Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Δημήτρης Ψαθάς: Ο χαρισματικός της σάτιρας




Δημήτρης Ψαθάς: Ο χαρισματικός της σάτιρας
Αντιμετώπιζε τη σάτιρα με ασυνήθιστη σοβαρότητα, με τα ευθυμογραφήματα και τις κωμωδίες του να έχουν πάντοτε κοινωνικό υπόβαθρο και σαφείς προεκτάσεις στα σύγχρονα προβλήματα. Οι αστείοι χαρακτήρες που δημιούργησε, όχι μόνο ανανέωσαν την νεοελληνική κωμωδία, αλλά έγιναν κλασικοί και σταθερά δημοφιλείς.
Ευφυής και γοητευτικός, υπερήφανος και αξιοπρεπής, ευγενής και περιπαιχτικός, αλλά και μαχητικός και πληθωρικός και τελειομανής και -πάνω απ’ όλα- βαθύτατα ειλικρινής και καλοπροαίρετος με το εκάστοτε αντικείμενο της αιχμηρής σάτιράς του. Ακόμη και σε περιόδους όπου η αναγνώρισή του ως κωμωδιογράφου ήταν καθολική, ποτέ δεν έφτανε στην περιφρόνηση και την προσβολή των χαρακτήρων του. Ένας προσιτός και απλός -στην καθημερινή του συμπεριφορά- άνθρωπος, ο οποίος όταν έπιανε την πένα τη μετέτρεπε σε νυστέρι.
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν έσφαζε παρά μόνο με το βαμβάκι. Γνώριζε τη δύναμη της σάτιρας και τον ενδιέφερε να την προσαρμόζει στη δική του αισθητική: να σαρκάζει, δηλαδή, χωρίς να εξευτελίζει, να εκθέτει χωρίς να ξεμπροστιάζει και -κυρίως- να περνάει από τη διακωμώδηση στην κατανόηση του άλλου και από εκεί στην αποδοχή του. Ήταν ο πρώτος που κατάφερε να κωδικοποιήσει την τεχνική της αστικής φάρσας των προκατόχων του, για να προχωρήσει αποφασιστικά σε μία κοινωνική κριτική που ξεσκέπαζε τις συμπλεγματικές ιδιαιτερότητες του μέσου Έλληνα, αποθεώνοντας -παράλληλα- τις μικρές, αλλά ηρωικές του θυσίες. Άλλωστε, γνώριζε και ο ίδιος καλά -από πρώτο χέρι- το πόσο σκληρή μπορεί να γίνει η μάχη της καθημερινότητας...
Ο Δημήτρης Ψαθάς γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1907 -το μεγάλο αστικό και πολιτιστικό κέντρο του ποντιακού Ελληνισμού- όπου και έζησε την παιδική και εφηβική του ηλικία προτού η Μικρασιατική Καταστροφή τον αναγκάσει να εγκατασταθεί, το 1923, στην Αθήνα.

Οι αναμνήσεις του, ωστόσο, από εκείνη την εποχή δεν θα τον εγκατέλειπαν ποτέ -άλλοτε ευτυχισμένες και άλλοτε τρομακτικές- σίγουρα πλημμυρισμένες από την οικογενειακή ζεστασιά, τον κοσμοπολιτισμό της γενέτειράς του και την ύστερη αθλιότητα των διωγμών και του πολέμου: «Η μνήμη είναι ένα στυπόχαρτο που ό,τι έχει απορροφήσει το κρατά, δεν είναι σαν τη φωτογραφία που τ’ αποτυπώνει όλα. Τις εικόνες, όμως, που έχει απορροφήσει τίποτα δεν τις σβήνει και από αυτές οι πιο σπουδαίες συνθέτουν το μαγικό βιβλίο της παιδικής μας ζωής», θα γράψει, το 1966, στο βιβλίο του «Γη του Πόντου» - ένα σημαντικό ντοκουμέντο το οποίο όχι μόνο απεικονίζει εκείνα τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα, αλλά δίνει χρήσιμες πληροφορίες για τα μαθητικά χρόνια και τις δεξιότητες του μετέπειτα ανανεωτή της νεοελληνικής κωμωδίας.
«Μαθητής του δημοτικού σχολείου ήμουν πολύ επιμελής και πολύ ντροπαλός. Στο μάθημα της έκθεσης κανένας δεν με συναγωνιζόταν κι όταν ο δάσκαλος μας έβαζε να γράψουμε την έκθεσή μας στο σχολειό, εκεί μπροστά του -ω τι χαρά!- ενώ οι άλλοι πελάγωναν και κοιτούσαν απελπισμένοι τους γλάρους έξω απ’ τα παράθυρα, εγώ γρατσούνιζα με οίστρο το χαρτί, σηκωνόμουν και παρέδινα το τετράδιό μου, προς κατάπληξη και θαυμασμό των άλλων παιδιών», θυμάται, για να προσθέσει με το γνώριμο αυτοσαρκαστικό του ύφος: «Αλλά όση δόξα μάζευα στα ελληνικά, την έχανα στα μαθηματικά- δεν τα ’παιρνα ο καημένος». Πέραν, όμως, της εμφανούς συγγραφικής του κλίσης, είναι σε εκείνη την περίοδο που θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τον κόσμο της δημοσιογραφίας.
Η μητέρα του, για να μην τον αφήνει να τεμπελιάζει στις διακοπές, τον πήγε να βοηθάει στα γραφεία της τοπικής εφημερίδας «Φάρος της Ανατολής» η οποία ανήκε σε κάποιους μακρινούς τους συγγενείς. Εκεί το μικρό αγόρι θα εντυπωσιαζόταν από το πολύβουο περιβάλλον, τα έντυπα πάνω στα γραφεία, τις μεγάλες βιβλιοθήκες. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ο κρότος του πιεστηρίου που ερχόταν από κάτω, μαζί με την περίεργη εκείνη μυρωδιά της φρέσκιας τυπογραφικής μελάνης θα με ακολουθούσε σ’ όλη τη ζωή μου».Και πράγματι, η εγγενής συγγραφική του ικανότητα, μαζί με την εφηβική του αγάπη για τη δημοσιογραφία δεν θα αργούσαν να μετουσιωθούν σε μία πρώιμη επαγγελματική καταξίωση, στη νέα του πατρίδα.
Στην Αθήνα της εποχής εκείνης, οι προοπτικές για έναν πρόσφυγα ήταν εξαιρετικά δυσοίωνες. Και όμως, δύο μόλις χρόνια αργότερα -το 1925- ο δεκαοχτάχρονος Δημήτρης Ψαθάς -αφού προηγουμένως θα σπούδαζε νομικά, χωρίς να πάρει πτυχίο- έκανε την είσοδό του στη δημοσιογραφία, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα». Αυτή ήταν και η απαρχή της σταδιοδρομίας του ως δημοσιογράφου για περισσότερο από μισό αιώνα. Μάλιστα, την πρώτη δεκαετία της επαγγελματικής του εξέλιξης, θα διέπρεπε στο δικαστικό ρεπορτάζ! Ώσπου, το 1937 αναλαμβάνει το χρονογράφημα στα «Αθηναϊκά Νέα» -μετά την Κατοχή μετονομάστηκαν σε «Νέα»- όπου και παρέμεινε για περίπου σαράντα χρόνια, διατηρώντας τη στήλη «Εύθυμα και Σοβαρά» η οποία θα τον έκανε πασίγνωστο στο ευρύ κοινό.
Μέσα από αυτό το ιδιαίτερα απαιτητικό -και ενίοτε στρυφνό- αφηγηματικό είδος, ο Ψαθάς θα ξεδιπλώσει, μία προς μία, όλες του τις θαυμαστές δεξιότητες. Με έναν πυκνό, κοφτό, καίριο και καυστικό λόγο αναδείκνυε τα «κακώς κείμενα» διατυπώνοντας μία οξεία κριτική για ολόκληρη την εποχή του. Ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων και των εκφράσεων της καθημερινής ζωής -μέσα από μία θεματογραφία χωρίς προκαθορισμένες θέσεις και επιλογές- κάλυπτε την επικαιρότητα σε όλες της τις εκφάνσεις: από τον χώρο της πολιτικής μέχρι εκείνες τις απειροελάχιστες διαβαθμίσεις της συμπεριφοράς των απλών ανθρώπων.
Κάπως έτσι, έμελλε να αποτυπωθεί λεπτομερώς ο ελληνικός κόσμος των πρόσφατων δεκαετιών, πάντοτε υπό το πρίσμα ενός ευρηματικού ευθυμογράφου που μπορούσε να μιλάει για σοβαρά πράγματα με αστείο τρόπο και για αστεία με σοβαρό, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για να αντιλαμβάνεται ένα ευρύτερο κοινό τις κακοτοπιές και τις ανορθογραφίες της «σύγχρονης» ζωής. Σταδιακά, πάντως, ο Ψαθάς μετεξελισσόταν σε έναν εξαιρετικό στιλίστα η συγγραφική δεινότητα του οποίου ξεπερνούσε κατά πολύ τις απαιτήσεις ενός χρονογραφήματος. Ήταν, λοιπόν, θέμα χρόνου να δοκιμαστεί και σε άλλα εκφραστικά μέσα, όπως το μυθιστόρημα και το θέατρο.

Η διαχρονική "Μανταμ Σουσού" χαρακτήρας-δημιούργημα του Δημ. Ψαθά
 
Και πράγματι, το 1940 πρωτοεμφανίζεται στο θέατρο με την κωμωδία «Το στραβόξυλο», η οποία ανέβηκε από τον θίασο του Βασίλη Αργυρόπουλου με ήρωα έναν γκρινιάρη τύπο, που με τη μουρμούρα του και τη γρουσουζιά του δημιουργούσε ένα ασφυκτικό περιβάλλον στην οικογένειά του. Μέχρι που κάνει την εμφάνισή της η ανιψιά του, η οποία φέρνει ένα νέο πνεύμα στο σπίτι μέσα από ανατροπές, παρεξηγήσεις και κωμικές καταστάσεις.
Η παράσταση θριαμβεύει, προκαλώντας τον ενθουσιασμό ακόμη και του Αιμίλιου Βεάκη, ο οποίος του έστειλε συγχαρητήρια επιστολή: «Γύρισα σπίτι μου κατασυγκινημένος από το θέατρο Αργυρόπουλου και νιώθω ακατανίκητη την ανάγκη να σου γράψω. Τι να σου πρωτοθαυμάσω; Πλέξιμο; Διάλογο; Χαρακτήρες; Σκηνική οικονομία; Ευρήματα; Πρέπει να είσαι περήφανος. Παρουσίασες μια δουλειά βγαλμένη από αληθινή συγκίνηση και στοχαστική μελέτη. Βλέπω σε σένα τον ανώτερο τεχνίτη της Κωμωδίας, που η πατρίδα μας δεν πρέπει να χάσει. Φυλάξου από το εύκολο και το πρόχειρο. Η ζωή είναι δική σου».
Μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια ο Ψαθάς θα δικαιώσει τον σπουδαίο ηθοποιό και θα επιδοθεί στη συγγραφή 25 θεατρικών έργων, ανάμεσα στα οποία, «Φον Δημητράκης», «Ο εαυτούλης μου», «Ένας βλάκας και μισός», «Ζητείται ψεύτης», «Η Χαρτοπαίχτρα», «Ξύπνα Βασίλη», τα οποία γνώρισαν τεράστια καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία, ενώ πολλά μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο.

 Ο Δημήτρης Ψαθάς με τους Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Τζένη Καρέζη, Ντίνο Ηλιόπουλο

Οι κωμωδίες του κατέρριπταν αλλεπάλληλα ρεκόρ παραστάσεων και παίζονταν από όλους σχεδόν τους κεντρικούς θιάσους της Αθήνας, με τους πιο ονομαστούς πρωταγωνιστές: Λογοθετίδης, Χορν, Συνοδινού, Ηλιόπουλος, Ρίζος, Φωτόπουλος, Βλαχοπούλου. Πρόκειται για έργα που τον κατατάσσουν ανάμεσα σε εκείνους που διαμόρφωσαν την ελληνική κωμωδία, καταφέρνοντας κάτι μοναδικό: να αποτυπώνουν ευφυώς και τα πιο υποφωτισμένα χαρακτηριστικά του μέσου Ελληνα.
Οι απροσμέτρητοι τύποι που δημιούργησε -στα θεατρικά του έργα, σε χιουμοριστικά μυθιστορήματα όπως η «Μαντάμ Σουσού», αλλά και σε ευθυμογραφήματα, μεταξύ των οποίων, «Η Θέμις έχει κέφια», «Η Θέμις έχει νεύρα» «Το χιούμορ μιας εποχής»- έμελλε να αποδειχτούν διαχρονικοί, με πρώτη και καλύτερη, τη Μαντάμ Σουσού, μία φτωχή και ονειροπαρμένη γυναίκα που ήθελε να ζει μέσα στα πλούτη και τη χλιδή, προβαίνοντας σε ασύλληπτες γραφικότητες.
Απ’ την άλλη, ο Ψαθάς παρ' όλη την εξαιρετική ικανότητα που διέθετε να αναδεικνύει το ασήμαντο και το γελοίο, να σαρκάζει και να διακωμωδεί, υπερασπιζόταν -μέχρι τον θάνατό του, το 1979- αξίες και ιδέες με ένα αφοπλιστικό πάθος που σε εντυπωσίαζε, ακόμα και όταν διαφωνούσες με εκείνα που πίστευε.
Αλλά πάντοτε η οργή και η επιθετικότητά του ξεθύμαιναν και ξέσπαγαν -μέσα από τις γραμμές του- σε ένα τρανταχτό γέλιο. Ίσως γι’ αυτό, είναι από τους λίγους συγγραφείς που έγινε -εν ζωή- θεσμός, χωρίς να του λείψει, από πολύ νωρίς, ούτε η δημόσια, ούτε η λαϊκή αναγνώριση και επιτυχία. Κατάφερνε να εξισορροπεί -ακολουθώντας μία μαγική φόρμουλα- τον κοινωνικό και πολιτικό στοχασμό με τα ευθυμογραφικά σχόλια, χωρίς ποτέ να προδίδει το ένα εις βάρος του άλλου. Σε κάθε περίπτωση, ήταν ο τελευταίος μιας γενιάς χαρισματικών κωμικών συγγραφέων, που θεωρούσαν την κωμωδία μία πολύ σοβαρή υπόθεση... 


Η Μερκούρη για τον Ψαθά
«Είχε κατορθώσει να διανύσει μια τεράστια διαδρομή: από τη μία άκρη του Ελληνισμού, από τον Πόντο, βρέθηκε στην Αθήνα και από τη δημοσιογραφία πέρασε στη λογοτεχνία κι από εκεί στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Πέτυχε σε όλα. Έγινε η πιο γελαστή φωνή στον σοβαροφανή κόσμο μας. Ο κόσμος τον λάτρεψε. Τον έβαλε για πάντα στην καρδιά του. Είχε βλέπετε το μεγάλο χάρισμα να λέει τα πιο σοβαρά πράγματα με τον πιο ανάλαφρο τρόπο. Γι’ αυτό διαβάζεται και παίζεται ακόμα, γι’ αυτό παραμένει επίκαιρος. Γιατί είναι από τη στόφα των κλασικών».
Το Εθνικό και ο Σαίξπηρ
Παρόλο που το κοινό συνωστιζόταν στα θέατρα και στους κινηματογράφους για να δει κάποιο έργο του, η επίσημη αναγνώρισή του -όπως γίνεται συνήθως- ήρθε αργά. Το Εθνικό Θέατρο ανέβασε έργο του Δημήτρη Ψαθά δύο χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο ίδιος έγραφε σχετικά, στις 19 Νοεμβρίου 1960, στο έντυπο «Εβδομάς θεάτρου»: «Σ’ αυτές, λοιπόν, τις κρατικές σκηνές μας, παρατηρείται ένα περίεργο φαινόμενο: Ενώ παντού αλλού ο Έλληνας συγγραφέας έχει τη θέση του, όταν πρόκειται για τις κρατικές σκηνές, γίνεται ξαφνικά αποδιοπομπαίος. Διότι στην πόρτα του Εθνικού μας Θεάτρου έχουν τοποθετήσει ακοίμητο φρουρό τον γίγαντα Σαίξπηρ, που σηκώνει τη σπάθα του αγριωπός, κάθε φορά που ζυγώνει ντόπιος συγγραφέας. "Πίσω και σας έφαγα!..."».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ


ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979), υπήρξε Έλληνας δημοσιογράφος, χρονογράφος, ευθυμογράφος,και θεατρικός συγγραφέας.
Καταγόταν από την Τένεδο και γεννήθηκε στη Τραπεζούντα του Πόντου τον Οκτώβριο του 1907 και το 1923 μετά το τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου τελειώνοντας τις σπουδές του αφιερώθηκε τόσο στη δημοσιογραφία και ιδιαίτερα στην ευθυμογραφία όσο και στο θέατρο.
Εργάστηκε στις εφημερίδες «Ελεύθερο Βήμα», σε ηλικά 18 ετών, όπου άρχισε να δημοσιογραφεί στο δικαστικό ρεπορτάζ. Ακολούθησαν τα «Αθηναϊκά Νέα», για πολλά χρόνια στα «Νέα» ως χρονογράφος και τελευταία στην «Ελευθεροτυπία».
Το 1937 εξέδωσε το πρώτο του χιουμοριστικό βιβλίο με τον τίτλο «Η θέμις έχει κέφια» και τον επόμενο χρόνο το δεύτερο βιβλίο του «Η Θέμις έχει νεύρα».
Το έργο που τον έκανε όμως πανελλήνια γνωστό ήταν το «Μαντάμ Σουσού».
Τα θεατρικά του έργα, κωμωδίες, παίχτηκαν απ΄ όλους σχεδόν τους θιάσους της Αθήνας και με τους καλλίτερους έλληνες ηθοποιούς.
Σπουδαιότερα εξ αυτών ήταν: «Το στραβόξυλο» (1940), «Ο εαυτούλης μου» (1941), «Οι ελαφρόμυαλοι» (1942), «Μαντάμ Σουσού» (1942), «Σκίτσα της εποχής» (1944), «Φον Δημητράκης» (1947), «Η ζωή μου είναι ωραία» (1952), Ζητείται ψεύτης (1953), «Μικροί Φαρισαίοι» (1954), «Ο φαύλος κύκλος» (1954), «Ένας βλάκας και μισός» (1956), «Προς Θεού μεταξύ μας» (1957), «Φωνάζει ο κλέφτης» (1958),«Εταιρεία θαυμάτων» (1959), «Η Μαίρη τα λέει όλα» (1960), «Εξοχικόν κέντρον ο Έρως» (1960), «Εμπρός να γδυθούμε» (1962), η «Χαρτοπαίχτρα» (1963), «Ξύπνα Βασίλη» (1965), ο «Αχόρταγος» (1966), «Ο Κουτσομπόλης» (1968), «Προίκα μου αγαπημένη» (1968), «Οι ατίθασοι» (1970), «Ο αφελής» (1973), «Το ανθρωπάκι» (1974) κ.α. Έγραψε επίσης χρονικό από την ζωή του, τους διωγμούς και την αντίσταση της ιδιαίτερης πατρίδας του, το «Γη του Πόντου». Τελευταία του βιβλία ήταν «Σε ήχο πλάγιο» (1973) και «Μαίηντ ιν Αμέρικα».
Υπήρξε σύμβουλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων καθώς και μέλος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ).
Μιλούσε αγγλικά και γαλλικά. Ήταν κάτοικος Φιλοθέης.
Πέθανε σαν σήμερα στις 13 Νοεμβρίου του 1979.


 Δημήτρης Ψαθάς: Η Νίτσα έχει κέφια

Πρινα από την γέννηση της  Μαντάμ Σουσού, στα παλιότερα χρονογραφήματά του, κεντρική ηρωίδα του Ψαθά ήταν η Νίτσα. Μία ταλαίπωρη Αθηναία σε νεανική ηλικία, από μικροαστική και αυστηρών αρχών οικογένεια που προσπαθούσε απεγνωσμένα να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και της εποχής. και ενίοτε προσπαθούσε και να διασκεδάσει. Όπως τότε ... Απόκριες του 1937
Ο Ψαθάς περιγράφει:
Αλλά στα κέντρα, στους δημοσίους χορούς έγινε το πραγματικό ξεφάντωμα. Οπωσδήποτε προτού εμφανισθή το κέφι έρχεται το γκαρσόνι. Ο επί κεφαλής της συντροφιάς ωχριά ελαφρώς, ρίχνει λοξές ματιές εις τον κατάλογον, μετρά νοερώς τα μέλη της οικογενείας του, ψιθυρίζει ένα μασσημένον "τι θα πάρετε" και απαντά ο ίδιος:
­ Μια μποτίλια κρασί.
­ Μάλιστα. Τίποτε άλλο;
­ Λίγα φρούτα.
Το γκαρσόνι φεύγει συνωφρυωμένον σαν να πηγαίνη να συντάξη υπόμνημα περί μη επεμβάσεως εις την Ισπανίαν και πλησιάζει στα άλλα τραπεζάκια, όπου το αντικρύζουν με δυσθυμίαν παρόμοιες παρέες. Επάνω, τα φώτα προσπαθούν να κάνουν παν το δυνατόν για να δώσουν υποβλητικό τόνον εις την αίθουσαν, ενώ κάτω κάποιος θαρραλέος οργιαστής κάνει ο άθλιος χειρονομίαν απονενοημένην. Πετά μια σερπαντίνα που διαγράφει κύκλον στον αέρα και αποσπά την γενικήν προσοχήν. Ο πάτερ φαμίλιας την παρακολουθεί με ανήσυχον βλέμμα να κατευθύνεται προς την κόρη του και την βλέπει με φρίκην να πέφτη ακριβώς επάνω στα αλάβαστρα των ώμων του θελκτικού βλαστού του, που ερωτά αν πρέπει να απαντήση επίσης διά σερπαντίνας.
­ Φρόνιμα, Νίτσα!
­ Μα μπαμπά...
­ Καν' το κορόιδο!
Και συγχρόνως πιάνει μετά βδελυγμίας την σερπαντίνα από τους ώμους του θελκτικού βλαστού και την πετά μακρυά.
Η αγαθή σύζυγος, τον πληθωρισμόν της οποίας προσπαθεί να περιορίσει ο κορσές, όπως οι αστυφύλακες πολυπληθή διαδήλωσιν, που ξεχύνεται εν τούτοις εδώ κι εκεί παρά την αυστηράν επιτήρησιν, επισκοπεί τα πέριξ διά μακρών και βγάζει εν τέλει το συμπέρασμα ότι καλλίτερα θα ήταν να... εξέδραμε η οικογένεια σε κανένα θέατρον. Αλλά, επί τέλους, ακούονται οι ήχοι της μουσικής. Σβύνουν τα μισά φώτα και η ατμόσφαιρα γεμίζει από γλυκό βύσσινο που προσκαλεί τα ζεύγη σ' ένα σπαρακτικό ταγκό της μόδας, το οποίον τραγουδεί με θρηνώδη φωνήν εσχάτης απογνώσεως ο "ντιζέρ" του κέντρου: Σκότωσέ με!
Τρύπησέ με!
Παρ' ένα μπαλντά και κλάδεψέ με,
γλυκά...
Βγαλ' τα μάτια μου,
κόψ' την μύτη μου
κι ύστερα απ' αυτά κάτσε και κλάψε με
πικρά...
Το ταγκό αυτό προκαλεί βαθειάν εντύπωσιν στους θαμώνας. Ο τολμηρότερος, νεαρός κατά κανόνα, σηκώνεται, υποκλίνεται με άκραν σοβαρότητα μπροστά σε μια ντάμα και προχωρεί με βήμα σταθερό προς τη πίστα, αδιαφορών για τα άπειρα βλέμματα που έχουν καρφωθή επάνω του. Μερικοί παίρνουν θάρρος και ακολουθούν με αυταπάρνηση το παράδειγμά του. Σιγά-σιγά ακολουθούν και άλλα ζεύγη. Η πίστα γεμίζει. Αλλά επάνω από τα χορεύοντα ζευγάρια πλανάται το φάσμα της πιο μαύρης μελαγχολίας. Οι καβαλλιέροι έχουν το ύφος βασανισμένων ανθρώπων που ετρύγησαν όλες τις πικρίες του κόσμου κι ήλθαν να υποβληθούν στην εσχάτην και χειροτέραν θυσίαν.
Οι ντάμες είνε τραγικές. Ρεμβώδεις άλλες, κρέμονται από τα μπράτσα των χορευτών με το μαρτυρικόν ύφος της Μαρίας Στούαρτ που οδηγείται εις το ικρίωμα κι άλλες με το ύφος μοιραίων θηλέων που εβαρέθηκαν πλέον να σκορπίζουν ολόγυρά τους τον όλεθρον. Χορός; Δοκιμασία είναι μάλλον που τελειώνει, ευτυχώς, γρήγορα, μαζί με το τραγούδι του "ντιζέρ" που αφού ελιάνισε την εκλεκτήν του κι ύστερα της έκλαψε πικρώς, αποσύρεται σε μίαν γωνίαν βαθύτατα σκεπτικός, σαν βαρυπενθών που μόλις συνήλθε εκ της πληξάσης αυτόν συμφοράς. Τα ζευγάρια επιστρέφουν με ένα "ουφ" ανακουφίσεως και κάθονται κατάκοπα στα τραπεζάκια τους, όπως ακριβώς οι αγρόται που γυρίζουν το βράδυ από τον τρύγο τσακισμένοι.
Αλλά η νεαρά είναι άκρως συγκινημένη. Παίρνει το ποτηράκι του κρασιού με την άκρη των δακτύλων και το ακουμπά στα χείλη. Την κίνησίν της μιμούνται μηχανικώς και τα άλλα μέλη της οικογενειακής συναθροίσεως. Η νεαρά κυττά ολόγυρα, περιφέρει τα βλέμματά της απ' άκρου εις άκρον της σάλας, ύστερα δεν έχει πια τίποτε να κάνη και ξαναπαίρνει το ποτήρι. Οπότε συνοφρυούται ο μπαμπάς:
­ Νίτσα!...
­ Τι είναι μπαμπά!;
­ Άσε κάτω το ποτήρι!
­ Μα γιατί, μπαμπά;
­ Θα μεθύσης!
Και συγχρόνως το βλέμμα του πάτερ φαμίλια πέφτει με τρόμον στο μπουκάλι που έχει φτάσει στα μισά. Η αγαθή συμβία και μήτηρ αρχίζει να κινά τα σιαγόνια της ως πρόλογον ενός πανηγυρικού χασμουρητού που θ' άνοιγε τις μασέλες της μέχρι ξεσαγωνιάσματος, αλλά ένα τρομερό βλέμμα της νεαράς το πνίγει εν τη γενέσει του.
Και η δυστυχής γυναίκα δεν μπορεί να καταλάβη πώς μπορεί να γίνει γλέντι εις ένα κέντρον, όπου απαγορεύεται και το χασμουρητό ακόμη!
Αλλά εκείνη την στιγμήν συμβαίνει κάτι έκτακτον στην σάλα. Κάποιος θρασύς νέος παίρνει από το πανεράκι ενός μικρού τα αυγά και τα πετά σε μια παρέαν. Μια θρασυτέρα κυρία της παρέας αυτής παίρνει άλλο αυγό και πετά στον πετάξαντα. Εμβρόντητοι όλοι οι θαμώνες κοιτούν το θέαμα. Ο πάτερ φαμίλιας σκύβει και ρωτά πόσο κάνει ένα αυγό και δαγκώνει τα χείλια του όταν πληροφορείται ότι στοιχίζει τρεις δραχμές. Καθώς βλέπει δε εν συνεχεία τ' αυγά να διασταυρώνωνται μεταξύ των δύο τραπεζιών, κάνει ασυναισθήτως τον λογαριασμό:
­ Έξη!
­ Δώδεκα, δεκαπέντε!
­ Δεκαοκτώ, είκοσι μία...
­ Τριάντα, τριάντα τρεις, τριάντα έξη!...
­ Σαράντα πέντε, πω, πω λεφτά πεταμένα!...
Αλλά οι δύο πολεμισταί εξαφνικά καταλαμβάνονται από σύνεσιν, καταθέτουν τα όπλα, πληρώνουν με υπολείμματα μειδιάματος τα σπασμένα του στιγμιαίου παραλογισμού και σταυρώνουν φρονίμως τα χέρια. Πάει κι αυτό!... Επί τέλους! Οι μουσικοί σηκώνονται, χύνεται νέον σιρόπι στην ατμόσφαιραν, ήχοι γεμίζουν την αίθουσαν, σηκώνονται τα ζεύγη και αρχίζει γλυκύ λίκνισμα νέου σπαρακτικώτερου ταγκό. Ο "ντιζέρ" αυτή τη φορά είναι άγριος και απειλητικός, χειρονομεί, αφρίζει, λυσσά, ορύεται:
Θα σ' εκδικηθώ
όπου και νάσαι
θα σε μαχαιρώσω
ενώ κοιμάσαι.
Στον λάρυγγα θα στο βυθίσω το μαχαίρι!
Θα σου κόψω με μανία τόνα χέρι!
Θα σ' εκδικηθώ
μα το σταυρό!...
Ρίγος φρίκης διατρέχει τα σώματα των θηλέων που μαζεύονται επάνω στους καβαλιέρους των από ένστικτον αυτοσυντηρήσεως, ενώ ο πάτερ φαμίλιας κάνει ασυναισθήτως κίνησιν προς την πισινή τσέπη, γιατί ο τρυφερός βλαστός του είναι εκτεθειμένος εις την μανίαν του λυσσώντος τραγουδιστού. Τέλος ο κίνδυνος παρέρχεται και τα ζευγάρια ηρεμούν. Η ορχήστρα θρηνεί, τα γοβάκια σέρνονται στην πίστα, τα ματάκια λιγώνουν, ένα ζευγάρι στάζει ζάχαριν και ερωτοτροπεί:
­ Πώς νυστάζω...
­ Κι εγώ!
­ Κι είμαι από γρίππη μάλιστα.
­ Κι εγώ πήρα βεντούζες χθες.
Οι γεροντότεροι βλέπουν το τρυφερό ζεύγος και στενάζουν. Νεότης! Νεότης!



Δεν υπάρχουν σχόλια: