία για τον Γιάννη Ρίτσο




Όταν πέθανε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος στις 11 Νοεμβρίου 1990, το περιοδικό Νέα Εστία ανέθεσε στον Ε.Ν. Μόσχο να γράψει νεκρολογία για τον Ρίτσο. 
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1522 της «ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ» την 1η Δεκεμβρίου 1990.

Νεκρολογία για τον Γιάννη Ρίτσο
Ανάμεσα στους τόσους θανάτους πού είχαμε τον τελευταίο καιρό, είναι και ο Θάνατος ενός από τους κορυφαίους ποιητές μας, του Γιάννη Ρίτσου πού είχε γεννηθεί το 1909 στη Μονεμβασία.
Ο Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από αρχοντική οικογένεια. Ο πατέρας του Ελευθέριος Ρίτσος ήταν μεγαλοκτηματίας ενώ η μητέρα του, το γένος Βουζουναρά, καταγόταν από το Γύθειο. Τις εγκύκλιες σπουδές του ο νεαρός Γιάννης θα τις ολοκληρώσει στη γενέτειρα του, χωρίς όμως να προχωρήσει σε ανώτερες πανεπιστημιακού επιπέδου σπουδές. Η έγγραφη του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1926, στη Νομική Σχόλη, δεν 0ά έχει καμιά συνέχεια.
Ξεκίνησε στα γράμματα, όπως τόσοι και τόσοι λογοτέχνες μας την εποχή εκείνη, από τις σελίδες της «Διαπλάσεως των Παίδων», το 1924, δημοσιεύοντας σκίτσα και μικρά ποιήματα με το ψευδώνυμο «Ίδανικον Όραμα», που έδειχναν από τότε το πηγαίο ταλέντο του και την ευκολία που είχε να συνθέτει ποιήματα σε παραδοσιακή μορφή. Σαν ήρθε σε λίγο νεαρός πολύ στην Αθήνα, θα τον απορροφήσει εξαντλητικά η βιοπάλη, δουλεύοντας στην αρχή ως δακτυλογράφος και κατόπιν αντιγραφέας στη συμβολαιογραφική υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας μ' εκείνα τα ωραία στρογγυλά γράμματα του γραφικού χαρακτήρα του. Επίσης θα εργαστεί κάποια περίοδο ως βιβλιοθηκάριος και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Δυστυχώς όμως από πολύ νωρίς θα τον χτυπήσει η   φυματίωση   που θα   τον  αποσπάσει  για  πολύν καιρό από τις καθαρά πνευματικές και δημιουργικές δραστηριότητες του και θα τον ταλαιπωρήσει αφάνταστα, ιδίως κατά την περίοδο 1927 έως 1931. Κοντά στα προβλήματα αυτά της υγείας του θα τον βρουν και πολλές σοβαρές οικογενειακές δοκιμασίες, όπως η χρεωκοπία του πατέρα του, που θα υποστεί γι' αυτόν το λόγο νευροψυχικό κλονισμό και θα κλειστεί στο ψυχιατρείο, ενώ την ίδια τύχη θα έχει σε λίγο και η αδελφή του Νίνα.


Η έμφυτη όμως κλίση του στα γράμματα και το ανεκδήλωτο ακόμα τότε σε ευρύτερη έκταση ταλέντο του, δε θα τον αφήσουν νά σταυρώσει μοιρολατρικά τα χέρια του. Κατά τα χρόνια της αρρώστιας του και της νοσηλείας του στη «Σωτηρία» και σε 8υο άλλα ακόμη σανατόρια της Κρήτης, ο Γιάννης Ρίτσος 0ά επιδοθεί σε καταβροχθιστικά διαβάσματα έργων διακεκριμένων ποιητών και πεζογράφων, ελλήνων και ξένων, και τότε είναι που θα έρθει σε επαφή για πρώτη φορά με τη μαρξιστική σκέψη που θα τη μελετήσει τα επόμενα χρόνια πλατύτερα και σε βάθος, για να της μείνει πιστός και να εμπνευστεί απ’ αυτήν στο μάκρος μιας ολόκληρης ζωής. Λύτη ακριβώς η μαρξιστική σκέψη θα τον φέρει αργότερα στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος που θα του μείνει πιστός παρά τις τόσες δοκιμασίες που υπέστη, έως το θάνατο του.
Μετά την αποθεραπεία του ο Ρίτσος θα επιχειρήσει να σταδιοδρομήσει και ως ηθοποιός, συνεργαζόμενος στην αρχή με τον επιθεωρησιακό θίασο της Ζωζώς Νταλμάς και αργότερα ως στέλεχος του τότε Βασιλικού Θεάτρου, για να τον τραβήξει  όμως τελικά η λογοτεχνία και ιδιαίτερα η ποίηση. Ήταν άλλωστε τόση η επιτυχία των πρώτων ποιητικών του συλλογών και ήταν τόσο θερμά τα σχόλια της κριτικής, που όλα αυτά τον ενθάρρυναν να συνεχίσει τις ποιητικές του επιδόσεις. Ποιητικές συνθέσεις η συλλογές όπως: « Τρακτέρ» (1934), «Πυραμίδες» (1935), «Επιτάφιος» (1936), «Το Τραγούδι της αδελφής μου» (1937), «Εαρινή Συμφωνία» (1938), «Το Εμβατήριο του Ωκεανού» (1940), γνώρισαν όχι μόνο κυκλοφοριακή επιτυχία άλλα και καθιέρωσαν το Ρίτσο ως ποιητή με πηγαίο και αναβρυστικό ταλέντο. Ο Κωστής Παλαμάς μάλιστα με την κριτική όσφρηση και οξυδέρκεια που διέθετε, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ διαβάζοντας το «Τραγούδι της αδελφής μου» ώστε να γράψει το γνωστό τετράστιχο του που επίσημα πια καθιέρωνε το Ρίτσο ως ποιητή που υποσχόταν πολλά για το μέλλον:

Το τραγούδι σου ειν' από ιχώρ κ' ειν’ από αιθέρα
Όρθρος καθαρής αυγής φέρνει την ημέρα.
Γλήγορο   αργοφλοίσβισμα   της   γαλάζιας   πλάσης.
Να παραμερίσουμε για να περάσεις.

Από τις πρώτες αυτές ποιητικές του συνθέσεις Θα φάνουν από το ένα μέρος η γνήσια και αναβρυστική, η τόσο πηγαία ποιητική φύση του Ρίτσου, με έναν λυρισμό που προέρχεται κατά τρόπο υπαρξιακό από τα έγκατα μιας καθαυτό λυρικής ιδιοσυγκρασίας  (τέτοια  τα  ποιήματα  στο  «Τραγούδι της αδελφής μου», στην «Εαρινή συμφωνία», στο «Εμβατήριο του ωκεανού», άλλα και στον «Επιτάφιο») και από το άλλο μέρος η κοινωνική διάσταση της ποίησης του όπως παρουσιάζεται άχνα έστω στην πρώτη ποιητική του συλλογή «Τρακτέρ», μια διάσταση που θα κυριαρχήσει, ιδίως στις επόμενες ποιητικές του συνθέσεις. Ο «Επιτάφιος» έξαλλου που τον εμπνεύστηκε ο ποιητής από το τραγικό περιστατικό του αδόκητου θανάτου ενός απεργού στη Θεσσαλονίκη το Μάιο του 1936, κατά τη διάρκεια απεργιακών κινητοποιήσεων και συγκρούσεων με την αστυνομία, έμελλε κυριολεκτικά να τον δοξάσει. Το μακρόπνοο αυτό ποίημα του Ρίτσου ως ποιητική σύνθεση είναι μια έξοχη λυρική ελεγεία για ένα αδικοχαμένο παλικάρι που το θρηνεί απαρηγόρητα η δυστυχισμένη μάνα του. Σήμερα όμως, μετά τη μελοποίηση του από τον Μίκη Θεοδωράκη, είναι ένα δημοφιλέστατο θρηνητικό άσμα που βρίσκεται πολύ συχνά στα χείλη του λαού μας ανεξάρτητα από πολιτικές τοποθετήσεις.


Το υπόλοιπο κυρίως ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου αποτελείται από απειράριθμες ποιητικές συλλογές που η αναγραφή και των τίτλων τους μονάχα θα έπιανε πολύ χώρο σ' ένα σύντομο κριτικό, νεκρολογικό σημείωμα όπως το παρόν, με το οποίο επιχειρείται μια πρώτη αποτίμηση της ποιητικής κυρίως προσφοράς του. Το βέβαιο είναι ότι από τις ποιητικές συλλογές που έβγαλε μετά το 1940, ανεξάρτητα από τα στάδια και τις φάσεις που πέρασε η πνευματική δημιουργία του (Όπως προσδιορίζονται στην αξιόλογη για τον ποιητή μελέτη του Παντελή Πρεβελάκη) ελάχιστες είναι εκείνες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι προσθέτουν κάτι το σημαντικό στην έως το 1940 δημιουργία του. Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν καλόπιστα ότι ο καλύτερος Ρίτσος βρίσκεται στον «Επιτάφιο» π.χ. και στο «Τραγούδι της αδελφής μου», και όχι στην ποιητική δημιουργία του των επόμενων χρόνων. Και τούτο διότι η πνευματική στράτευση του Ρίτσου στους κόλπους της κομμουνιστικής Ιδεολογίας και η ένταξη του στο Κομμουνιστικό Κόμμα τον οδήγησε πολύ συχνά σε μια ποιητική παραγωγή πληθωρική, κατασκευασμένη και θεματογραφική, συγκριτικά με τα πρώτα ποιητικά του συνθέματα.
Ανεξάρτητα από αυτή την άποψη, που έχει βέβαια μιαν απολυτότητα στη διατύπωση της, και στις συνθέσεις του των μεταπολεμικών χρονων διακρίνεται ο ποιητής και ξεχωρίζει ο έντονος και. πηγαίος λυρικός τόνος της ποίησης του και σε πολλά ποιήματα του αυτής της περιόδου όπως στη «Σονάτα του σεληνόφωτος» (1956), στη «Ρωμιοσύνη» (1966), όπως στο έξοχο δραματικό ποίημα του «Ο αφανισμός της Μήλος» (1974), όπως ακόμα στην «Κυρά των αμπελιών» (1975), ενώ σε άλλα όπου ο ποιητής εμπνέεται άμεσα από την πολιτική και κομματική ένταξη του και υπηρετεί άλλες εξωπνευματικές σκοπιμότητες, όπως π.χ. στο ποίημα του «Ο σύντροφος μας (Ν. Ζαχαριάδης)» (1945), «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (Ν. Μπελογιάννης») (1952), όπως στο «Υστερόγραφο της δόξας (Άρης Βελουχιώτης)» (1975) κλπ. ο λυρισμός υποχωρεί ή και εξαφανίζεται και περίσσευει, ο ρητορισμός, ο βερμπαλισμός και η πεζολογία.


Αυτές ακριβώς τις ποιητικές συνθέσεις είχε υπόψη του ένας οξυδερκής κριτικός μας, ο Τίμος Μαλάνος, όταν έγραφε για την ποίηση του Ρίτσου: «Θαυμάζω πολλά του Ρίτσου και η Σονάτα του Σεληνόφωτος είναι ένα από αυτά. Ωστόσο, πολύ συχνά διαβάζοντας τα νεώτερα ιδίως ποιήματα του θα ήθελα να μπορούσα να ήμουνα όταν θα έγραφε η ίδια η μνήμη του — η μνήμη κριτής- η οποία, κάθε φορά που επιχειρούσε να γράψει πράγματα λησμονήσιμα, συμπάσχοντας, θα του έλεγε: «μη σταματήσεις σε τούτο εδώ, αισθάνομαι ότι δεν θα το φυλάξω"!»
Είναι αναμφισβήτητο πάντως, πέρα από την καθαρά αισθητική πλευρά της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, ότι ο ποιητής εξέφρασε με πολλά από τα ποιήματα του ένα πολύ μεγάλο μέρος του λαού μας που με τη μελοποίηση τους μάλιστα πολύ συχνά οι στίχοι του βρίσκονται στα χείλη του. Άλλα είναι επίσης αναμφισβήτητο και το άλλο, ότι παρά τις καταδιώξεις και τις εξορίες και τις φυλακίσεις που υπέστη ο ποιητής τίποτα δεν εμπόδισε τα ποιήματα του να γίνουν γνωστά και να αγαπηθούν από ευρύτερα στρώματα του λαού μας. Το πνεύμα, όπως και να το κάνουμε, δε δεσμεύεται και δε φυλακίζεται. Ο λόγος του ποιητή, και καταδιωγμένος, μπαίνει στην ψυχή, βρίσκει ανταπόκριση, αγαπιέται και γίνεται καημός και τραγούδι που εκφράζει το λαό που κυριαρχείται από τα ίδια με τον ποιητή συναισθήματα.
Θελήσαμε κατά το συνοπτικότερο τρόπο να κρίνουμε τον ποιητή και τον πνευματικό άνθρωπο πέρ' απ* την πολιτική, πέρ' από την ένταξη του, πέρ' από τη στράτευση του. Την τελευταία λέξη βέβαια θα την πει ο αδυσώπητος χρόνος. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η «Νέα Εστία» που έχει την παράδοση των αντικειμενικών κριτικών συνθέσεων με τα αφιερωματικά τεύχη της, θα πράξει και στην περίπτωση του Γιάννη Ρίτσου το καθήκον της, αφιερώνοντας του αργότερα ολόκληρο τεύχος της, όπως το έπραξε για πολλούς λογοτέχνες μας της άλλης όχθης (Μάρκο Αυγέρη, Κώστα Βάρναλη κλπ.}. Μια παρόμοιε κριτική σύνθεση και για τον Γιάννη Ρίτσο θα δώσει την ευκαιρία να ακουστούν διάφορες απόψεις που θα βοηθήσουν στο να διαμορφωθεί και προσδιοριστεί το αληθινό πρόσωπο του ποιητή.
Ε. Ν. ΜΟΣΧΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: